Τετάρτη, Ιανουαρίου 01, 2020

SERVICE ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ



SERVICE ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ

Το κατάστημα με τα είδη κρυστάλλου, στην Προξένου Κορομηλά, πάντα είχε και πολλή δουλειά και εκλεκτή πελατεία. Ο Κώστας Κέπας, ήταν πολύ καλός τεχνίτης, αξεπέραστος. Μα και η σύζυγος του, η κυρία Βέρα, ιδανικό ταίρι στην ζωή, ευγενέστατη στην εξυπηρέτηση των πελατών, οργανωτική στο λογιστήριο, αλλά και σφήγκα με τους κακοπληρωτές και στους προμηθευτές.
   Ο Κέπας ή καλύτερα Ντίνος όπως του άρεσε να τον φωνάζουν, δεν ήταν τυχαία ένας τέτοιος εξαίρετος τεχνίτης. Είχε δουλέψει για χρόνια στην Γερμανία, στην γραφική πόλη Σελμπ. Είχε εργαστεί εκεί για την φίρμα Rosenthal, την θρυλική Βαυαρική βιομηχανία. Λίγο μετά την μεταπολίτευση, τον πήρε όμως το παράπονο, δεν άντεχε άλλο την ξενιτιά και η μάνα του ήταν στα τελευταία της, τον αναζήταγε συνεχώς.  Έτσι πήρε την τελευταία του άδεια Αύγουστο μήνα και δεν ξαναγύρισε στην Βαυαρία, πήρε την απόφαση και επέστρεψε στην πατρίδα. Λίγο καιρό μετά, μέσα στις γιορτές των Χριστουγέννων βρήκε αυτό το κατάστημα και χωρίς δεύτερη σκέψη το αγόρασε για να φτιάξει την δική του επιχείρηση και να εκμεταλλευτεί την μεγάλη εμπειρία του στον χώρο των υαλικών. Γρήγορα βρήκε και το ταίρι του, την όμορφη και συνετή Βέρα και όλα πήραν τον δρόμο τους.
   Στο εργαστήρι του∙ στο πίσω μέρος του καταστήματος, δημιουργούσε μοναδικά σχέδια από πορσελάνη και κρύσταλλο που αγόραζαν για τις εξαιρετικές στιγμές τους όλες οι καλές οικογένειες της πόλης. Στα καλύτερα σαλόνια της, δίπλα στα σερβίτσια, στα ποτήρια και στα κρυστάλλινα διακοσμητικά μεγάλων οίκων του εξωτερικού, υπήρχαν και επιλεγμένα κομμάτια του Ντίνου, πανάκριβα, μα και μοναδικά. Η φήμη του είχε εξαπλωθεί και στην πρωτεύουσα και είτε οι Θεσσαλονικείς που κατέβαιναν στην Αθήνα για ένα εκλεκτό δώρο ή Αθηναίοι που ανηφόριζαν για δουλειές και διήμερα, περνούσαν σίγουρα από το κατάστημα του.
  Όμως δεν ήταν μόνο οι πωλήσεις και οι υπέροχες δημιουργίες του, ήταν και αυθεντία στις επισκευές των κρυστάλλων ο Ντίνος. Πόσες φορές δεν έσωσε γάμους… και ζωές… από σπασίματα που συνέβησαν από μια απροσεξία. Με το αζημίωτο φυσικά, εκτός από καμιά υπηρέτρια, συνήθως κάποιο φτωχό κορίτσι από την επαρχία, που είχε την ατυχία να κάνει καμιά ζημιά στα ακριβά μπιχλιμπίδια της κυρίας του σπιτιού, εκεί δεν χρέωνε τίποτα και έτσι είχε αναγορευτεί ο προστάτης, κέντρου και Πανοράματος, του απανταχού υπηρετικού προσωπικού.           
***
   Παραμονή πρωτοχρονιάς απόγευμα, μουντή μέρα, κρύα. Τα γκριζωπά σύννεφα τρέχανε πάνω από τον ταραγμένο Θερμαϊκό καθώς τα παράσερνε ο γρέγος. Παγερός και  γεμάτος υγρασία, φερμένος τούτος ο γρέγος από τα βορειοανατολικά του κόσμου, τρύπαγε τα κόκκαλα μέχρι το μεδούλι.
  Ο ψηλός άντρας έστριψε από την Καρόλου Ντηλ και μπήκε στην Προξένου Κορομηλά. Πόσο είχαν αλλάξει τα καταστήματα στην περιοχή του, σκέφθηκε, είχαν χαθεί ένα σωρό όμορφα μαγαζιά μαζί με τους ανθρώπους τους και την θέση τους είχαν πάρει τα καφέ σαν τα μανιτάρια είχαν ξεφυτρώσει παντού. Στις στολισμένες καφετέριες και τα εστιατόρια είχε ακόμη πολύ κόσμο, οι μουσικές μπερδεύονταν μεταξύ τους καθώς τα μεσημεριανά πάρτι και τα φαγοπότια για την αλλαγή του χρόνου αλλά και της δεκαετίας, κρατούσαν ακόμη. Με τον ερχομό του είκοσι, έφευγε αυτή η δύσκολη του δυο χιλιάδες δέκα, της οικονομικής κρίσης. Για την ταλαιπωρημένη οικονομικά χώρα, η φουριόζα νέα δεκαετία, έμπαινε μαζί με τις πολλές προσδοκίες των ανθρώπων για κάτι καλύτερο, μια ανάσα για τους πολλούς.
   Για τον ίδιο δεν ίσχυε κάτι τέτοιο, η οικονομική κρίση δεν τον αφορούσε. Μόλις είχε προσγειωθεί προερχόμενος από Σουηδία.  Ήταν καθηγητής - ερευνητής σε διάφορα πανεπιστήμια σε Ευρώπη και ΗΠΑ, στον νέο και πολλά υποσχόμενο τομέα της νανοτεχνολογίας νέων υλικών. Έλειπε χρόνια, όμως ερχόταν τουλάχιστον μια φορά το έτος  να δει τους ηλικιωμένους γονείς του.
   Όπου και να είχε πάει σίγουρα ήταν όμορφη η αίσθηση του καινούργιου, του διαφορετικού, όμως η καρδιά του ήταν δεμένη με τους γενέθλιους για εκείνον, δρόμους του κέντρου. Ήταν η μεγάλη γειτονιά του, αυτό το ευρύ τετράγωνο απ’ την παλιά παραλία, την Αριστοτέλους, την Μητρόπολη, τον Λευκό Πύργο. Τα στενά που συνδέουν την Τσιμισκή με την παραλία σαν την Χρυσοστόμου Σμύρνης και την Μορκεντάου, ήταν η μνήμη της ματιάς του, που από τον πολύβουη Τσιμισκή γλιστράει στο στενό οδόστρωμα με τα φωτισμένα μαγαζάκια, τα λιανά δέντρα δεξιά και αριστερά και ανεβαίνει μέχρι τον Όλυμπο κι ύστερα πέφτει στο βαθύ μπλε του Θερμαϊκού. Όλοι αυτοί οι στενοί μονόδρομοι∙  πάνω από την πολυσύχναστη φωτεινή παραλία, σκιεροί ανάμεσα στις ψηλές πολυκατοικίες με σκεπή ένα μικρό κομμάτι ουρανού, του πρόσφεραν την αίσθηση της οικειότητας, της ασφάλειας, της σιγουριάς. Ήταν η όμορφη, αστική γειτονιά του, με τους ιδιαίτερους κατοίκους της, από μεγαλοαστούς μέχρι δημοσίους υπαλλήλους, εργάτες και φοιτητές, τους ανθρώπους των εμπορικών.  Ένας από αυτούς και ο κύριος Ντίνος, με τα κρύσταλλα του, ο καλλιτέχνης όπως τον ονόμαζε ο πατέρας του.
   Μετά την Αγίας Σοφίας ο ψηλός άντρας διέσχισε την πίσω πλευρά της Μητρόπολης, πέρασε και την διασταύρωση με την Βογατσικού και έφτασε στην γωνία με την Προξένου Κορομηλά που στέγαζε το κατάστημα με τα είδη σπιτιού. Κατάφωτο με χίλια λαμπιόνια μέσα και έξω, γεμάτο με πορσελάνες και κρύσταλλα που λαμποκοπούσαν στα φώτα. Η ματιά του έκανε μια περιστροφή λίγων μοιρών και τώρα πια κοιτούσε την απόλυτη αντίθεση, το γνώριμο κατάστημα του κ. Ντίνου. Πέρασε τον δρόμο και ανέβηκε στο αντικρινό πεζοδρόμιο, το πάλαι ποτέ λαμπερό κατάστημα έστεκε τώρα έρημο, σκοτεινό. Πίσω από τις βρώμικες βιτρίνες λες και ο χρόνος είχε παγώσει στα σκονισμένα ράφια, στους πάγκους, στο ταμείο. Με τάξη βαλμένα στις θέσεις τους υπήρχαν πορσελάνινα σερβίτσια, κρυστάλλινα ποτήρια, κανάτες, κηροπήγια, βάζα, σταχτοδοχεία, φοντανιέρες...  
   Μια ριπή του ανέμου ξέφυγε από την παραλία, ανέβηκε με μανία την Βογατσικού και ξεχύθηκε προς την Κούσκουρα και την Κορομηλά. Ο ψηλός άντρας καθώς κοιτούσε με στεναχώρια τα σκονισμένα ράφια, ανατρίχιασε, σήκωσε το φερμουάρ και το ανέβασε μέχρι ψηλά, να καλύψει τον λαιμό του. Στο τζάμι της βιτρίνας κάτω δεξιά υπήρχε μια γραμμή από κίτρινα γράμματα   “SERVICE ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ” …
   Λίγο μακρύτερα του, άκουσε ένα ακανόνιστο τακ… τακ… Πλησίαζε ένας ηλικιωμένος άντρας με το μπαστουνάκι του, με τέτοιο κρύο φορούσε μόνο την πυτζάμα του. Τραβήχτηκε και έκανε λίγο στην άκρη να περάσει. Ο ηλικιωμένος ήρθε κοντά του, είχε ένα τεράστιο μώλωπα στο μέτωπο, κοιτούσε με μάτια αδειανά, δεν γύρισε το κεφάλι του να τον δει, μόνο σαν έφτασε στην βιτρίνα κοντοστάθηκε.  
    Τόσα χρόνια μετά, δυσκολεύτηκε να τον αναγνωρίσει, είχε γεράσει πολύ μετά τον θάνατο της γυναίκας του, της κυρίας Βέρας. Τον θυμόταν μέσα στο κατάστημα, πίσω στο εργαστήρι του και πώς να μην το θυμάται δηλαδή. Όταν είχε σπάσει με την μπάλα του το μεγάλο κρυστάλλινο βάζο, κειμήλιο της γιαγιάς ευτυχώς ήταν πρωί και η μητέρα έλειπε από το ρετιρέ της Λασσάνη, στο πανεπιστήμιο. Ο μικρός άρπαξε τα τρία κομμάτια του βάζου και έτρεξε με κλάματα στον κ. Ντίνο. Δεν τον γνώριζε, μα επειδή ήξερε πόσο αγαπούσε η μαμά αυτό το βάζο και μιας και δεν είχε χρήματα, μπήκε στο μαγαζί με το θράσος της παιδικής του αθωότητας και του πρότεινε να τον πληρώσει σιγά σιγά, από το χαρτζιλίκι του. Φτάνει να επέστρεφε το βάζο σωστό σπίτι του και ας στερούνταν τα γλειφιτζούρια, τα παγωτά και τα γαριδάκια.
   Ο κ. Ντίνος έκανε τα μαγικά του και το βάζο τώρα φαινόταν σαν να ήταν του κουτιού. Και επιπλέον χωρίς αμοιβή, αφού το ενέταξε στην κατηγορία των εργατικών ατυχημάτων του προστατευόμενου του, υπηρετικού προσωπικού. Του ζήτησε όμως στο τέλος της σχολικής χρονιάς να του φέρει έλεγχο με όλα δέκα – πράγμα πολύ εύκολο για τον ευφυή πιτσιρίκο – και τότε δεν θα πλήρωνε τίποτα. Σε μια τόσο ευαίσθητη ηλικία ήταν ένα επιπλέον κίνητρο να διαβάζει και σε αυτό σίγουρα βοήθησε και ο κ. Ντίνος, μιας και ο μικρός ένοιωθε πολύ περήφανος να φέρνει στον φίλο του και τα επόμενα χρόνια τον έλεγχο και να του δείχνει τους καλούς του βαθμούς.  
    Τώρα, τόσα χρόνια μετά έβλεπε αυτόν τον άνθρωπο μπροστά στο μαγαζί του, ήταν όμως άδειο και σκοτεινό, και εκείνος ένα φάντασμα του εαυτού του. Ο άνεμος ανατάραξε τα μαλλιά του άντρα, ανατρίχιασε πάλι, ήταν ένα κρύο απόκοσμο λες. Κοίταξε την φιγούρα του ηλικιωμένου, που ακουμπούσε τα χέρια του στο τζάμι λες και ήθελε να πιάσει ένα κρυστάλλινο ποτήρι, αποφάσισε να του μιλήσει,
- κ. Ντίνο του φώναξε είμαι ο Δημήτρης, ο Δημητρός που με φώναζες, μόνο εσύ.
Καμία απάντηση, ο κ. Ντίνος κοιτούσε μέσα στο σκοτάδι, τα κρύσταλλα του, που αντανακλούσαν αχνά τις λάμψεις από τα φωτάκια του απέναντι καταστήματος με τα είδη σπιτιού…

- Αχ, αχ κύριο Ντίνο, αχ, αχ, μι πέθανες καλέ…
Μια κυρία γύρω στα πενήντα πέντε με εξήντα, φώναζε τρέχοντας αλαφιασμένη. Ήταν η Αλβανή οικιακή βοηθός που πρόσεχε τον ηλικιωμένο άντρα,  την είχε ορίσει η ανιψιά του που τον είχε υπό την προστασία της μετά τον θάνατο της κυρίας Βέρας, αφού δεν είχαν δικό τους παιδί.  
- Πάλι εντώ είσαι; Στο μαγαζί σου; Του φώναζε η γυναίκα. Κάθε μέρα σε φέρνω εδώ. Αχ ευτυχώς που δε έφυγι μακριά. Λες και ήξερε τον Δημήτρη, τον ψηλό άντρα που στεκόταν πίσω από τον κ. Ντίνο του είπε,
- Τι να κάνου, ξέχασα να κλειντώσω και μια στιγμή μπγήκα στο μπαλκόνι, να ρίξου λίγο νερό, πάει ηξαφανίστηκε ο παππούς. Ωχ λέω, τώρα θα με σκουτούσει η ανιψιά του, του είπε και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε την πολυλογία της.  Ήταν δικό του μαγαζί, πολύ καλό, όλη Θεσσαλονίκη αγόραζε εδώ κρύσταλλα, πορσελάνες… Τώρα να, έπαθε μυαλό του, δεν ξέρει πιούς είναι. Ο Δημήτρης την κοιτούσε σιωπηλός, αμίλητος
-  Άιντε παππού πάμι, πάμι σπίτι θα παγκώσεις, άιντε να σου δώσου και το σουρούπι σου να κοιμηθείς…  
   Καθώς απομακρύνονταν οι δυο τους, ο ψηλός άντρας έγινε πάλι παιδί, ο Δημητρός και κοιτούσε τον κ. Ντίνο έξω από την ολοκάθαρη βιτρίνα. Ήταν νέος, καθόταν πίσω από τον πάγκο του, ανάμεσα στα εργαλεία, τις πορσελάνες και τα κρύσταλλα του. Ο χρόνος ήταν αόριστος, μα ένοιωθε πως θα άλλαζε σε λίγες ώρες, ερχόταν μια πρωτοχρονιά. Το κατάστημα στολισμένο με κορδέλες, κόκκινες μπάλες, μεγάλα πολύχρωμα παλιομοδίτικα λαμπάκια που αναβόσβηναν αργά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα αραιά κλαδιά. Ο Ντίνος σηκώθηκε πλησίασε την Βέρα, την πήρε από το χέρι και άρχισαν να χορεύουν ένα βαλς αργό, κοιτιόντουσαν και χαμογελούσαν... Καθώς χόρευαν άρχισε να χιονίζει, χιόνιζε αραιά και ύστερα όλο και πιο πυκνά, δεν μπορούσε να τους δει καλά, τα πάντα μοιάζανε με σκιές, κρυβόταν τώρα από τα μάτια του, σαν την μνήμη που χάνεται, σαν τους στίχους που μοιάζουν με χαρταετό και στροβιλίζονται ψηλά στον ουρανό, λίγο πριν σπάσει ο σπάγκος …



Μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο

ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται
κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα
με ήχους φυσαρμόνικας, με μακρινές φωνές
σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό
κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη
ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει
πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται
χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του
πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου
αυτό είναι η μνήμη

ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο
βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει

 


     

    Λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος χιόνιζε στην πόλη, τα μάτια του Δημητρού  έμειναν να κοιτούν την σκονισμένη βιτρίνα, τα θολά κρύσταλλα, τα κίτρινα γράμματα  που ενημέρωναν για το “SERVICE ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ”  που πια δεν είχε αντίκρισμα… Χιόνιζε πυκνά καθώς ο χρόνος έφευγε μαζί με τις μνήμες,  τις σκιές του παρελθόντος που θα ταξιδεύουν για πάντα σαν πολύχρωμος χαρταετός σε πατρίδες γαλάζιες …

Αφιερωμένο στην μνήμη του πατέρα μου…

31/12/2019  - 2/1/20
Α.  Δ. Ε. ΒΑΛΜΑΣ

Ποίηση: Τόλης Νικηφόρου, Μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο, από τη συλλογή Το μυστικό αλφάβητο (2010)

Ζωγραφική: Ντίνος Παπασπύρου, ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-77, Καθαρή Δευτέρα, τέμπερα, 28Χ38 εκ., 2012, Κωδ. 916

ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΓΗ