Τετάρτη, Αυγούστου 15, 2018

Η δολοφονία της Ωραίας Ελένης


Ιστορίες της θάλασσας


Η δολοφονία της Ωραίας Ελένης


 «Αν αποσυνθέσεις την Ελλάδα,

στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά,

ένα αμπέλι κι ένα καράβι.

Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.»

 


Οδυσσέας Ελύτης 






   Η θάλασσα κινούνταν νωχελικά ανάμεσα από τα τσιμεντένια μπλόκια της προβλήτας. Στο λιμανάκι της Αιγιάλης ή Γιάλης στην λαλιά των ντόπιων, το νερό στριφογυρνούσε ήρεμο γύρω απ’ τις βάρκες, γυρνοβολούσε ανάμεσα απ’ τις καρίνες των μεγάλων αλιευτικών βάφοντας και ξαναβάφοντας τα πάντα με το υπέροχο τουρκουάζ χρώμα του. Ο κυρ Νικήτας ξεκουράζονταν στην πλώρη του ξύλινου ψαροκάικου του. Ώρα πολύ είχε ασχοληθεί με το μπάλωμα των διχτυών του και με τα πανιά του κεντρικού καταρτιού κι είχε αποκάμει πια. Στο λυκόφως της ημέρας διαγράφονταν καθαρά οι βαθιές χαραγματιές και οι καφετιές πανάδες που είχε κεντήσει ο ήλιος δεκαετίες τώρα στο πρόσωπο και στα γυμνά του χέρια. Ένα με την θάλασσα και το ζεστό αγεράκι ρουφούσε αργά λίγο τσίπουρο καθώς κάπνιζε με απόλαυση το στριφτό του. Επάνω από την Αμοργό, ξεθώριαζε αργά αργά το φλογισμένο κόκκινο του Ιούνη. Καθώς προχωρούσε η ώρα, μέσα απ’ το σούρουπο αυτής της κουραστικής ημέρας έφτανε η νύχτα και τα φωτάκια του ουρανού ανάβανε ένα ένα μπρος στα κουρασμένα μάτια του.
     Καιρός ήταν τώρα που ο γιoς του, του έπαιρνε τα μυαλά. Καιρός πολύς που βαστούσε η κρίση και οι αναδουλειές, μεγάλα κεσάτια. Και ο κόσμος ζοριζόταν, μα και το ψάρι λιγοστό έπρεπε να ανοιχτεί στα βαθιά και ήταν πρόβλημα με το κακοσυντηρημένο πλεούμενο του. Χρόνια είχε να μπει σε ταρσανά, να το συνεφέρει ο μαστρο-Μιχάλης, ο γέρο καραβομαραγκός από την Ρόδο με τα μαγικά του χέρια. Δεν έβγαινε το μεροκάματο, μα δεν το κρατούσε το γέρικο σκαρί του μόνο για τα λεφτά. Ανάσαινε μέσα στην αλμύρα, του έδινε ζωή το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου, ανείπωτη ευτυχία. Είχε γεράσει πια και αυτός και η Ωραία Ελένη του. Έτσι το είχε ονομάσει το παραδοσιακό καΐκι του για να την νοιώθει πάντα δίπλα του, από τότε στα είκοσι δύο τους… μέχρι και τώρα στα εβδομήντα πέντε του. Ήταν το όνομα της μακαρίτισσας πια, της παντοτινής συντρόφου της ζωής του.
  “Επιδότηση πατέρα, επιδότηση” τον δασκάλευε συνέχεια ο γιός του “Δίνουν γερή επιδότηση από την Ευρώπη για την υπεραλίευση. Πεθαίνουν οι θάλασσες και θέλουν να τις σώσουν. Και εσύ γέρασες πια, κινδυνεύεις για το τίποτα. Σκούριασες από την αλμύρα και την υγρασία, πόσο θα αντέξεις ακόμα; Άντε να καταθέσεις την άδεια και να βοηθήσεις και εμένα” Κάθε μέρα με τα ίδια τον ζάλιζε. Και τι του έλεγε δηλαδή; Του ζητούσε να καταστρέψει το πλεούμενο του, να παρατήσει την θάλασσα και τα ζωντανά της. Από τις γεμάτες κασέλες με φρέσκο ψάρι στα αμπάρια του τον ανάστησε, αυτόν, τον μοναχογιό του, που τώρα ήθελε να το δολοφονήσει και εκείνον να τον κρατήσει στην στεριά, να τον φυλακίσει στο στέρεο έδαφος.
 “ Έχεις τα εγγόνια σου τώρα, τι τις θέλεις πια τις παλιές αγάπες;” του έλεγε εννοώντας την θάλασσα και τα ταξίδια του.
    Κάποτε στο χωριό, όλοι τον θυμόταν με μια βαλίτσα στο χέρι, ερχόταν ή έφευγε για τον Πειραιά μόνο για λίγο έμενε, και ξανά πίσω. Έπαιρνε την βαλίτσα του και χανόταν σε ταξίδια μακρινά. Αρμένισε μέχρι και στην άκρη του κόσμου με τα ποντοπόρα πλοία ενός Πειραιώτη εφοπλιστή. Κάποτε όμως ο Νικήτας αναγκάστηκε να επιστρέψει για πάντα, για την ωραία Ελένη του που μαράζωσε από την μοναξιά. Δεν άντεξε μόνη της με ένα μωρό. Αθηναία ήταν, τον παντρεύτηκε και μετά δυο χρόνια ήρθαν στο νησί. Σαν γύρισε πίσω ο Νικήτας, την βαλίτσα δεν την έφερε στο σπίτι του, την  κράτησε γεμάτη με τα ρούχα και τις λευκές αλλαξιές του στο ξύλινο καΐκι που αγόρασε πριν επιστρέψει από τις Σπέτσες, να νοιώθει πως δεν φυλακίστηκε για πάντα, η αποσκευή του για το ταξίδι στο όνειρο…
  Ο Θανάσης του, σε αντίθεση με εκείνον ποτέ δεν ερωτεύτηκε την θάλασσα, τον ζάλιζε παραπονιόταν. Μόνο για τον τουρισμό την έβρισκε γοητευτική και χρήσιμη, και τώρα με αυτά τα λεφτά που δίνανε για να καταστρέψει ο γέρος το σκαρί του θα μπορούσε να συμπληρώσει τα χρήματα και να πάρει εκείνο το ταβερνάκι που πουλιόταν στην πασίγνωστη απ’ την ταινία του Λικ Μπεσόν, παραλία της Αγίας Άννας. Σίγουρα λεφτά, από τον τουρισμό και το απέραντο γαλάζιο, δίχως ψάρια και φουρτούνες.


***


      Έπιασε κοντά δεκαπενταύγουστος, η ζέστη μόλις έσφιγγε, μετά από αρκετά μερόνυχτα με δυνατό μελτέμι στο Αιγαίο. Τον πίεζε αφόρητα πια ο γιός του, επιτακτικά ώστε να υπογράψει για την καταστροφή του σκαριού. Ήθελε διακαώς να του δώσει το ποσό της επιδότησης για να στήσει την ταβέρνα του, απ’ του χρόνου. Πίκρα έσταζε η καρδιά του γέρου, πώς να το έκανε αυτό; Πώς να πουλούσε για τριάντα αργύρια το πλεούμενο του, την Ελένη του; Πώς να επέτρεπε να την δολοφονήσουν, να την διαλύσουν μέσα σε λίγα λεπτά, να την αφανίσουν άσεβα, τα μεταλλικά μπράτσα του εκσκαφέα; Δεν θα το άντεχε να την παραδώσει ο ίδιος. Θα φεύγε μακριά, μα πρώτα θα παίρνε μαζί του τον σταυρό από το κατάρτι, την σημαία και την βαλίτσα του, να τα παραχώσουν μαζί του μεσ’ την γης, σαν ερχόταν η ώρα του.
   Ο Νικήτας πάλεψε μα δεν μπορούσε να κάμει διαφορετικά. Έτσι σαν κόπασε ο αγέρας ζήτησε απ’ τον γιό του να βγει έξω στα ανοιχτά, για μια τελευταία φορά. “Μια καλή ψαριά και θα γυρίσω πίσω” του υποσχέθηκε, “θα κάτσω όσο χρειαστεί, μην ανησυχήσεις, θα είμαι πίσω μέχρι της Παναγιάς” του είπε το βράδυ λίγο πριν να ανοιχτεί στην θάλασσα. 
  Το φεγγάρι είχε γεμίσει, σχεδόν πανσέληνος. Όμορφη βραδιά για ψάρεμα, γλυκιά, ανέφελη. Είχε πάει τρεις τα ξημερώματα, δυο τρία ζευγαράκια περπατούσαν, μιλούσαν, αγκαλιάζονταν, ονειρευόταν. Στο λιμανάκι μπουκάριζε ανάλαφρος ο Μπάτης. Όλα ήταν γαλήνια όμως από κάποια νυχτερινά μαγαζιά στο βάθος έφτανε θόρυβος, ήταν τα μπουμπουνητά των ηχείων με την ξενική μουσική που έμοιαζαν στα αυτιά του γέρο-θαλασσόλυκου σαν να ακούγονταν μακρινοί κεραυνοί. Ο κυρ Νικήτας ξέλυσε τον κάβο από την δέστρα του ντόκου έτοιμος να ανοιχθεί στην θάλασσα. Έβαλε μπρος το ταλαιπωρημένο μοτόρι και η προπέλα άφρισε τα νερά στριφογυρνώντας το πολυκαιρισμένο σώμα της. Το καΐκι κίνησε να ξανοίγετε πάνω εκεί που η γραμμή του φεγγαριού φώτιζε την σκοτεινή θάλασσα.  
   Ώρα μετά πέρασε την ακτογραμμή του νησιού και ανοίχθηκε στο Αιγαίο. Έσβησε την μηχανή, η θάλασσα είχε καταπιεί στα βάθη της όλη την φασαρία του νησιού. Πόσο του άρεσε αυτή η απέραντη ησυχία, αυτή η γαλήνια απεραντοσύνη που διακόπτονταν μόνο από τον ελαφρύ παφλασμό και από τα τριξίματα των ξύλων του καϊκιού, καθώς λικνίζονταν επάνω στο νερό. Ζωντανό πράμα είναι μωρέ το νερό, μα και το σκαρί μου, μιλάει, σκιρτάει η ψυχή του μέσα στο πέλαγος, συλλογίστηκε. Κοίταξε προς το νησί, ψηλά στον Στρούμπο. Στις δυνατές ακτίνες της πανσέληνου ίσα που ξεχώριζε το εκκλησάκι του Αϊ Νικήτα, του Γότθου. Στο νησί όλοι τον ευλαβούνταν, πολλοί γονείς σαν και τους δικούς του βάφτιζαν τα παιδιά τους στην χάρη του. Την γνώριζε καλά την ιστορία του Αγίου που είχε το όνομα του. Θυμόταν από παιδί τον παπά στο κατηχητικό να λέει πως ο Άγιος γεννήθηκε κάπου στην Ρουμανία. Από παιδί πίστεψε στον Χριστό και χρόνια μετά τον πιάσανε οι αλλόθρησκοι. Το φοβερίσανε να απαρνηθεί την πίστη του μα στάθηκε ακλόνητος σαν βράχος. Δίχως να φοβηθεί τον ηγεμόνα Αθανάριχο και τις απειλές του βασανίστηκε και κάηκε στο τέλος στην πυρά στις 15 Σεπτέμβρη του 372. Αυτή η αγάπη του για τον Θεό τον έφερε μέχρι και στις καρδιές των Αμοργιανών και στο εκκλησάκι του ψηλά να κοιτά όλο το Αιγαίο.
   Εκεί, καταμεσής του πελάγους, λίγο πριν το τελευταίο του ψάρεμα, του ήρθαν σκέψεις. Την σεβότανε την θάλασσα και τις ψυχές της ο κυρ Νικήτας. Συλλογιζότανε φορές φορές, πως απ’ την επιφάνεια μέχρι τα άπατα βάθη των ωκεανών που ταξίδεψε, τρισεκατομμύρια θα ήταν οι ψυχές, τρισεκατομμύρια μορφές του Θεού που ζούσαν μακριά απ’ την απληστία τ’ ανθρώπου. Ποτέ δεν τις κυνήγησε με μπαμπεσιά, πάντα με τον παραδοσιακό τρόπο, ούτε συρόμενα δίχτυα, ούτε δυναμίτες. Σαν τον πατέρα και τον παππού του, όλοι τους θαλασσινοί, τίμιοι κυνηγοί, μεροκαματιάρηδες. Χίλια χρόνια να ζούσαν ποτές τους δεν θα ξεκλήριζαν την ζωή του νερού, γιατί δεν είχαν απληστία. Για αυτό και δεν τον αφορούσαν  τα λόγια του γιού του και όλων των μορφωμένων που μιλάγανε για τα ζωντανά της θάλασσας και τον αφανισμό τους, ενώ αυτοί, μολύνανε τα νερά με χίλιους δυο τρόπους.
  Μιας και ήταν τελευταία φορά που θα ψάρευε μόνος, με το καΐκι του, οι θύμησες αναπόφευκτα τρέξανε τριγύρω του. Πόσα βράδια, πόσες μέρες δεν πάλεψε με την θάλασσα, δεν αγκομάχησε να τραβήξει τα δίχτυα με τα ροζιασμένα χέρια του για την λιγοστή - πολλές φορές – ψαριά, που καλά καλά ούτε το πετρέλαιο και τα δολώματα δεν άξιζε στην αγορά. Είπε να ετοιμάσει τα σύνεργα του για το ψάρεμα. Τα δίχτυα του ήταν έτοιμα για να τα ρίξει στο νερό, είχε ετοιμάσει και δυο τρεις μακριές πετονιές για κανένα μεγάλο ψάρι. Έπρεπε μόνο να τα ρίξει στο νερό όμως δεν είχε αποφασίσει ακόμη αν το ‘θελε, μέσα του η τελευταία ψαριά ήταν μια πρόφαση για να ανοιχτεί στο πέλαγος…
   Το φεγγάρι ασήμωνε ακόμη το νερό, αλλά, καθώς σήκωσε το κεφάλι του κατά την ανατολή, ο ορίζοντας είχε αρχίσει να βάφεται αχνά απ’ το φως της μέρας. Το βλέμμα του περιδιάβηκε τον σκοτεινό θόλο επάνω απ’ το κεφάλι του. Σπαρμένος ήταν από μυριάδες αστέρια, κάποια τα γνώριζε καλά και είχαν μεγάλη σημασία για έναν θαλασσινό, ήταν όμως απειροελάχιστα εμπρός στο άγνωστο του ουρανού.  Θυμήθηκε κάτι που του άρεσε πολύ, του το είχε πει στα νιάτα του ένας καπετάνιος, μια βραδιά στον Ινδικό, ανοικτά της Μπούρμα «Εργόχειρο του Θεού είναι, μικρές φλoγίτσες που τρεμοπαίζουν στο αχανές σύμπαν για να δείχνουν τον δρόμο σε εμάς τους ταξιδιώτες». Και σήμερα, ήταν λες το ίδιο αντράκι που μπάρκαρε στα καράβια, λες και δεν πέρασε μια μέρα. Το ίδιο εκστασιασμένος όπως και τότε στον Ινδικό, στον Ειρηνικό, στον Ατλαντικό, στον κόλπο του Άντεν και στις ζεστές θάλασσες της αραπιάς. Θαύμα ανείπωτο αυτή η απέραντη πλάση της αιώνιας νυχτιάς, αγκάλιαζε από απαρχής του χρόνου όλα τα ζωντανά του κόσμου, σαν και την δική του απειροελάχιστη ύπαρξη που τώρα πια έφτανε στο τέλος της ζωής της.
   Ώρα μετά, σηκώθηκε ένας μαΐστρος ελαφρύς που παρέσερνε την «Ωραία Ελένη» νοτιοανατολικά. Γλυκοχάραζε και το σκούρο μπλε της θάλασσας ρόδιζε απ’ τα χρώματα της αυγής. Πάνω από την Κω και τα βουνά της Μαρμαρίδας ο ήλιος πρόβαλε ολόχρυσος σαν αγγλικό φλουρί. Στα αριστερά του είδε να χαράζει πάνω απ’ την Κίναρο και την μοναδική ψυχή που κατοικούσε στο νησάκι, την φίλη του την κυρά Ειρήνη. Πέρα στην Αμοργό, μέσα στα βράχια έλαμπε ολόλευκη η μονή της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας. Σταυροκοπήθηκε ευλαβικά, μεγάλη η χάρη της τέτοιες μέρες, τόσα χρόνια τον φύλαξε από τους κινδύνους.  Έβγαλε από το σακούλι του λίγο ψωμοτύρι και άρχισε να κολατσίζει. Πόσες και πόσες φορές μόνος ή με τους ανθρώπους που δούλεψαν μαζί στο ψαροκάικο του δεν έφαγαν αυτό το φτωχικό πρωινό καταμεσής της θάλασσας με φόντο τον ήλιο να ανατέλλει πίσω απ’ τα νησιά ή σαν χρυσός δίσκος μέσα από την θάλασσα; Αυτή η ανεπανάληπτη στιγμή πάντα το συνέπαιρνε. Μπορεί να μην γνώριζε από λογοτεχνία και ποίηση, μπορεί να μην είχε διαβάσει ούτε έναν στίχο από κάποιον σημαντικό ποιητή, όμως το μεγαλείο της φύσης καταμεσής του Αιγαίου δεν θα μπορούσε να το νοιώσει καλύτερα με οτιδήποτε άλλο πέρα από τις αισθήσεις του. Ήταν αυτή η εικόνα που πάντα τον άφηνε άφωνο, του έδινε την αίσθηση ότι ήταν ο πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο, απλά με ένα κομμάτι ψωμοτύρι.
  Ο ήλιος είχε ανεβεί ψηλά, έκαιγε, έπλεε σχεδόν στο ίδιο σημείο, αμίλητος με έναν σφιχτό κόμπο στον λαιμό. Ένα μικρό φουσκωτό φάνηκε στο βάθος, σίγουρα τίποτα τουρίστες θα ήταν που θα ψάρευαν υπολόγισε με το νου του. Πάντα είχε την προσοχή του, ειδικά τέτοιο καιρό, γιατί οι ψαράδες από την Τουρκία παραβίαζαν τα ελληνικά σύνορα ακόμα και τόσο βαθιά στο Αιγαίο. Αλλά εδώ είχε να κάνει με τουρίστες,  χόμπι σου λέει, να περάσει ευχάριστα ο χρόνος στις διακοπές… Όσο η ώρα περνούσε και ο ήλιος ανέβαινε αισθανόταν τον χρόνο του να τελειώνει, να μειώνεται δραματικά, σαν να του έκοβε κάποιος το οξυγόνο και να μετρούσε τα τελευταία του λεπτά με το αγαπημένο σκαρί του. Μπήκε στην καμπίνα και κάθισε στο τιμόνι, καταμεσής του πελάγους οι ξύλινοι τοίχοι γύρω του μοιάζαν με χρονομηχανή. Γύρω γύρω φωτογραφίες από διάφορες δεκαετίες, φωτογραφίες της Ελένης και του Θανάση του, αναμνήσεις, στιγμές από τα χρόνια που πέρασαν με φίλους και άντρες δυνατούς που τον συντρόφευσαν στην δουλειά. Δάκρυσε, σφίχτηκε να μην κλάψει.   
    Μια ριπή ανέμου ταρακούνησε το καΐκι. Από ένστικτο κράτησε σφικτά το πηδάλιο. Από τα δυτικά τον πλησίαζαν  μαύρα σύννεφα, από κάτω τους δυο δίδυμοι νεροσίφουνες, έγλυφαν το νερό και το αντάριαζαν.  Πίσω τους με απίστευτη δύναμη, βροχοκουρτίνες έριχναν το νερό που κουβαλούσαν τα νέφη ποιος ξέρει από ποια μέρη της γης να ήταν φερμένο; Δυνατό μπουρίνι, πρωτόγνωρο, αν τον προλάβαινε κάποιος από τους σίφουνες θα κομμάτιαζε και θα πέταγε δεξιά και αριστερά τα συντρίμμια απ’ το σκαρί του. Παρά τον κίνδυνο το μυαλό του πήγε στους τουρίστες. Το φουσκωτό τους παρασυρμένο από την καταιγίδα είχε φτάσει καμιά πεντακόσια μέτρα μακριά του, ξαπλωμένοι τρεις άνθρωποι μέσα του είχαν παραδοθεί στα στοιχεία της φύσης. “Πανάθεμα σας, που βρεθήκατε στην μέση της θεομηνίας; Παναγιά μου και Άη Νικήτα μου, βάλτε το χέρι σας και σώστε μας” παρακάλεσε και αμέσως σταυροκοπήθηκε. Τα κύματα είχαν γίνει θεόρατα, του θύμισε μια καταιγίδα στα ανοικτά της Μαγαδασκάρης που τους είχε βρει στα 1972, πάλι της Παναγιάς ήταν εκείνη την ημέρα, το θυμόταν πολύ καλά. Ήταν φορτωμένα τα αμπάρια με ακριβό σιδηρομετάλλευμα. Θεόρατο φορτηγό ήταν, μα πάνω στην τρικυμία, σαν παιδικό βαρκάκι το πέταγαν, πέρα δώθε τα κύματα. Πάλεψαν  ώρες πολλές μα η Παναγιά το έκανε το θαύμα της.    
   “Κάλλιο να το διαλύσει η θάλασσα και να το κομματιάσει ο αγέρας, αν είναι ας πάμε μαζί στο πάτο” Άκουσε την μηχανή του να δουλεύει λες και ξανάνιωσε, ίδια με εκείνον. Στριφογυρνούσε το τιμόνι του επιδέξια, έκανε μανούβρες για να προσεγγίσει το πλαστικό σκάφος. Με κόπο, τους έφτασε σε λίγα λεπτά. Σαν τον είδαν του φώναζαν στα Αγγλικά βοήθεια, από ότι θυμόταν απ’ τα καράβια. Όμως δεν ήταν εύκολη υπόθεση με τόση φουσκοθαλασσιά. Έφτασε κοντά μα το να ανέβουν στο καΐκι ήταν πολύ δύσκολο. Ήρθε αρκετές φορές πλάι τους αλλά όλο και του ξέφευγαν. Σαν αρχαίο Έλληνα Θεό τον κοιτούσαν οι ξένοι, εκείνος τους προσέγγιζε μα πάλι του μάκραιναν εκείνοι. Δεν το έβαζε κάτω, ξανά και ξανά προσπαθούσε. Το φουσκωτό τους είχε γεμίσει με νερά, κουνούσαν τα χέρια τους απελπισμένα “Κάντε κουράγιο παλικάρια δεν θα μας αφήσει η Παναγιά η Χοζοβιώτισσα να πάμε στον πάτο, εγώ θα σας πάω στο μοναστήρι της να ανάψουμε κερί, και στον Άη Νικήτα, εγώ” Οι ξένοι τον ακούγανε που φώναζε μέσα στην βουή της καταιγίδας και αν δεν καταλαβαίνανε, δεν πείραζε καθόλου, μόνο που τον βλέπανε να κάνει τον σταυρό του και να πολεμάει με τα κύματα κι αυτοί παίρνανε θάρρος.  
   Ανήμερα της Παναγίας, στην Γιάλη είχε πέσει μεγάλη στεναχώρια, ο κυρ Νικήτας δεν είχε επιστρέψει. Τέτοιος σίφουνας που είχε χτυπήσει την περιοχή έκαμε μεγάλη καταστροφή. Όσες φορές και να κάλεσε το λιμεναρχείο εκείνος δεν απαντούσε στο VHF, βγάλανε και σκάφος όμως δεν τον εντόπισαν. Ο λιμενάρχης προετοίμασε τον γιό του για τα χειρότερα. Ήτανε μεγάλη η θύελλα, δυστυχώς αυτός και άλλοι τρεις τουρίστες με ένα φουσκωτό που βρισκόταν για ερασιτεχνικό ψάρεμα στην περιοχή, ήταν αγνοούμενοι.
  Αργά το βράδυ του δεκαπενταύγουστου, ο Θανάσης καθόταν στο καφενείο του ξαδέρφου του, μαζί με όλους τους συγγενείς.
“Του τα έλεγα εγώ, δώστο βρε πατέρα, τι το θες στην ηλικία σου, έχεις τα εγγόνια σου να τα χαρείς. Θα έπαιρνα και εγώ εκείνη την ταβέρνα πάνω απ’ την Αγία Άννα. Δεν με άκουγε. Προχτές που έφυγε μου είπε. Θα είναι η τελευταία φορά στο υπόσχομαι… Άρε πατέρα, Άρε πατέρα” μονολογούσε απαρηγόρητος. Ο πρώτος ξάδερφος του κυρ Νικήτα κοντά στα ογδόντα του, ψαράς και εκείνος, ηλιοψημένος άντρας, σοβαρός και ντόμπρος στο φέρσιμο του, του είπε “Θανάση παιδί μου, κατάλαβε, αυτή ήταν η ζωή του, θα πέθαινε μακριά από την θάλασσα και το καΐκι του. Του ζητούσες να κάνει μεγάλο έγκλημα, δεν θα το άντεχε η καρδιά του, τουλάχιστον αν έχει γίνει το κακό, έφυγε παλικαρίσια στην αγκαλιά αυτής που αγαπούσε”.
   Περάσανε τα μεσάνυχτα και σκορπίσανε όλοι με βαριά καρδιά στα σπίτια τους. Ο Θανάσης μπαίνοντας στο δικό του αντίκρισε τον πατέρα του, στην φωτογραφία. Ήταν γύρω τα σαράντα του, είχε όμορφα καστανοπράσινα μάτια και πυκνά μαλλιά, το λεπτό μουστακάκι είχε φαρδύνει από το πλατύ χαμόγελο πλάι στην αγαπημένη του γυναίκα. “Πάει, ορφάνεψα πια” είπε σπασμένα και δάκρυσε.
   Το επόμενο πρωί νωρίς νωρίς καθώς ο ήλιος ασήμωσε τα νερά του λιμανιού ο κυρ Λευτέρης ο φούρναρης βγήκε να κάνει τσιγάρο μετά το πρώτο φούρνισμα. Μέσα στο φως είδε έκπληκτος την <<Ωραία Ελένη>> να μπαίνει με το πανί σηκωμένο στο λιμάνι και μια παρέα γλάρων να πετούν ολόγυρα της, λες και τιμητικό άγημα στο σκάφος και στον ήρωα του νησιού. Σε δέκα λεπτά όλη η Αιγιάλη είχε κατεβεί στο λιμανάκι. Πρώτα οι τρεις τουρίστες και ύστερα ο κυρ Νικήτας, πάτησε τελευταίος στην στεριά και έπεσε στην αγκαλιά του γιού του, που έκλαιγε σαν μικρό παιδί… 






  Την άλλη μέρα τα τηλεοπτικά κανάλια είχαν εκτενή ρεπορτάζ για τον Έλληνα ψαρά, τον ήρωα που με το ξύλινο σκαρί του έσωσε τρεις ζωές και την δική του. Αν και είχε χαλάσει και η μηχανή και ο ασύρματος, τους γύρισε στο νησί σώους με τα πανιά, όπως οι πρόγονοι του διέσχιζαν όλοι την Μεσόγειο. Τους έδειξε μαζί να μπαίνουν στον Αη Νικήτα και στην Παναγιά και να ανάβουν το κερί που τους είχε υποσχεθεί μέσα στην τρικυμία. Η είδηση έπαιξε και στην Γερμανία, στην Γαλλία και στο Βέλγιο χώρες καταγωγής των τριών φίλων και ανωτάτων υπαλλήλων στην ευρωπαϊκή ένωση. Μάθανε όλη για τον ηρωισμό του κυρ Νικήτα μα και για το ψαροκάικο του που μαζί με τόσα άλλα πριν θα καταστρέφονταν, θα δολοφονούνταν και αυτό, σκοτώνοντας παράλληλα και την ναυτική κληρονομιά αυτού του τόπου. Και η αλήθεια είναι πως η γενναία ψυχή του κυρ Νικήτα και η κατακραυγή από την απορία του γιατί να δολοφονείται κάθε <<Ωραία Ελένη>> αυτού του τόπου έφερε και την κατάργηση αυτού του νόμου, άλλα και άλλες μορφές αξιοποίησης αυτών των παραδοσιακών σκαφών, αυτής της μεγάλης κληρονομιάς.
   Ο κυρ Νικήτας έζησε χρόνια ακόμη και με δωρεά των τριών διασωθέντων και φίλων καρδιάς, ως ελάχιστη ένδειξη της ευγνωμοσύνης τους, η Ωραία Ελένη επισκευάσθηκε και με νέα άδεια τουριστικού πλοίου με καπετάνιο τον κυρ Νικήτα και άξιο βοηθό του τον Θανάση ξεναγούσαν στις ομορφιές της Αμοργού και των κοντινών νησιών τους τουρίστες…     
  
   
Α.  Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ
15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2018


    Αφιερωμένο στους Έλληνες αλιείς που βγάζουν τίμια και με δυσκολία το μεροκάματο τους στις ελληνικές θάλασσες. Στους αλιείς που βοηθούν σε κάθε δύσκολη στιγμή με το πλεούμενο και την ψυχή τους τον συνάνθρωπο όπως και πρόσφατα διέσωσαν εκατοντάδες ανθρώπους και κατοικίδια στην φονική πυρκαγιά τον Ιούλιο του 2018 στην Αττική. 

  Σε όλους τους ανθρώπους και φορείς στην Ελλάδα που προσπαθούν να σταματήσουν το έγκλημα της καταστροφής των παραδοσιακών σκαφών.

   Θερμές ευχαριστίες στην Χριστίνα Λαμπίρη, στον Νίκο Μάνεση, στους συνεργάτες τους καθώς και στους δημοσιογράφους της “Καθημερινής”  διότι με τα ρεπορτάζ τους υπήρξαν οι πηγές της έμπνευσης μου για αυτό το διήγημα. Στην εκπομπή του Νίκου Μάνεση στον τηλεοπτικό σταθμό Alpha 60΄ Ελλάδα καθώς και στην ιστοσελίδα http://www.amorgos-news.gr για τις πληροφορίες που άντλησα σχετικά με την Αμοργό.

Ζωγραφική Ντίνος Παπασπύρου
1.       ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-201,  Καράβια, τέμπερα, 2001
2.       ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-44, Εκκλησάκι στο Αιγαίο, τέμπερα, 12Χ12 εκ., 2011, Κωδ. 837







28 σχόλια:

Eva Markakis είπε...

ΥΠΕΡΟΧΟ, ΥΠΕΡΟΧΟ , ΥΠΕΡΟΧΟ!!
Για μια ακομη φορα με συγκινησες!!
Μπραβο συ, συνεχισε!!!

Tasos Valmas είπε...

Εύα μου σε ευχαριστώ θερμά, σε ευχαριστώ πάντα για την εμπιστοσύνη σου :) Και του χρόνου με υγεία !!!

Tasos Valmas είπε...

ΝΙΚΟΣ ΒΑΣΑΡΑΣ

Όμορφα ταξιδιάρικο, όπως όλα τα μυθιστορήματα σου, Τάσο! Μόλις το ανέβασα στο mysalonica

Tasos Valmas είπε...

Lydia Katsarka

Με γλαφυροτητα κ τρυφεράδα,θίγεις σοβαρά θέματα κ αφυπνίζεις συνειδησεις Τάσο,για άλλη μια φορά,ευχαριστουμε!!!💕💕

Tasos Valmas είπε...

Δήμητρα Καρακατσάνη

Τάσο ,κατ ΄αρχάς να σ΄ευχαριστήσω ,για την συμπερίληψη μου , στην ομαδική σου κοινοποίηση ,που τη θεωρώ τιμη στο πρόσωπο μου!
Κι έπειτα ,ερχομαι ,να σε συγχαρώ ,για το ωραίο σου διήγημα ,που με την ανάγνωση του ,με γέμισε απο τη θαλασσινή δροσιά του και την ανθρωπιά των ηρώων του !!
Να είσαι καλά, να γράφεις όπως και πάντα ,με ψυχή!!!

Tasos Valmas είπε...

Χριστίνα Λαζαρίδου

Απιστευτα ομορφο ζεστο ...
Συγχαρητήρια Τάσο!!!
Πάντα πιάνεις υπέροχα θέματα παρελθόντος και ευαισθησίας!!!

Tasos Valmas είπε...

Tolis Nikiforou

Πάντα υπάρχουν ερεθίσματα για έναν ευαίσθητο και δημιουργικό άνθρωπο ! Γεια σου, Τάσο μου, με τα ωραία σου διηγήματα !!

Tasos Valmas είπε...

Christos Litzerinos

Τάσο Χρόνια Πολλά. Με το όμορφο διήγημά σου μου θύμησες ένα καλοκαίρι δικό μου στην Αμοργό και την Αιγιάλη. Νάσαι καλά !!!

Tasos Valmas είπε...

Eva Markakis

Καθε φορα με συγκινεις και με εκπλησεις! Μπραβο, μη σταματησης ποτε να γραφης!! Εχω γινει φανατικη θαυμαστρια σου!😽

Tasos Valmas είπε...

Vicky Andreou

Καλημέρα σας με ευχαριστίες πολλές ! Διάβασα αυτό που στείλατε στη κοινή μας φίλη Δήμητρα κ μου άρεσε ! Εξαιρετικό !

Tasos Valmas είπε...

Paschalidou Maria

Μπράβο Τάσο!
Υπέροχο!

Tasos Valmas είπε...

Ντινος Παπασπυρου

Τάσο μου με ταξίδεψες για μια ακόμη φορά. Από πολύ μικρός λατρεύω την θάλασσα, τώρα γιατί δεν έγινα ναυτικός, άλλες οι βουλές του Παντοδύναμου. Όμως δεν ξεφεύγω, ξεδίνω με ζωγραφιές όπως αυτές που έντυσαν την ωραία αφήγησή σου. Όλα καλά πάντοτε, φιλιά στην Μαρία και την Κλαίρη.

Tasos Valmas είπε...

Δώρα Κουρκούτα

Όπως πάντα συγγραφικά δημιουργικός!

Tasos Valmas είπε...

Stephi Kondi

Υπέροχο για άλλη μια φορά!

Tasos Valmas είπε...

Rhéa Sourmeli-Gstrein

Πολύ τρυφερό! Μπράβο σου Τάσο μου...πάντα να μας δίνεις τέτοια ρίγη!!!

Tasos Valmas είπε...

Όλα Θεσσαλονίκη

Μας συγκινείς κάθε φορά με τα υπέροχα γραπτά σου

Unknown είπε...

Καλημέρα Τάσο! Για άλλη μια φορά μου δίνεις την ευχαρίστηση να διαβάσω ένα διήγημά σου γεμάτο ανθρωπιά, συγκίνηση και καλογραμμένο. Να είσαι πάντα καλά και να δημιουργείς!

Ντίνα Παπαδοπουλου είπε...

Δεν εμφανίστηκε το όνομά μου, Τάσο, είμαι η Ντίνα Ευαγγελου-Παπαδοπούλου και σ 'ευχαριστώ που με θυμάσαι πάντα.

Tasos Valmas είπε...

Σε ευχαριστώ θερμά Ντίνα μου, ελπίζω να τα πούμε και από κοντά κάποια στιγμή...

Tasos Valmas είπε...

Anastasia Angeli

Μπράβο Τάσο...ένα πολύ ωραίο διήγημα..πάλι!

Tasos Valmas είπε...

Τόνια Μπακιρτζή

Μπράβο Τάσο όμορφο διήγημα, ταυτίστηκα και μπράβο σου που ασχολείσαι με ένα τέτοιο θέμα και μπορείς να δημιουργήσεις ωραίες ιστορίες.

Tasos Valmas είπε...

Panagiota Athanasiou

Υπέροχο, καλοκαιρινο, ανθρώπινο το διήγημα σου Τασο. Με ταξιδιαρικη διάθεση αλλα και με την ανάλογη ευαισθησια για θέματα που αφορουν τους ψαράδες ακριτικων περιοχών. Συγχαρητηρια για την εμπνευση σου! Πολλά φιλια στα κοριτσια σου.

Tasos Valmas είπε...

Sofia Zachou

Πολύ όμορφο Τάσο μου! Εξαιρετικές περιγραφές. Μας ταξιδεψες!

Tasos Valmas είπε...

Έλλη Γιαννοπούλου Ψυχολόγος

Πολύ όμορφο Τάσο! Πόσες εικόνες και συναισθήματα! Σε ευχαριστούμε!

Eva K. είπε...

Πρωτότυπο θέμα, υπέροχες θαλασσινές περιγραφές, βαθειά διείσδυση στην ανθρώπινη ψυχη. Αρετές της καλής πεζογραφίας διαχρονικά, που υπάρχουν πάντα στα δικά σου διηγήματα. Συγχαρητήρια!

Tasos Valmas είπε...

Γιώργος Πούλιος

Ωραίο Τάσο, μου άρεσε !!!

Unknown είπε...

Xristina Georgiadou

Μπράβο Τάσο μου! "Έπιασες" πολύ όμορφα την ψυχή των θαλασσινών. Κι αφού έκανες την αρχή, ίσως πρέπει να εγκαινιάσεις και...μια σειρά με καλοκαιρινά διηγήματα!

Unknown είπε...

Δήμητρα λέσχη ανάγνωσης

Τάσο σε ευχαριστώ πολύ, το διάβασα με ενδιαφέρον και συγκίνηση. Η γραφή σου έχει εξελιχθεί θεαματικά από τα αρχικά σου κείμενα

ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΓΗ