Σάββατο, Απριλίου 07, 2018

Λίγο πριν την Ανάσταση


Λίγο πριν την Ανάσταση

9:27 μ.μ.

   Άφησε το αυτοκίνητο του στο ανοικτό πάρκινγκ του αυτοκινητοδρόμου και ανέβηκε με τα πόδια μέχρι την μέση της αερογέφυρας. Ανέβηκε αργά, βαρύς, σκεφτικός. Η σκέψη αυτή περνούσε πολλές μέρες τώρα από το μυαλό του, δεν το ήθελε όμως φοβόταν ότι δεν θα είχε άλλη λύση. Στο σπίτι η γυναίκα του, ακόμη και τα παιδιά είχαν καταλάβει πως κάτι συμβαίνει. Ποτέ δεν ήταν τόσο αφηρημένος, ποτέ δεν είχε τόσα νεύρα. Κάθε Μ. Εβδομάδα δεν έλειπε από την εκκλησία, από καμιά ακολουθία. Περίμενε και ετοιμαζόταν για την Μ. Παρασκευή, να σηκώσει στους ώμους του το σώμα του Χριστού, τον σταυρό, τον επιτάφιο Του. Φέτος όμως τίποτε από όλα αυτά δεν συνέβη.




9:48 μ.μ.


   Όλη την Μεγαλοβδόμαδα ήταν εξαφανισμένος, στο σπίτι πήγαινε μόνο για ύπνο, ούτε καν για φαί. Παρά τις απανωτές ερωτήσεις της γυναίκας του, τα επίμονα πως και τα γιατί αυτός στεκόταν αμίλητος. “Έχω δουλειές” πάντα απαντούσε. Σήμερα όμως ήταν Μ. Σάββατο και τα παιδιά ήλπιζαν πως ο πατέρας τους θα ήταν όλη μέρα σπίτι και αργά βράδυ θα πήγαιναν όλοι μαζί στην Ανάσταση. Μάταια όμως περίμεναν, ακόμη και τώρα που η ώρα κόντευε τις δέκα το βράδυ δεν είχε εμφανιστεί και το κινητό του ήταν κλειστό. Η γυναίκα του δεν μπορούσε να ησυχάσει από την αγωνία. Φίδια την έζωναν. Ήξερε πως οι δουλειές του άντρα της με τις εισαγωγές προϊόντων δεν πήγαιναν καλά και πως χρωστούσε αρκετά, εκείνος όμως πάντα την διαβεβαίωνε πως τίποτα δεν τρέχει.



10:17 μ.μ.

   Κοίταξε πάλι το χαρτί για τελευταία φορά, να βεβαιωθεί; Να ξορκίσει ακόμη μια φορά το κακό; Να κερδίσει χρόνο; Και ο ίδιος δεν ήξερε. «ΔΙΑΤΑΓΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ» «ΚΑΤΑΣΧΕΤΗΡΙΟ» Λέξεις που άκουγε μέσα στο κεφάλι του συνεχώς από μια άγνωστη φωνή, που σάρκαζε με την πίκρα του. Δεν είχε πια καμιά ελπίδα, τα χρήματα ήταν πολλά, οι τράπεζες είχαν αρνηθεί ένα νέο δάνειο. Πέρασε το δεξί του πόδι πάνω από το κάγκελο, έμεινε μετέωρος για λίγο μέχρι που πέρασε ολόκληρος στο μικρό περβάζι της αερογέφυρας που τον χώριζε απ’ το κενό και τα 6,50 μέτρα μέχρι την άσφαλτο. Κοίταξε κάτω, αμάξια και φορτηγά περνούσαν με μεγάλη ταχύτητα στο ολισθηρό οδόστρωμα. Τον κυρίευσε ο φόβος, έκλεισε τα μάτια “Δεν θα το καταλάβω καν, όλα θα τελειώσουν σε μια στιγμή” έδωσε θάρρος στον εαυτό του. “Σε μια στιγμή” επανέλαβε. H καρδιά του χτυπούσε τόσο δυνατά που ένοιωθε ασφυκτικά τον παλμό της στον λαιμό, το χέρι του ήταν γαντζωμένο στο κιγκλίδωμα, πονούσε από το σφίξιμο. Κοίταξε το ρολόι του, 10:28 μ.μ. Τέτοια ώρα θα ετοιμάζονταν για την εκκλησία. Τα παιδιά θα κρατούσαν με χαρά τις λαμπάδες τους και αυτός το φαναράκι για να φέρει πίσω στο σπιτικό τους το Άγιο Φως, να σταυρώσει την πόρτα. Τώρα όλα ήταν μια ανάμνηση, όπως και ο ίδιος σε λίγο, μόλις έβρισκε το κουράγιο. Άρχιζε να ψιχαλίζει και ο αέρας δυνάμωσε, το σκοτάδι πύκνωσε γύρω του. Φοβόταν, δεν έπαιρνε την απόφαση, όμως έπρεπε, έπρεπε ήταν ένας αποτυχημένος. Κατέστρεψε το μέλλον των παιδιών και το δικό του. 580.000 χιλιάδες ευρώ χρέη, δεν θα σήκωνε κεφάλι ποτέ ξανά, ας έφευγε τουλάχιστον τώρα θα ήταν καλύτερο για όλους. Έγειρε το σώμα του και άλλο προς το κενό, το χέρι που τον κρατούσε στην ζωή ολοένα και μούδιαζε, σιγά σιγά γλιστρούσε από τις ψιχάλες, σε λίγο όλα θα τελείωναν. Μέσα του ευχόταν να ήταν όλα αλλιώς να γερνούσε καμαρώνοντας παιδιά και εγγόνια. Μάταια όλα, ήταν ένας άχρηστος, βάρος δυσβάστακτο για όλους…



10:45 μ.μ.

   Τα παιδιά ρωτούσαν συνεχώς για τον πατέρα τους, η γυναίκα του σε απόγνωση, είχε πάρει σε όλα τα εφημερεύοντα νοσοκομεία, στην τροχαία να μάθει για τον άντρα της, μήπως του είχε συμβεί κάποιο ατύχημα, τίποτα δεν βρήκε. Κάθισε στην αγαπημένη πολυθρόνα του απέναντι από την τηλεόραση με ένα μεγάλο, τεράστιο γιατί…    



10:58μ.μ.

   Δεν ένοιωθε το χέρι του, το σώμα του είχε κρεμάσει αρκετά, ήταν πια θέμα λίγων λεπτών στην καλύτερη περίπτωση. Πάλι θυμήθηκε τα παιδιά την γυναίκα του. Θα τα πλήγωνε πολύ με αυτήν την απόφαση του, αυτήν την άδικη για εκείνα μα και τόσο δίκαια για τον ίδιο, για την κατάντια του. Μια ζωή είχε μάθει να ελέγχει την ζωή του, να είναι ο κυρίαρχος της, τώρα στα 45 έπρεπε να υποστεί τον εξευτελισμό, την χρεοκοπία, την ταπείνωση. Ξαφνικά η λαβή του χαλάρωσε απότομα, το σώμα του έκανε μια μικρή κίνηση προς το κενό. Τρόμαξε, τελευταία στιγμή συγκρατήθηκε στο βρεγμένο κιγκλίδωμα, ήξερε πως θα ήταν η τελευταία. Το χέρι που τον κρατούσε στην ζωή είχε πρηστεί, οι φλέβες του φουσκωμένες λαμπύριζαν απόκοσμα στο φως από τις κολώνες του δρόμου. Έκλεισε τα μάτια, τα παιδιά και η γυναίκα του ήρθαν και πάλι, ντυμένα με τα γιορτινά τους, με τις λαμπάδες τους, έτοιμα για την Ανάσταση…

   Πρώτα ακούστηκαν φωνές και ύστερα κλάματα, λέξεις άναρθρες μέσα σε αναφιλητά. Προς στιγμή πίστεψε πως είχε παραισθήσεις όμως όχι, κοίταξε στον δρόμο. Ένα μικρό αγόρι περπατούσε στο στην μέση του οδοστρώματος σαν τυφλό, φώναζε, έκλαιγε, δεν καταλάβαινε τι έλεγε ίσως να ήταν αραβικά, κάτι τέτοιο. Του φώναξε «φύγε, φύγε» καμιά απάντηση, περπατούσε κλαίγοντας ανάμεσα από τα αυτοκίνητα που κορνάριζαν σαν τρελά. Μέσα του ξύπνησε ο πατέρας, ήταν σαν να ήταν δικό του παιδί, το αγόρι του που κινδύνευε στην μέση του δρόμου. Μπορούσε να αυτοκτονήσει όποτε ήθελε, μα δεν είχε το δικαίωμα να αφήσει αβοήθητο αυτό το παιδί. Σήκωσε το άλλο χέρι που τόση ώρα κρεμόταν στο κενό και έπιασε το κάγκελο, με δυσκολία ίσιωσε το σώμα του. Πήδηξε πάνω από το κάγκελο και άρχισε να τρέχει σαν μανιασμένος, να κατεβεί στο οδόστρωμα. Φώναζε λέξεις στα ελληνικά, στα αγγλικά, το παιδί φαινόταν να μην έχει καμία επαφή. Μετά από λίγο επιτέλους εκείνος είχε φτάσει στον δρόμο, το παιδί πρέπει να απείχε από αυτόν καμιά διακοσαριά μέτρα. Έτρεχε με όλη του την δύναμη, η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή, το σώμα του ολόκληρο πονούσε από την υπερπροσπάθεια, μα η ψυχή του είχε φλογιστεί. Ένα λευκό αυτοκίνητο την τελευταία στιγμή απέφυγε το αγόρι. Ευτυχώς τώρα δεν απείχε πολύ απ’ τον μικρό. Από μακριά άκουσε φωνές, ήταν στο βάθος μια ομάδα ανθρώπων, ξένοι και αυτοί, σαν το αγόρι. Ο τεράστιος όγκος ξεπρόβαλε σαν τρομερή σκιά της νύχτας. Το φορτηγό ερχόταν κατά πάνω στο αγόρι. Ο άντρας που πριν λίγο θα έβαζε τέλος στην ζωή του, ούρλιαζε κάνοντας κινήσεις στον οδηγό με τα χέρια του καθώς έτρεχε. Μάταια το φορτηγό πλησίαζε ολοένα το αγόρι κανείς τους δεν άλλαζε πορεία. Ο άντρας με όση πια δύναμη είχε έτρεξε καταπάνω τους. Είδε το φορτηγό να σκεπάζει το φως, όλα σκοτείνιασαν…

11:13 μ.μ.

     Έπιασε το σώμα του παιδιού, το αγκάλιασε, το κεφαλάκι του χώθηκε μέσα στο στήθος του και άρχισαν να κουτρουβαλάνε. Ο θόρυβος από τα ελαστικά στο οδόστρωμα, το σφύριγμα των φρένων ήταν εκκωφαντικός. Για τον οδηγό ήταν μάταιη η όποια αντίδραση όταν είδε το αγόρι και τον άντρα. Το φορτηγό σταμάτησε λίγες δεκάδες μέτρα μακρύτερα στο βρεγμένο οδόστρωμα…

11.56 μ.μ.

   

    Η πόρτα του σπιτιού άνοιξε και χύθηκε σαν σίφουνας μέσα ο πατέρας, έπεσε πάνω στα παιδιά του με τα λασπωμένα ρούχα και τα φιλούσε σαν τρελός. Η γυναίκα του ξέσπασε σε λυγμούς. Σηκώθηκε και την έπιασε στην αγκαλιά του “Σ’ αγαπώ” της είπε “Δεν θα σας αφήσω ποτέ ξανά”. Γύρισε στα παιδιά και φώναξε χαρούμενα “Γρήγορα να βγούμε στον δρόμο”.


12:00 μ.μ.

  Οι καμπάνες ακούστηκαν πρώτες και ύστερα οι ομοβροντίες από τα βαρελότα και τα βεγγαλικά που φώτιζαν πολύχρωμα τον ουρανό. “Χριστός Ανέστη” “Αληθώς ο Κύριος” Το Άγιο Φως άναψε και τα δικά τους κεριά. Πριν λίγη ώρα κρεμόταν από μια αερογέφυρα, έτοιμος να δώσει τέλος στην ζωή του. Όλα για ένας χρέος, για ένα χρηματικό ποσό. Ένοιωθε βάρος, έπρεπε να τελειώσει την ζωή του. Τότε ήταν που ένα τυφλό και κουφό αγόρι, από την Σιέρα Λεόνε, ένα αγόρι που τραυματίστηκε από μια βόμβα,  χάθηκε από τους δικούς του που περπατούσαν στην λωρίδα εκτάκτου ανάγκης του αυτοκινητοδρόμου με προορισμό μια νέα φιλόξενη πατρίδα.  

   Το έσωσε την τελευταία στιγμή, βάζοντας σε κίνδυνο και την δική του ζωή. Λίγα χιλιοστά του δευτερολέπτου και όλα θα είχαν τελειώσει, όμως τίποτα δεν τελείωσε. Όλα ξεκίνησαν από την αρχή, όταν είδε το Φως της Αναστάσεως μέσα στα μάτια αυτού του μικρού αγοριού. Όταν είδε το Φως στα μάτια των δικών του. Τότε κατάλαβε πόσο “μικρό” ήταν το χρέος του, πόσο πολύ τον χρειαζόταν τα δικά του παιδιά. Πόση δύναμη είχαν αυτοί οι άνθρωποι που είχαν χάσει τα πάντα στον πόλεμο και όμως το μόνο που μετρούσε ήταν οι αγαπημένοι τους άνθρωποι. Το μόνο χρέος που είχε ήταν απέναντι στα παιδιά του, στην σύντροφο της ζωής του, σε όλους τους αγαπημένους του. Κόντρα στα χρέη όλου του κόσμου, αξία έχει μόνο η ζωή…

 “Χριστός Ανέστη” “Αληθώς Ανέστη”    


Α.  Δ. Ε. ΒΑΛΜΑΣ

Μ. Σάββατο 7/4/2018    

ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ

1. ΠΙΝΑΚΑΣ "ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ ΣΤΟΝ ΟΣΙΟ ΔΑΥΙΔ" Τέμπερα, 28Χ33 εκ., 2018

2. ΤΜΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑ, Πάσχα στη Μονή Βλαχερνών (Κέρκυρα), τέμπερα, 23Χ16 εκ., 1989

Τρίτη, Απριλίου 03, 2018

Ένα υπέροχα, ηλιόλουστο απόγευμα


Στο μέλλον σαν όλες τις άλλες τρομερές ασθένεις
του παρελθόντος και ο καρκίνος σε όλες τις μορφές του θα νικηθεί,
Η μεγάλη πρόκληση για την ανθρωπότητα είναι και θα παραμείνει,
η αγάπη και ο σεβασμός προς κάθε έμβιο ον,
στο περιβάλλον που κληρονομήσαμε και θα αφήσουμε
στις επόμενες γενιές…  


Ένα υπέροχα, ηλιόλουστο απόγευμα


    Πριν φτάσει στο ιατρείο είχε περπατήσει για λίγο κάτω από τον θαλπερό ήλιο, ανάμεσα απ’ τις μυριάδες αποχρώσεις της ανθισμένης φύσης. Η ζωή οργίαζε σε κάθε χούφτα χώματος, σε κάθε μίσχο και κλαδάκι, σε κάθε ανάσα απ’ το ζεστό αεράκι του Απρίλη. Tα χαρούμενα τιτιβίσματα των πουλιών που φώλιαζαν στα πολύχρωμα άνθη ή πετούσαν μεθυσμένα από τα αρώματα, στριφογύριζαν τριγύρω του παιχνιδιάρικα. Οι συζητήσεις τους πολλές, άλλες σοβαρές και άλλες αστείες. Άλλοτε ήταν κελαηδίσματα, τα τραγούδια της ψυχής τους. Κάθε λεξούλα, κάθε μελωδία τους έφτανε στα αυτιά του, μήνυμα όμως μυστικό που εκείνος δεν μπορούσε να αποκωδικοποιήσει. Μα έτσι και αλλιώς οι λέξεις των πουλιών δεν ήτανε για αυτόν, εκείνες θα ταξίδευαν αέναα στον ανοιξιάτικο καμβά, ωδή στον άγνωστο Δημιουργό τους.
    Στάθηκε μπροστά στο ψηλό κτίριο, ένα κύμα άγχους τον κυρίευσε πάντα το πάθαινε όταν επισκεπτόταν ένα γιατρό. Ανέβηκε στον τρίτο όροφο, μόλις πλησίασε η πόρτα του ιατρείου άνοιξε αυτόματα. Ήταν μόνος του στον λιτό χώρο αναμονής. Από το τετράγωνο τραπεζάκι πήρε ένα από τα ηλεκτρονικά χαρτιά διάδρασης που υπήρχαν εκεί για τους επισκέπτες και άρχισε να ξεφυλλίζει τις απογευματινές εφημερίδες. Αν και έδειχνε γύρω στα πενήντα στην πραγματικότητα πλησίαζε στην όγδοη δεκαετία της ζωής του. Μόνο η ελαφρώς ωχρή απόχρωση που είχε απλωθεί στο πρόσωπο του, σε συνδυασμό με άλλα συμπτώματα τον ανησυχούσαν το τελευταίο διάστημα. Δεν περίμενε σχεδόν καθόλου, δεν πρόλαβε να διαβάσει στο έγχρωμο διαδραστικό χαρτί ούτε λίγα από τα νέα της ημέρας αφού σε ελάχιστα λεπτά ο γιατρός εμφανίστηκε στην πόρτα χαμογελώντας μαζί με μια νεαρή γυναίκα και το παιδί της. Μόλις είχε τελειώσει την εξέταση του μικρού και την αποχαιρετούσε.
- Θα τα πούμε σε ένα μήνα, της είπε και χάιδεψε τον πιτσιρίκο απαλά στο κεφάλι.  Τους συνόδευσε ως την πόρτα και επιστρέφοντας κοίταξε τον άντρα,
-  Αγαπητέ μου Μηνά, πέρασε, τον χαιρέτησε και έδειξε με το χέρι του προς το εσωτερικό του ιατρείου. Πως αισθάνεσαι; Τον ρώτησε με αληθινό ενδιαφέρον ο γιατρός.
- Έχω ζαλάδες Αλέξανδρε συνεχώς και είμαι λίγο ωχρός… και αυτόν τον πόνο εδώ ψηλά, κάτω από το στήθος, δεν λέει να με αφήσει…
   Ο γιατρός άνοιξε την ολογραφική οθόνη του και όλες οι εξετάσεις του ασθενούς εμφανίστηκαν μπροστά του.
- Για να δούμε τα αποτελέσματα, μονολόγησε και με διάφορες κινήσεις των χεριών του μπροστά απ’ την οθόνη εστίασε, μεγέθυνε, απομόνωσε τμήματα της και σε λίγο ήταν έτοιμος. Ο γιατρός έμοιαζε λίγο κουρασμένος όμως τίποτε δεν πρόδιδε ούτε την δική του ηλικία, που ήταν σχεδόν σαν αυτή του Μηνά.
    Σηκώθηκε από την περιστρεφόμενη πολυθρόνα του και πήγε στο παράθυρο. Απέναντι του, παιδιά έπαιζαν μπάσκετ, στην αυλή ενός σχολείου. Ήταν τόσο δυνατές οι φωνές τους, συνεπαρμένες απ’ το πάθος του αγώνα που έστω και αχνά διαπερνούσαν ακόμη και την τετραπλή υάλωση των κουφωμάτων. Ο γιατρός άνοιξε το παράθυρο κι η άνοιξη πλημμύρισε με τις ευωδιές της την όσφρηση μα και κάθε άλλη αίσθηση του. Οι φωνές των παιδιών τον προσπέρασαν και χώθηκαν ατίθασα με όλη τους την δύναμη μέσα, αναδεύοντας την παχιά ησυχία του ιατρείου. Δεν πέρασε πολύ και οι μακρόσυρτοι μεταλλικοί ήχοι της καμπάνας σκέπασαν τις φωνές των παιδιών.  Λίγο πιο πάνω, απ’ τον Αγ. Παντελεήμονα οι μεγάλες ηλεκτροστατικές καμπάνες καλούσαν τον κόσμο στην εκκλησία, ο γιατρός έκανε τον σταυρό του με ευσέβια. Μ. Τετάρτη ήταν και μέσα από τα δρομάκια της γειτονιάς οι πιστοί καλοντυμένοι, είτε μόνοι, είτε ζευγάρια και παρέες κατέφθαναν για την Ακολουθία του Ευχελαίου. Στο προαύλιο ήδη έτρεχαν πάνω κάτω φρενιασμένα παιδιά, βγάζοντας μικρές τσιρίδες χαράς. Κάθε τόσο χωνόταν στις αγκαλιές των μανάδων τους σκασμένα στα γέλια και ύστερα πάλι έτρεχαν πάνω κάτω στο ευρύχωρο προαύλιο του ναού.
    Βλέποντας τα παιδιά θυμήθηκε τα δικά του παιδικά χρόνια, όταν μικρό αγόρι όλη την Μ. Εβδομάδα την περνούσε στην εκκλησία «παπαδοπαίδι» κι αυτός, όπως και όλη η παρέα του. Πρώτα από όλα όμως αισθάνθηκε τις μυρωδιές της κουζίνας, τα τσουρέκια και τα ψητά της μάνας του. Πάντα τον μπανιάριζε, τον χτένιζε, του έβαζε ρούχα φρεσκοπλυμένα και ύστερα αφού έπαιρνε και την ευχή της γιαγιάς, του επέτρεπε να πάει καθαρός και τακτικός στην εκκλησία. Μαζί με τους φίλους του μπαινόβγαιναν στο ιερό όπως και τα πρωινά της Κυριακής ώστε να κρατήσουν τα εξαπτέρυγα και να βοηθήσουν τον νεωκόρο σε διάφορες μικροδουλειές.  Ευχάριστα κυλούσαν οι ώρες τους ακόμη και την Μ. Πέμπτη που με τα δώδεκα ευαγγέλια και τον Εσταυρωμένο η ακολουθία των Αγίων και Αχράντων Παθών κρατούσε μέχρι αργά το βράδυ. Δεν έφευγαν όμως απ’ την εκκλησία, αφού ακολουθούσε το ξενύχτι για τον επιτάφιο που στόλιζαν με βιολέτες, τριαντάφυλλα και μενεξέδες οι κυρίες της ενορίας, με περισσή φροντίδα.
   Μ. Παρασκευή και από νωρίς το πρωί μετά από μόνο λίγο ύπνο, όλοι οι πιτσιρικάδες τρέχανε πάλι στον ιερό ναό. Είχαν αγωνία να δουν τον στολισμένο επιτάφιο έπρεπε πάντα να είναι ομορφότερος από της γειτονικής ενορίας στην καθιερωμένη συνάντηση τους κατά την περιφορά. Θέλανε όμως να θαυμάσουν και τα κορίτσια που γύρω του, καλοχτενισμένες και ντυμένες με τα καλά τους, με τις σκούρες φουστίτσες και τις ολόλευκες μπλούζες τους, μοίραζαν μέχρι το απόγευμα μυρωμένα άνθη στους προσκυνητές. Μόλις ολοκλήρωναν οι ιερείς την Αποκαθήλωση του Κυρίου τα αγόρια πιάνανε σειρά στο ψηλό κωδωνοστάσιο για να χτυπάνε πένθιμα την καμπάνα τραβώντας αργά και δυνατά το σχοινί της σφύρας με τον σωστό ρυθμό. Οι φωνές και τα μαλώματα τους για την σειρά και τον τόνο που πετύχαινε καθένας τους, χανόντουσαν μέσα στον μακρόσυρτο, μελαγχολικό ήχο του θολωτού μετάλλου που καθώς ταξίδευε μέσα στους δρόμους αλλά και πολύ ψηλά πάνω απ’ τα κεφάλια τους ξεπερνούσε κατά πολύ τα όρια της ενορίας. Το βράδυ μαζί με τον Σταυρό και τον Επιτάφιο περιδιάβαιναν υπό το φως των κεριών τους ευωδιασμένους από λογής λογής δέντρα, δρόμους της γειτονιάς. Καθώς η χορωδία των γυναικών έψελνε «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;» γνώριζαν πως με αυτόν τον γλυκό θρήνο για τον θεάνθρωπο, καλωσόριζαν το Μέγα Σάββατο και την Ανάσταση του Κυρίου. Τα μεσάνυχτα, μέσα στο χαλασμό από τα βεγγαλικά και τα βαρελότα θα άκουγαν και πάλι απ’ τα χείλη του ιερέα το “Χριστός Ανέστη εκ νεκρών” και μετά το πέρας της λειτουργίας της Αναστάσεως θα τσούγκριζαν αυγά και θα έτρωγαν την μαγειρίτσα της μαμάς. Πόσο αναπολούσε αυτά τα γλυκά, τα ήσυχα χρόνια του παρελθόντος, της αθωότητας του.  Οι αναμνήσεις αυτές φέρανε σαν φιλμ μονταρισμένο και άλλες στο κατόπι τους. Ήταν απ’ την εφηβική και την ενήλικη ζωή του. Θύμισες τότε που ονειρευόταν να γίνει γιατρός, απ’ όταν πέρασε στην ιατρική και απ’ τις μετέπειτα μάχες που έδωσε σαν γιατρός. Πάντα ταπεινός και ζητώντας συνεχώς την βοήθεια του Θεού πορεύτηκε. Πάντα με το ίδιο δέος, τον θυμό ή την απορία προς Εκείνον όταν δεν μπορούσε να κατανοήσει το γιατί στις τόσες και τόσες ανθρώπινες ιστορίες που έζησε όλα αυτά τα χρόνια της ιατρικής του προσφοράς.
   Όσο ο Αλέξανδρος στεκόταν στο παράθυρο ενθυμούμενος τις Μ. Εβδομάδες των παιδικών του χρόνων, τις Μ. Εβδομάδες της ιατρικής του πορείας, ο Μηνάς ψιθύρισε μια προσευχή. Σε λίγο ο γιατρός έκλεισε το παράθυρο και επέστρεψε στην θέση του. Ο Μηνάς τον γνώριζε τον Αλέξανδρο σχεδόν τριανταπέντε χρόνια. Τον θυμόταν όπως και τώρα, ψιλόλιγνο και χαμογελαστό, δίχως όμως τα μεταλλικά γυαλιά οράσεως που με την πρόοδο της ιατρικής δεν τα είχε κανείς πια ανάγκη. Τα σγουρά μαλλιά του τα έφτιαχνε μόνιμα προς τα πίσω, κρατημένα με το αγαπημένο του ζελέ. Πρόσωπο πάντα καλοσυνάτο που κέρδιζε και απέπνεε σιγουριά, άνθρωπος γαλήνιος που χαρακτηρίζονταν από την βαθιά πίστη και όχι απ’ την αλαζονεία που διέκρινε κάποιους συναδέλφους του. Ο Μηνάς διέκρινε τα μάτια του γιατρού που ήταν δακρυσμένα καθώς γύρισε προς το μέρος του. Κάτι δεν πήγαινε καλά, ένας κόμπος ανέβηκε στον λαιμό του τώρα. Ο Αλέξανδρος κάθισε στο γραφείο του και τον κοίταξε,
-  Υπέροχο απόγευμα, μακάρι να πίναμε επιτέλους εκείνο το καφεδάκι. Τι λες Μηνά;
-  Θέλεις να πιούμε καφέ;;;;
- Ναι, γιατί όχι; είναι ευκαιρία που τέλειωσα νωρίς και αν δεν έχεις και εσύ δουλειά.
- Μήπως υπεκφεύγεις;  Έχω κάτι σοβαρό Αλέξανδρε;;; Τον ρώτησε αγχωμένος ο Μηνάς.
-  Όχι βρε αδελφέ τόσα χρόνια γνωριζόμαστε και τόσες φορές έχουμε πει να βρεθούμε όμως με τις δουλειές μας… Συγνώμη όμως έχεις δίκιο μην σε κρατώ σε αγωνία. Δεν ανησυχώ αγαπητέ μου φίλε, ευτυχώς αν και γεννήθηκες στα 1972, εγώ το ’73 σημείωσε με χαμόγελο, είμαστε τυχεροί,  
Ο Μηνάς του χαμογέλασε,
- Δηλαδή;  Ήταν καλές χρονιές Αλέξανδρε;
- Πολύ καλές, του απάντησε χαμογελώντας και αφού με την δύναμη του Θεού ζήσαμε μέχρι σήμερα, ωφεληθήκαμε την πρόοδο της επιστήμης.
- Γιατί δάκρυσες τότε;
-  Ξέρεις τι σκεφτόμουν στο παράθυρο; Ο Μηνάς έκανε ένα αρνητικό νεύμα. Σκεφτόμουν τα παιδικά μου χρόνια στην εκκλησία, την Μ. Εβδομάδα όταν ήμουν παιδί και αργότερα που θέλησα τόσο πολύ να γίνω γιατρός, την λαχτάρα μου να προσφέρω στους ανθρώπους. Σκεφτόμουν όμως και τους ασθενείς που έχασα τα προηγούμενα χρόνια, όλους αυτούς τους ανθρώπους που πάλεψα όμως δεν μπόρεσα να σώσω. Εκείνα τα απογεύματα δεν ήταν ούτε υπέροχα, ούτε ηλιόλουστα, ήταν γεμάτα από θλίψη Μηνά. Ο γιατρός κοίταξε τον ασθενή του κατάματα,
-  Η αλήθεια είναι ότι έχεις καρκίνο στο πάγκρεας, με μετάσταση σε αρχικό στάδιο στο ήπαρ. Από εκεί και τα συμπτώματα. Ο Μηνάς τον άκουσε εμβρόντητος, παγωμένος από κάθε άλλη σκέψη, δίχως αντίδραση. Ο γιατρός συνέχισε,
- Κάποτε αυτό θα ήταν ίσως η αμετάκλητη θανατική σου καταδίκη, λίγοι μήνες ζωής το πολύ. Το αγοράκι που είδες πριν λίγο θα είχε ελάχιστες πιθανότητες να επιβιώσει, να κάνει την δική του οικογένεια. Τώρα όμως όχι, όχι… Δεν θα χρειαστεί κανείς να δώσει μια άνιση μάχη με τον καρκίνο. Κανείς γονιός να κλάψει, κανένα παιδί για αυτόν τον λόγο. Θα κάνουμε κάποιες εξατομικευμένες γενετικές εξετάσεις και θα προχωρήσουμε σε μια αντικαρκινική θεραπεία. Με την βοήθεια της νανοϊατρικής, εξειδικευμένα νάνο-ρομπότ θα εισαχθούν στο αίμα σου και θα αποκόψουν την ροή του αίματος προς τα καρκινώματα. Ουσιαστικά θα πολιορκηθούν και θα διακοπεί κάθε δίοδος τροφοδοσίας τους, οι όγκοι που σε σκοτώνουν αυτήν την στιγμή, πολύ γρήγορα θα εξαφανισθούν. Σύντομα όλοι οι δείκτες θα επανέλθουν στα φυσιολογικά τους επίπεδα. Και αυτή είναι μόνο μια τεχνική κατά του καρκίνου, έχουμε πολλές επιλογές πια, αναλόγως της καταστάσεως.
- Είναι σίγουρο γιατρέ, είσαι σίγουρος Αλέξανδρε;
- Πρώτα ο Θεός θα γίνεις καλά. Αυτό που φοβάμαι πια είναι μόνο το μυαλό και την δύναμη του, την ανάγκη να υπηρετεί τον άνθρωπο και όχι την απληστία μας…
Ο Μηνάς τώρα χαμογελούσε πλατιά,
- Ξέρω ένα καφενείο στην παραλία, που είναι όλα όπως παλιά, είπε με νόημα ο Μηνάς




Ο γιατρός του έδειξε την πόρτα,

-  Κλείνω το ιατρείο και φεύγουμε, δεν πρέπει να χάσουμε αυτό το υπέροχα, ηλιόλουστο απόγευμα…

Το αύριο μπορεί να περιέχει πολλά ηλιόλουστα απογεύματα και ειλικρινά είναι στο χέρι, στο μυαλό και στην καρδιά μας.

Αφιερωμένο στην μνήμη όλων όσων πολέμησαν τον καρκίνο, όσων νίκησαν, όσων έφυγαν νικημένοι από αυτόν…
Στην μνήμη της πεθεράς μου Αγγελικής Αρναούτογλου που έφυγε πρόσφατα απ’ την ζωή, νικημένη απ’ τον καρκίνο.  

Α.   Δ. Ε.  ΒΑΛΜΑΣ
ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2018

ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-169, Το πάρκο με τις τζακαράντες και τις νεραντζιές, τέμπερα 22Χ32 εκ., 2010, Κωδ.731 Θερμές ευχαριστίες στον ζωγράφο Ντίνο Παπασπύρου για την παραχώρηση του έργου του. 

ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΓΗ