Παρασκευή, Απριλίου 14, 2017

Ο κυρ Παναγιώτης, ο τσαγκάρης

Το άρωμα της Λαμπρής
Ο κυρ Παναγώτης, ο τσαγκάρης



Μ. Σάββατο, 15 Απρίλιου 2017

  Μέσα στο μικρό μαγαζάκι του κυρ Παναγιώτη μύριζε έντονα η βενζινόκολα, τα βερνίκια και τα πετσιά για τα μπαλώματα, η μυρωδιά της λεβάντας είχε χαθεί εδώ και καιρό. Σόλες, πάτοι και δέρματα περίμεναν να τους δώσει ζωή με την τέχνη του κάλφα που είχε διδαχθεί σχεδόν 80 χρόνια πίσω. Γεμάτος ο χώρος από τα καλαπόδια, τα δέρματα, τα χρώματα και τα τακουνάκια. Φαλτσέτες, σφυριά, σουβλιά ένας σωρός από τα εργαλεία της δουλειάς του ήταν πάνω στον πάγκο, ακόμα και στην σκούρα ποδιά που φορούσε για να μην λερώνεται. Πίσω του η μεγάλη μηχανή για το γάζωμα και παραδίπλα οι τροχοί κάτω από τις οικογενειακές φωτογραφίες των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Στους τοίχους πάνω σε μεγάλα ράφια παντού έτοιμα παπούτσια σε διάφορα μεγέθη, όλα ομοιόμορφα, όλα καινούργια περίμεναν τους νέους κατόχους τους. Ο κυρ Παναγιώτης μόλις είχε μπει στην ένατη δεκαετία της ζωής του όμως δούλευε ασταμάτητα γιατί η καρδιά του δεν βάσταγε να κοιτά τόσο πόδια γυμνά. Είχε σηκωθεί αξημέρωτα για να δουλέψει κάποια ζευγάρια παπούτσια πριν έρθουν να τα πάρουν οι κυρίες από το Κιλκίς. Μα δεν θα σταματούσε, ακόμα και σε λίγες ώρες που θα χτυπούσαν οι αναστάσιμες καμπάνες εκείνος ήθελε η Ανάσταση να τον βρει στο τσαγκάρικο του φτιάχνοντας παπούτσια, για τους φτωχούς. Δεν είχε πολύ χρόνο στην ζωή, ίσως αυτό και να ήταν το τελευταίο Πάσχα της ζωής του, “Ο Θεός να με συγχωρέσει αλλά η ανάγκη των ανθρώπων δεν μπορεί να περιμένει” μονολόγησε κοιτώντας την φωτογραφία της γυναίκας του της Κλεοπάτρας που είχε πάντα απέναντι του…



Ένα ταιριαστό ζευγάρι

  Με την κυρά Κλεοπάτρα του έζησαν πολλά και όμορφα χρόνια. Αυτός ήταν οξύθυμος και φωνακλάς μα καλός νοικοκύρης, ο μπακλαβάς ήταν το μόνο πράγμα που έφτιαχνε και το είχε μεγάλο καμάρι όταν τον κέρναγε σε φίλους και γνωστούς σε όλες τις γιορτές του σπιτιού. Αυτή μειλίχια και γλυκιά, τον έφερνε πάντα στα νερά της. Νοικοκυρά πραγματική, κρατούσε συνετά το σπιτικό και ανάθρεψε με ήθος τα δυο τους παλικάρια. Στο Πολύκαστρο ήταν το σπιτάκι τους, σε ένα ευρύχωρο κομμάτι γης. Η αυλή τους είχε δέντρα και ένα κηπάκο με λουλούδια. Περιποιημένα παρτέρια και γλάστρες πήλινες ξεχείλιζαν απ’ τα πολύχρωμα λουλούδια που ομόρφαιναν το σπιτικό τους. Η λεβάντα ήταν το αγαπημένο φυτό της κυράς Κλεοπάτρας, το σπιτικό της πάντα μύριζε από την λεβάντα του κήπου της.

Στην πίσω αυλή του όμορφου σπιτιού τους έβλεπε η πόρτα του τσαγκάρικου. Κάποτε ο κυρ Παναγιώτης έφτιαχνε και επιδιόρθωνε παπούτσια για όλο το Πολύκαστρο. Οι πελάτες του έρχονταν ακόμη και από τα χωριά του Κιλκίς, γιατί ήταν ξακουστός τεχνίτης. Τα χειροποίητα παπούτσια που έφτιαχνε ήταν καλοδουλεμένα, γερά και όμορφα, είχαν φινέτσα και την δική τους “προσωπικότητα”. Μόνο λίγων τεχνιτών τα χέρια κατάφερναν να τα συνδυάσουν όλα αυτά μαζί. Όμως καθώς περνούσαν τα χρόνια οι άνθρωποι άρχισαν να αγοράζουν όλο και πιο πολύ τα φτηνότερα τυποποιημένα παπούτσια των εργοστασίων από Ευρώπη και Ασία. Μειώθηκε η δουλειά αλλά ο καλός τεχνίτης συνέχισε τουλάχιστον με τις επιδιορθώσεις να βγάζει αξιοπρεπώς το μεροκάματο του. Από αυτό το μικρό τσαγκάρικο στο πίσω μέρος του σπιτιού του, σπούδασε τα δυο αγόρια του. Αρχιτέκτων ο ένας και ο άλλος ηλεκτρολόγος – μηχανολόγος, μακριά τους όμως και τα δυο. Στον Καναδά ο ένας και ο άλλος στην Αυστραλία. Από ένα ταξίδι έκαναν με την Κλεοπάτρα του και χάρηκαν την προκοπή τους στους ξένους τόπους. “Παντού ευδοκιμεί ο Έλληνας, γιατί είναι σκληροτράχηλο φυτό και έχει καλή ρίζα, ευλογημένη” του άρεσε πάντα να λέει.



Ιούνιος 2015

  Λίγοι μήνες πέρασαν από τότε, Νοέμβριος του 2014 ήταν, στις 12 του.  Εκείνη την μέρα η κυρά Κλεοπάτρα του ξεκίνησε μόνη της το μακρινό ταξίδι για τον άλλο κόσμο. Φοβόταν αυτήν την στιγμή μα πάντοτε ο Παναγιώτης της, της έδινε κουράγιο. “Μαζί θα είμαστε, θα σου κρατώ σφιχτά το χέρι περιστέρι μου.” Εκείνη το γνώριζε πως δεν θα γίνει, πως δεν θα κρατήσει την υπόσχεση του όμως ήξερε πως όποιος φύγει πρώτος δεν θα μείνει εκεί επάνω μόνος για πολύ…
  Ο κυρ Παναγιώτης στα 90 του έμοιαζε με βιβλική μορφή, βγαλμένη λες από τις σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης. Τα ολόλευκα του μαλλιά μακριά και το πρόσωπο του σκαμμένο από τα χρόνια με μεγάλα λευκά γένια. Τα μάτια του ανοιχτόχρωμα παρά τα χρόνια ακόμα ήταν καθαρά και σαν θύμωνε ή ενθουσιαζόταν λες και πετούσαν σπίθες. Η παραφωνία με το πρόσωπο ερχόταν μόνο από τα ρούχα μιας και φορούσε μόνιμα τα τελευταία χρόνια παντελόνι με τιράντες, σαν τους Καναδούς φίλους του γιού του.
  Μετά τον θάνατο της αγαπημένης του όλοι το είδαν, μέρα με την μέρα κατέρρεε. Το κορμί του αδυνάτιζε και κάμπτονταν προς την γη, τα μάτια του θόλωναν, “Δεν θα αντέξει ο γέροντας μόνος του” διαπίστωναν όλοι. Ευτυχώς οι γειτόνισσες τον περιποιούνταν, κάθε μέρα όλο και κάτι του έφερναν για φαγητό όμως εκείνος δεν είχε όρεξη τσιμπούσε σαν πουλάκι. “Θα τηλεφωνήσω στους γιούς σου, να έρθουν να σε πάρουν αν δεν συνέρθεις κυρ Παναγιώτη” τον φοβέρισε μια τους, αλλά εκείνος δεν μόρφασε καν. Κλείστηκε στον εαυτό του παρέα ολημερίς με το ραδιοφωνάκι του. Το πίσω δωμάτιο, το τσαγκάρικο του το είχε ξεχάσει τελείως. Αρνιόταν να μπει να τακτοποιήσει τα υλικά του, να πιάσει το σφυρί, την φαλτσέτα του, να αλείψει βενζινόκολα και να καρφώσει επιδέξια ένα τακουνάκι με τα ψηλά καρφάκια του. Τίποτα δεν του έκανε όρεξη πια…      



Σεπτέμβριος 2015

   Τους τελευταίους μήνες στις ειδήσεις όλο και έλεγαν περισσότερο για τον πόλεμο στην Συρία για τους πρόσφυγες και τους οικονομικούς μετανάστες που περνούσαν κατά χιλιάδες στα νησιά του Αιγαίου. Δεν ήταν μόνο αυτό, στο Πολύκαστρο και στα γύρω χωριά στα σύνορα άρχισαν να τους βλέπουν κιόλας. Περπατούσαν σε ομάδες από την Θεσσαλονίκη και μέσα από την εθνική οδό έφταναν ταλαιπωρημένοι στα σύνορα. Είχαν φτιάξει μικρές αυτοσχέδιες κατασκηνώσεις και τα βράδια προσπαθούσαν να περάσουν στα Σκόπια και από εκεί στην Σερβία με προορισμό την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. Παράνομα κυκλώματα πολλές φορές τους έπαιρναν ότι χρήματα είχαν και δεν είχαν και αφού τους χτυπούσαν τους παρατούσαν στα χωράφια. Όσοι ήταν τυχεροί τους περνούσαν τα βράδια κρυφά μέσα από τα περάσματα του ποταμού Αξιού, στο έδαφος των Σκοπιανών για μια αβέβαιη πορεία προς την Ευρώπη.
  Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πλήθαιναν τα καραβάνια των προσφύγων και των μεταναστών και η ροή τους απ’ τα ελληνοσκοπιανά σύνορα. Εκείνη την περίοδο η Γερμανία ανακοίνωσε πως θα δεχτεί ένα εκατομμύριο πρόσφυγες και πια εκατοντάδες λεωφορεία άρχισαν να τους φέρνουν για την διάβαση προς την γη της «επαγγελίας». Στο χωριό Ειδομένη χιλιάδες πρόσφυγες περίμεναν έξω στην ύπαιθρο μέχρι οι Σκοπιανοί να τους επιτρέψουν για κάποιες ώρες της ημέρας την διέλευση. Για το μέχρι τότε σχεδόν άγνωστο χωριό στο πανελλήνιο, άρχισε να γίνεται καθημερινή αναφορά στις ειδήσεις. Όλη αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε για μήνες μέχρι που τα σύνορα έκλεισαν ολοκληρωτικά και τα χωράφια έξω από την Ειδομένη γέμισαν με απελπισμένους ανθρώπους από την Αφρική και την Ασία. Οικογένειες με μικρά παιδιά, έγκυες, άρρωστοι, ανάπηροι, μόνοι άντρες και γυναίκες έγιναν ένα μέσα στις λάσπες και στο κρύο.     
   Ο κυρ Παναγιώτης ένα φάντασμα του εαυτού του πια, καθόταν στο παράθυρο της κουζίνας τις περισσότερες ώρες της ημέρας και έβλεπε έξω στον κήπο. Όλα είχαν ερημώσει στον κάποτε υπέροχο κήπο του σπιτιού.       
   Πριν μέρες είχε δει κάποιες σκιές να περνούν στο βάθος και να χάνονται μέσα στα δέντρα. Το μυστήριο δεν κράτησε για πολύ, η γειτόνισσα, η κυρία Νίτσα του είπε πως ήταν οι πρόσφυγες που περπατούσαν προς τα σύνορα και δημιουργούσαν προσωρινούς καταυλισμούς όπου έβρισκαν. Από εκείνη την στιγμή κάτι μέσα του τον παρακινούσε να βγει από την φυλακή του, να πάει να δει από κοντά αυτούς τους ανθρώπους. Δεν ήταν ανεξήγητο, καταλάβαινε γιατί είχε αυτήν την έντονη επιθυμία. Μέσα από αυτούς του ανθρώπους του σήμερα θυμήθηκε τις ιστορίες των δικών του γονιών και παππούδων, τα δικά του παιδικά χρόνια.
   Και η παρόρμηση του έγινε πράξη, ζήτησε από τον Κώστα το παιδί της συγχωρεμένης της ξαδέρφης του να τον πάει στον καταυλισμό του βενζινάδικου. Εκεί λύγισε είδε ανθρώπους απελπισμένους, πεινασμένους με ξεσκισμένα παπούτσια, παιδιά με γυμνά πόδια να περπατούν στα τσιμέντα και στην λάσπη.
Τριγυρνούσε αρκετή ώρα κοιτώντας τα πόδια των ανθρώπων. Ο τσαγκάρης μέσα του είχε ξυπνήσει. Γυρνώντας στο σπίτι μπήκε αμέσως στο μικρό του μαγαζάκι και έπιασε δουλειά. Η δύναμη  για να ζήσει γύρισε ξανά μετά τον θάνατο της κυρά Κλεοπάτρας του, όση ζωή και αν του απέμενε δεν θα την χαράμιζε…
  Για μήνες ο ενενηντάχρονος τσαγκάρης έφτιαχνε, μπάλωνε, διόρθωνε παπούτσια και για τους πρόσφυγες μα και για φτωχές οικογένειες της περιοχής. Μια εθελοντική οργάνωση κυριών από την πόλη του Κιλκίς μοίραζε τα παπούτσια σε αυτούς που είχαν ανάγκη.
  Πρώτη φορά χαιρόταν τόσο πολύ για την δουλειά του, έδινε, μόνο έδινε. Ζούσε από το φαγητό που του έφερναν οι γειτόνισσες – τώρα πια το καταβρόχθιζε με όρεξη σαν έφηβος – και όλη του την σύνταξη την έδινε για τα υλικά που χρειαζόταν τα παπούτσια. Και οι γιοι του μόλις έμαθαν, περήφανοι για τον πατέρα τους του έστειλαν αμέσως χρήματα. Όλοι καμάρωναν για αυτόν, τον ανακάλυψαν και οι δημοσιογράφοι, μέχρι και στις ειδήσεις είπαν για την δύναμη ψυχής και την μεγάλη του καρδιά.        



Απρίλιος 2017

    Είχε φτάσει Μ. Τρίτη, τα χωράφια είχαν γεμίσει κίτρινα αγριο-λούλουδα και παπαρούνες. Ο κυρ Παναγιώτης ακούραστος μέσα στο εργαστήρι με την φωτογραφία της γυναίκας του και το τρανζιστοράκι του για παρέα, άκουγε τις ακολουθία σιγοψιθυρίζοντας και αυτός μαζί με τους ψαλτάδες.

“Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν…”  

  Ξάφνου του ήρθε η σκέψη του Κώστα, είχε χαθεί, είχε να περάσει καιρό, να πει έστω ένα γεια. Το ανίψι του ήταν καμιά πενηνταριά χρονών, εργένης, όσο μπορούσε την γλεντούσε την ζωή του. “Βρε πότε θα κάνεις εσύ οικογένεια” του έλεγε ο γέροντας “δεν βαριέσαι τα από εδώ και τα από εκεί; Τα χρόνια περνάνε σαν νερό…” Την τελευταία φορά που ο κυρ Παναγιώτης τον είχε δει πηγαίνοντας για τον καταυλισμό δεν είχε καθόλου καλή όψη, ένα ελαφρά κίτρινο χρώμα είχε απλωθεί σε όλο του πρόσωπο.
  Μ. Τετάρτη βράδυ ήταν και ο Κώστας μπήκε στο τσαγκάρικο. Σαν σήκωσε το κεφάλι από την γαζομηχανή και τον είδε στο φως από τις λάμπες, τρόμαξε. Δεν ήταν αυτός ο Κώστας με το πάντοτε περιποι-ημένο μακρύ μαλλί του, το πλατύ χαμόγελο και την ενίοτε σαρκα-στική διάθεση. Στεκόταν στην πόρτα σκεπτικός με το χρώμα του ωχρό, άρρωστο. Συντετριμμένος ο γέροντας άκουσε τον ανιψιό του να του λέει πως έχει μια επιθετική μορφή καρκίνου, οι γιατροί δεν του έδιναν πολύ καιρό. Δάκρυσε ο γέροντας “Αχ παιδί μου μακάρι ο Θεός να μου έκοβε εμένα χρόνια και να στα έδινε”. Χαμογέλασε πικρά ο Κώστας και έβγαλε από την τσέπη του ένα μάτσο χρήματα,

“Πάρτα θείε Παναγιώτη, πριν τα μάζευα για τέσσερα ζαντολάστιχα, για την BMW μου. Πόσο λίγη σημασία έχουν τώρα όλα αυτά, έτσι θα ζεσταθούν τόσοι άνθρωποι. Ας είναι ένα μικρό μνημόσυνο για την ψυχή μου…”






Ανάσταση του Κυρίου, 16 Απρίλιου 2017

   Οι καμπάνες στους ναούς του Πολυκάστρου αντηχούσαν σε όλη την πόλη απ’ άκρη σε άκρη μαζί με τα βεγγαλικά που φώτιζαν τον κάμπο, μέχρι τα σύνορα. Μόλις επέστρεψαν στο σπίτι από την εκκλησία η κυρά Νίτσα μαζί με τον άντρα της και την κυρά Βασιλική κρατώντας ένα φαναράκι με το Φως της Αναστάσεως, κόκκινα αυγά, τσουρέκι και μαγειρίτσα κίνησαν για το σπίτι του τσαγκάρη. Οι δυο γυναίκες τον είχαν έγνοια και ήξεραν πόσο κουράζετε στην ηλικία του. Ήξεραν όμως και πως αυτός ο σκοπός του έδινε τώρα ζωή.     

  Απέξω όλα έδειχναν στο τσαγκάρικο σκοτεινά, σκοτεινά και σιωπηλά. Φαίνεται πως κυρ Παναγιώτης είχε κλείσει τα φώτα για να υποδεχθεί το Άγιο Φως, υπέθεσαν. “Κυρ Παναγιώτη” του φώναξαν δυο τρεις φορές, καμία απόκριση. Η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη, την άνοιξαν, μπήκαν στο εσωτερικό και άναψαν το φως. Ο χώρος είχε μια έντονη ευωδιά, όχι δεν μύριζε ούτε η βενζινόκολα, ούτε τα πετσιά και τα βερνίκια, μύριζε μύριζε ένα λεπτό άρωμα λεβάντας. Βρήκαν τον γέροντα ακουμπισμένο πάνω στο πάγκο με τα εργαλεία του. Τα λευκά του μαλλιά μισοσκέπαζαν ένα ολοκαίνουργιο ζευγάρι παπούτσια. Το πρόσωπο του ήταν στραμμένο στην φωτογραφία της Κλεοπάτρας του, τα γαλανά του μάτια έμειναν ανοικτά να την κοιτούν. Πλάι στο χέρι του είδαν ένα κομμάτι χαρτί έξω από έναν μικρό φάκελο.  Οι γειτόνισσες θυμήθηκαν όταν ζούσε η κυρά Κλεοπάτρα ότι αυτή η ευωδιά, η αγαπημένη της λεβάντα πλημμύριζε το σπίτι.
“ Άγιασε ο γέροντας” φώναξε η κυρά Βασιλική, μέχρι το στερνό λεπτό του δούλευε για τον Χριστό…

  Λίγη ώρα αργότερα η αστυνομία ανακοίνωσε σε όλους που είχαν μαζευτεί έξω απ’ το τσαγκάρικο πως η πηγή της λεβάντας βρέθηκε. Κανένας όμως, ακόμα και οι ίδιοι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πως γίνεται όλο το σπίτι του τσαγκάρη και ο κήπος να έχει γεμίσει με τέτοια ευωδιά από μια μοναχά, μια τόσο δα μικρή χουφτίτσα ξερής λεβάντας που βρέθηκε στο χέρι του γέρου τσαγκάρη. Ήταν μαζί με ένα γράμμα έξω από έναν φάκελο. Ήταν ένα ευχαριστήριο γράμμα που του είχαν φέρει οι κυρίες από το Κιλκίς λίγες ώρες πριν, όταν ήρθαν για να πάρουν τα τελευταία παπούτσια που έφτιαξε ο κυρ Παναγιώτης. Ήταν ένα σημείωμα από μία έφηβη, ένα κορίτσι μια οκταμελούς οικογένειας που αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ευχαριστούσε τον άγνωστο ευεργέτη του,

Σας ευχαριστώ πολύ, όλη την Μεγάλη εβδομάδα που θα πηγαίνω στην εκκλησία δεν θα ντρέπομαι για τα παπούτσια μου, θα τα δείχνω και θα καμαρώνω. Είναι το μόνο καινούργιο ζευγάρι παπούτσια που φόρεσα στην ζωή μου και η λεβάντα το μόνο πράγμα που έχω να σας χαρίσω μαζί με την αγάπη μου.

Κλεοπάτρα. 

Α.  Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ
ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2017

  Έμπνευση για αυτό το διήγημα στάθηκε μια είδηση που άκουσα πριν λίγους μήνες στο ράδιο Θεσσαλονίκη, από την δημοσιογράφο Θεοδώρα Καραγκιουλάχ για έναν ενενηντάχρονο που βοηθούσε φτωχές οικογένειες. Όπως πάντα θέλησα να το μοιραστώ μαζί σας άμεσα, όπως κάθε φορά τα τελευταία δέκα χρόνια. Σας εύχομαι ολόψυχα υγεία και ευτυχία στις ζωές σας. Καλή Ανάσταση. Κλείνω με τα λόγια του παπά Στρατή, ένα παντοτινό μήνυμα αγάπης για τον συνάνθρωπο… 

"Αγαπητοί φίλοι και φίλες, σήμερα φεύγω στο νοσοκομείο για το καινούργιο πρόβλημα καρκίνου που μου βρήκαν. Παρακαλώ πολύ για μια προσευχή και πιστεύω ότι γρήγορα θα γυρίσω δυνατός κοντά σας. Σας ευχαριστώ όλους και ιδιαίτερα τους ενορίτες μου για την αγάπη και την συμπαράσταση που μου δείχνουν. Επίσης, θέλω να σας πω ότι οι άνθρωποι του κόσμου, οι άνθρωποι του πολέμου, τα παιδιά που αναζητούν την ελπίδα είναι αδέρφια μας και η Αγκαλιά θα συνεχίσει να βρίσκεται κοντά τους και να τους δίνει την ελπίδα για την επόμενη μέρα. Σας προτρέπω να αγωνίζεστε όσο μπορείτε καθημερινά, για την ειρήνη και την αγάπη. Μόνο έτσι λεγόμαστε άνθρωποι."

Ο παπά Στρατής έφυγε για τον ουρανό το 2015, σε ηλικία 57 ετών.

Αφιερωμένο στην μνήμη του φίλου Κώστα, του θείου Παναγιώτη του τσαγκάρη και του Απόστολου Τερζήμπαση.
Σε όλους όσους εθελοντικά δίνουν τον χρόνο και την ψυχή τους για τον συνάνθρωπο.

Θερμά ευχαριστώ για πολλοστή φορά στον φίλο μου, τον ζωγράφο Ντίνο Παπασπύρου για τις εξαιρετικές ζωγραφιές του :
1. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ-38, Το παλιό μας σπίτι στη λεωφόρο Στρατού 1Α, τέμπερα, 2000
2. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-144, Σιταροχώραφο με παπαρούνες και δέντρο, τέμπερα 30Χ20 εκ., 2009, Κωδ. 618
3. ΤΜΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑ, Πάσχα στη Μονή Βλαχερνών (Κέρκυρα), τέμπερα, 23Χ16 εκ., 1989

Σάββατο, Δεκεμβρίου 31, 2016

Ο Μουτράκλας

Ο Μουτράκλας

 
Όποιος αγαπάει λίγο, δίνει λίγο
Όποιος αγαπάει περισσότερο, δίνει περισσότερο
Όποιος αγαπάει πάρα πολύ τι έχει αντάξιο να δώσει;
Δίνει τον εαυτό του.

Άγιος Πορφύριος


 
  Γεννήθηκε μέσα στο κατακαλόκαιρο, στα 1975. Δυο μερόνυχτα πάλευε η μάνα του, η Μάρθα για να τον φέρει στην ζωή. Κόντεψε να μείνει στον τόπο πάνω στον τοκετό. Ο Κώστας απέξω έκοβε βόλτες, πέρα δώθε άυπνος, ντουζίνες τα μισοσβησμένα τσιγάρα της αναμονής. Κι η μαμή εκεί, βράχος, παιδεύτηκε πολύ μαζί με την ετοιμόγεννη. Που να βρεθεί γιατρός στα μέρη τους, μόνο σε μεγάλη ανάγκη και αυτό δύσκολα μέσα στα βουνά που ήταν αποκομμένοι. Παρά τα χρόνια της, ακούραστη η κυρά Κούλα η μαμή, αντρογυναίκα και στα χέρια και στην ψυχή. Σαν τον τράβηξε στο φως πρώτα χαμογέλασε και ύστερα δαγκώθηκε. Τέτοιο μωρό δεν είχε ξαναδεί, ένα σώμα τεράστιο, όμοια με το κεφάλι που είχε σχήμα μυτερό με ένα εξίσου τεράστιο προτεταμένο μέτωπο. Ήταν σαν την κορυφή λόφου που αντί για δέντρα ήταν γεμάτο πυκνά, μαύρα μαλλιά, λες και δεν ήταν μωρό αλλά αντράκι στην πρώτη νιότη του. Το στόμα του έχασκε ακανόνιστο δίχως ούτε μια γραμμή για χείλη και τα δυο του μάτια ήταν μικρά και ασύμμετρα βαλμένα. Η μύτη χοντρή και πλακουτσωτή τέλειωνε σε δυο κρατήρες για ρουθούνια.
   Περνούσε ο καιρός και το μωρό παρέμενε κλεισμένο μέσα στους πέτρινους τοίχους της αγροικίας στην ορεινή Καβάλα, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα των χωριανών. Όσο μεγάλωνε δεν έλεγε ούτε μια λεξούλα παρά έβγαζε άναρθρες κραυγές, σαν πληγωμένο ζώο. Η Μάρθα και ο Κώστας ήταν καλοί άνθρωποι, μα ήταν μεγάλο το φορτίο και κοιτιότανε πάντοτε φαρμακωμένοι. Το πονούσαν τούτο το φτωχό πλάσμα και το αγαπούσαν ως του όφειλαν. Εκτός από την τρομακτική όψη είχε και άλλα προβλήματα υγείας. Φοβήθηκαν για την ζωή του μωρού και ποτέ, ούτε στιγμή δεν σκέφτηκαν να την αφήσουν στο έλεος του Θεού. Αφού είδαν πως δεν γίνεται αλλιώς αναγκάστηκαν να κατεβούν από την αγροικία τους στην ορεινή Καβάλα στην πόλη, στον παιδίατρο κοντά στο αρχαίο υδραγωγείο. Από την Καβάλα ο γιατρός τους έστειλε στην Θεσσαλονίκη για εξετάσεις και διάγνωση. Λίγες μέρες αργότερα έδωσαν τα κλειδιά του σπιτιού στον ξάδελφο του Κώστα για να φροντίζει τα λιγοστά ζωντανά και τα χωράφια τους και πήραν το λεωφορείο για την μεγαλούπολη.
   Μετά από ένα σωρό εξετάσεις ο καθηγητής Αμανατίδης στο Κεντρικό της Θεσσαλονίκης απέναντι από την Ευαγγελίστρια, τους ανέφερε κάποιες ιατρικές ορολογίες που δεν κατάλαβαν καθόλου. Ύστερα βλέποντας την απορία στα μάτια τους, τους εξήγησε ότι παρά την δυσμορφία φαίνεται πως δεν θα είχε άλλο πρόβλημα όμως λόγω του μεγέθους του, ζορίστηκε το μωρό στον τοκετό και θα πέθαινε. Έζησε, αλλά δεν πήρε γρήγορα αέρα και αυτό έκανε μια ευτυχώς όχι ανεπανόρθωτη ζημιά, στον εγκέφαλο του νεογέννητου. Τους πρότεινε να το παρακολουθεί και να κάνουν ειδικές θεραπείες για να έχει όσο το δυνατόν πιο φυσιολογική ζωή. Δαγκώθηκαν οι κακόμοιροι, πως να αφήσουν το χωριό, την γη και τα ζωντανά τους; Πως θα ζούσαν εδώ στην Θεσσαλονίκη; Το μωρό τους όμως δεν θα το παρατούσαν μπροστά σε καμιά δυσκολία...
   Εξαιρετικός άνθρωπος ο καθηγητής, όχι μόνο έδωσε στον μικρό Νέστορα ότι καλύτερο μπορούσε σαν επιστήμονας αλλά τον βάφτισε κιόλας· δυόμιση χρονών είχε φτάσει και λάδι δεν του είχαν βάλει ακόμη του παιδιού. Ούτε εδώ όμως σταμάτησε, βοήθησε και τους δύστυχους γονείς του. Κανόνισε με τον δήμαρχο που του χρωστούσε μεγάλη χάρη για την θεραπεία της πρωτότοκης κόρης του και τοποθέτησε τον Κώστα φύλακα στα κοιμητήρια της Ευαγγελίστριας, ακριβώς απέναντι από το νοσοκομείο. Λόγω της θέσης του φύλακα, τους παραχώρησαν και ένα μικρό σπιτάκι στο πίσω μέρος των κοιμητηρίων και έτσι είχαν στέγη και δουλειά.
Ο Νέστορας μεγάλωνε ανάμεσα στην Ευαγγελίστρια και στο νοσοκομείο. Το κτίριο που είχε τα θεμέλια του στην τουρκοκρατία το είχε σαν δεύτερο σπίτι του, γυρνούσε σε όλες τις πτέρυγες και με την παιδική του περιέργεια χωνόταν παντού, μέχρι και τα κρυφά καταφύγια των Γερμανών, στα υπόγεια είχε εξερευνήσει. Σιγά σιγά όλοι συνήθισαν τον μικρό προστατευόμενο του Αμανατίδη. Οι γιατροί, το νοσηλευτικό προσωπικό τον ένοιωθαν δικό τους παιδί. Σαν εμφανιζόταν ανάμεσα στους επισκέπτες με το τεράστιο και ανοικονόμητο σώμα του, το δύσμορφο κεφάλι, όλοι κοιτούσαν με τρομερή περιέργεια αυτόν τον σύγχρονο Κουασιμόδο. Άλλοι τον έβλεπαν με οίκτο και χαμόγελα συμπάθειας ενώ άλλοι ακόμη και με γέλια και ειρωνείες, ψιθυριστά σχόλια πίσω του.




   Στην γειτονιά του, στα στενά πίσω από την Ευαγγελίστρια εκεί ήταν αλλιώς, δεν υπήρχε καθόλου έλεος. Τα παιδιά φώναζαν και γελούσαν σαν έβλεπαν την τεράστια μα άκακη σιλουέτα του να εμφανίζεται και να μιλάει σχεδόν ακατάληπτα. Πικραινόταν η μάνα του και εκείνο έτρεχε και χωνόταν στην αγκαλιά της. Ευτυχώς πήγε ελάχιστα στο σχολείο της γειτονιάς του μιας και γρήγορα ο διευθυντής του δημοτικού τον έστειλε σε ένα ειδικό σχολείο στο κέντρο της πόλης. Εκεί ήταν διαφορετικά και βρήκε ανθρώπους που του έδωσαν το ενδιαφέρον και την γνώση τους. Όλα αυτά ήταν επιτεύγματα του Αμανατίδη που τόσο είχε βοηθήσει στην νοητική ανάπτυξη του Νέστορα για να μπορέσει να αναπτυχθεί όσο του επέτρεπε η κατάσταση του. Ο καθηγητής είχε βγει πια στην σύνταξη και αποτραβήχτηκε στο Κιλκίς, στην ιδιαίτερη του πατρίδα.
   Οι άγνωστοι άνθρωποι πάντα κρατούσαν τον Νέστορα σε μια απόσταση και αυτό ίσως και να ήταν καλό. Οι περισσότεροι τον αντιμετώπιζαν επιφανειακά σαν να ήταν ένα τέρας, ένα μεγαλόσωμο κτήνος που δεν σκέφτεται, που δεν έχει συναισθήματα, ένα ζώο που ζει μόνο για τις βασικές του ανάγκες. 
 
   Στο φτωχικό σπιτάκι των γονιών του, στην αγκαλιά της μάνας του και στην ασφάλεια του πατέρα έβρισκε την γαλήνη του. Αγαπημένο ζευγάρι οι γονείς του, μπορεί να παντρεύτηκαν από συνοικέσιο και μεγάλοι για την εποχή τους αλλά αγαπήθηκαν βαθιά. Παρά τις δυσκολίες έμειναν αγαπημένοι ως το τέλος. Έφυγαν απ’ την ζωή σχεδόν μαζί στο Κεντρικό Νοσοκομείο, που πια είχε μετονομαστεί σε Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑ.
   Ο Νέστορας που ως άτομο με ειδικές ανάγκες είχε διοριστεί λίγα χρόνια πριν στα κοιμητήρια, παρέμεινε φύλακας στην θέση του πατέρα του. Δεν περνούσε μέρα να μην θυμηθεί τους γονείς του, να μην τους αναζητήσει και πως μπορούσε άλλωστε αφού συνέχιζε να κατοικεί στο ίδιο εκείνο σπιτάκι που ζήσανε τόσα χρόνια μαζί. Φορές φορές ήταν σαν να έβλεπε την μάνα του στην μικρή κουζινούλα να μαγειρεύει χαμογελώντας και άλλες πάλι να πλένει στο χέρι τα ασπρόρουχα, έξω στην τσιμεντένια σκάφη. Τον πατέρα τον ένοιωθε πολλές φορές να τριγυρνάει ολοζώντανος, κάτω από τα κυπαρίσσια ή ανάμεσα από τους χορταριασμένους τάφους με τα σπασμένα μάρμαρα. Κάποια βράδια αργά, ήταν σαν να τον άκουγε να κλειδώνει τις σιδερένιες πύλες της παλιάς νεκρόπολης. Ζούσε με την ανάμνηση τους και κλείστηκε περισσότερο στον εαυτό του. Αντάλλαζε μια καλημέρα μερικές φορές με τον προϊστάμενο του και αυτό ήταν όλο κι όλο.
   Αν και η απώλεια της μάνας του ήταν ανεπανόρθωτη μια καλή γυναίκα εμφανίστηκε στην ζωή του. Ήταν μια πάμπτωχη ηλικιωμένη γυναίκα, η κυρία Ζαχαρούλα. Την ημέρα περιπλανιόταν με ένα καροτσάκι γεμάτο με μικροαντικείμενα που έβρισκε από την Εγνατία και την Ροτόντα μέχρι την Ευαγγελίστρια και τα χαμηλά των σαράντα εκκλησιών. Καθώς νύχτωνε χωνόταν στο νοσοκομείο να νοιώσει ασφάλεια και ζεστασιά. Η τρυφερή καρδιά του Νέστορα αισθάνθηκε την καλοσύνη και την μοναξιά της και η γυναίκα πως πίσω από αυτόν τον θεόρατο άντρα κρυβόταν ένα μικρό παιδί. Σιγά σιγά ξεκίνησε μια όμορφη και ζεστή επαφή σαν να ήταν εκείνος το παιδί της που ποτέ δεν απέκτησε.
   Τα παιδιά από τις γύρω γειτονιές τρελαίνονταν να λένε ιστορίες μυστηρίου για το παλιό νεκροταφείο και έτρεμαν καθώς έβλεπαν τον κακοφτιαγμένο γίγαντα να τριγυρνάει ανάμεσα από τα πολυκαιρισμένα μνήματα, με τα μαυρισμένα μάρμαρα που έχασκαν τρομακτικά μέσα στο σκοτάδι. Του είχαν βγάλει ένα σωρό παρατσούκλια. Δεν τολμούσαν να πλησιάσουν από τον φόβο τους έτσι από απόσταση του φώναζαν “νεκροθάφτη”, “βρυκόλακα”, “φάντασμα” “μπαμπούλα” και εξαφανιζόταν στα στενά δρομάκια. Μια μέρα ένας πιτσιρίκος πάνω σε μια επίδειξη θάρρους που του επέβαλαν οι μεγαλύτεροι έφτασε μια ανάσα από την πλαϊνή είσοδο των κοιμητηρίων. Παγωμένος από τον φόβο του κοιτούσε ένα καντηλάκι που τρεμόπαιζε, τότε τον είδε ξαφνικά να προβάλλει μέσα από το σκοτάδι, μια ανάσα από το πρόσωπο του. Πετάχτηκε ο μικρός από την τρομάρα του και φώναξε αυθόρμητα ενώ έτρεχε με όλη του την δύναμη “Παναγιά μου ο Μουτράκλααααας”. Από εκείνη την ημέρα όλα κόλλησαν το νέο παρατσούκλι που με τον καιρό έγινε γνωστό σε όλους στην περιοχή. Άλλος θα είχε εκνευριστεί με τα καμώματα των παιδιών, ο Νέστορας όμως ήταν πραγματικά ένας καλοκάγαθος γίγαντας με τρυφερή καρδιά.

***
   Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα στεκόταν μέσα στο ημίφως πίσω απ’ τον φράκτη των κοιμητηρίων πλάι στην Αγ. Δημητρίου. Κοιτούσε στο βάθος την Εθνικής Αμύνης να βουτάει στην θάλασσα που βάφονταν σε χίλιες αποχρώσεις απ’ τα σύννεφα του δειλινού. Στο φανάρι απέναντι του σταμάτησε το μηχανάκι ενός νεαρού ζευγαριού. Άθελα του άκουσε ένα επιπόλαιο νεανικό καβγαδάκι. Η κοπέλα έλεγε στο αγόρι της πως δεν αντέχει να τον βλέπει να φλερτάρει και εκείνος της απαντούσε πως μόνο αυτήν αγαπάει και απλά κάνει την δουλειά του πίσω από το μπαρ, τίποτα παραπάνω. Μπορεί να υπήρχε φαινομενικά ένταση μεταξύ τους μα ο οποιοσδήποτε θα καταλάβαινε την αγάπη αυτών των δυο παιδιών και την φυσιολογική ζήλια που φέρνει ο πόθος της. Ήταν δυο οικονομικά αδύναμοι φοιτητές που έμεναν στις πολυόροφες φοιτητικές εστίες δίπλα στο εθνικό κολυμβητήριο και μετά τις σχολές τους δούλευαν σε ένα μεγάλο καφέ του κέντρου μέχρι αργά για λίγα ευρώ.
   Πρωτοετείς ήταν στο χημικό η Νάντια και ο Θαλής στη φιλοσοφική, εκείνο το δειλινό που τους άκουσε τυχαία ο Νέστορας. Από τότε δίχως να καταλάβουν τίποτα τους είχε παρακολουθήσει αμέτρητες φορές να κατηφορίζουν με το μηχανάκι τους την Βιζυηνού και να σταματάνε στην κίνηση του φαναριού της Πανεπιστημίου. Στα τρία λεπτά αναμονής πολλές φορές βοηθώντας η κίνηση και πολύ παραπάνω, είχε ακούσει και είχε δει ένα σωρό από μικρά στιγμιότυπα της ζωή τους. Ο Νέστορας που δεν γνώρισε τον έρωτα μέσα από τον φράχτη ζούσε την ζωή τους, αισθανόταν ένα κομμάτι τους και αυτός. Άλλοτε χαιρόταν και γελούσε κι άλλοτε στεναχωριόταν ή θύμωνε, μια παράλληλη ζωή γεμάτη από τα συναισθήματα τους που μετάγγιζε κρυφά πίσω από τον φράκτη.
   Η Νάντια και ο Θαλής λόγω της ανάγκης τους για εργασία έλειπαν ελάχιστο καιρό από την πόλη, κυρίως το καλοκαίρι. Αυτή την παραμονή πρωτοχρονιάς και όπως όλες τις παραμονές τα τελευταία τρία χρόνια τα παιδιά δούλευαν και ήταν ακόμη μια φορά μακριά από το σπίτι τους όλες τις γιορτές. Ο Νέστορας όλα αυτά τα χρόνια είχε μάθει ακριβώς τα δρομολόγια τους που επαναλαμβάνονταν με ακρίβεια σαν αυτά των λεωφορείων του ΟΑΣΘ. Είχαν περάσει μια φορά το πρωί και τώρα βραδάκι στις επτά, κατέβαιναν και πάλι για τις προετοιμασίες στο μαγαζί, σήμερα είχαν το ρεβεγιόν για την αλλαγή του χρόνου.
   Κρύα βραδιά, φυσούσε ένας τρελός βαρδάρης, που είχε παγώσει τα πάντα. Για τους πυροσβέστες ήταν μια δύσκολη νύχτα. Εκτός από τις πτώσεις δέντρων, τους απεγκλωβισμούς από τα ασανσέρ λόγω διακοπών του ρεύματος, λίγη ώρα πριν είχε ξεσπάσει μια μεγάλη πυρκαγιά στην βιομηχανική της Σίνδου και απειλούσε μια σειρά από εργοστάσια. Όλες οι δυνάμεις βρίσκονταν από ώρα στους δρόμους. Στον πυροσβεστικό σταθμό λίγο πιο πάνω από την Ευαγγελίστρια υπήρχαν μόνο δυο – τρεις πυροσβέστες. Λίγα μέτρα πιο κάτω στο φανάρι η Νάντια ήταν κουκουλωμένη και κρατούσε σφιχτά τον Θαλή από την μέση. Σήμερα εντελώς αυθόρμητα η Νάντια κοίταξε μέσα στα κοιμητήρια. Σπάνια το έκανε αυτό, για την ακρίβεια σχεδόν ποτέ γιατί ένα βράδυ πριν 2 χρόνια της φάνηκε πως πίσω από τον φράκτη είχε δει να εξαφανίζεται μέσα στο σκοτάδι μια περίεργη σιλουέτα. Το είχε πει στον Θαλή και εκείνος είχε γελάσει με την καρδιά του. Σήμερα λίγες ώρες πριν την αλλαγή του χρόνου συνέβη ακριβώς το ίδιο πράγμα, μόνο που τώρα είδε καθαρά τι κρυβόταν πίσω από εκείνον τον φράκτη. Είδε αυτή την ογκώδη σιλουέτα με το τρομακτικό πρόσωπο και στην αρχή τρόμαξε. Πήγε να μιλήσει στον Θαλή μα στο πρόσωπο του είδε ένα χαμόγελο και εκείνα τα μικρά μάτια, τα ασύμμετρα βαλμένα την κοιτούσαν ακίνητα και δακρυσμένα, δακρυσμένα από αγάπη. Ο Θαλής πάτησε γκάζι και άφησε τον συμπλέκτη, το μηχανάκι τους ξεκίνησε καθώς η Νάντια κοιτούσε συνεχώς τον Νέστορα...
   Ένα σπορ μαύρο αμάξι κατέβαινε την Αγ. Δημητρίου με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ο μεσήλικας οδηγός του ήταν πιωμένος, είδε το κόκκινο αργά. Η πρόσκρουση ήταν ισχυρή, το σπορ αμάξι έπεσε πάνω στο λεωφορείο και δυο άλλα οχήματα που προπορευόταν της μηχανής του Θαλή, έφερε μια περιστροφή και αναποδογύρισε εγκλωβίζοντας από κάτω τους δυο φοιτητές που είχαν συρθεί για λίγα μέτρα κάτω στο παγωμένο οδόστρωμα. Οι περίοικοι, οι περαστικοί, μέσα από το νοσοκομείο και τα καφέ, πετάχτηκαν έξω από τον δυνατό θόρυβο της πρόσκρουσης. Πολλοί άνθρωποι βγήκαν στα παράθυρα τους ξαφνιασμένοι. Η κυρία Ζαχαρούλα μέσα στο νοσοκομείο ακούγοντας και αυτή τον κρότο, σηκώθηκε από την καρέκλα της και βγήκε από την γωνιά της, κάτω από τη σκάλα του ισογείου.
   Η καρδιά του Νέστορα χτυπούσε σαν τρελή είδε το όμορφο βλέμμα της να χάνεται από τα μάτια του και έπειτα το σώμα της μαζί με του Θαλή να χώνεται κάτω από εκατοντάδες κιλά τσαλακωμένης λαμαρίνας. Οι άνθρωποι που στέκονταν στον σηματοδότη έβγαλαν γρήγορα δυο οδηγούς και μερικούς από τους επιβάτες που είχαν παγώσει στις θέσεις τους και σε κατάσταση σοκ τον υπαίτιο του τροχαίου. Το μικρό λεωφορείο είχε γείρει γιατί είχε σπάσει ο πίσω άξονας όμως οι λιγοστοί επιβάτες της γραμμής 16, Ευαγγελίστρια – Ιστορικό κέντρο, βγήκαν αμέσως χωρίς τραυματισμούς. Μια φλόγα φάνηκε στο εσωτερικό του αναποδογυρισμένου αυτοκινήτου.
   Το ζευγάρι των φοιτητών καλούσε απεγνωσμένα σε βοήθεια, δεν μπορούσαν να κινηθούν, ήταν καταπλακωμένοι κάτω από το αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο και το ίδιο τους το μηχανάκι.
- Τρέχει βενζίνη, τα παιδιά θα καούν ζωντανά φώναξε έντρομος ένας κύριος.
Από τον σταθμό της πυροσβεστικής δυο πυροσβέστες έτρεχαν από τον άδειο σταθμό προς το σημείο χωρίς όμως κάποιο ειδικό τεχνικό μέσο, ικανό να βοηθήσει τα δυο παιδιά και η βοήθεια που μόλις είχε ξεκινήσει από τον πυροσβεστικό σταθμό της Μαρτίου ίσως θα έφθανε πολύ αργά. Πάνω στην ταραχή όλοι άκουσαν την απόκοσμη φωνή του να φωνάζει τα ονόματα τους,
- Νάντια, Θαλή, είδαν το τεράστιο σώμα του Νέστορα, του Μουτράκλα, που προκαλούσε σχόλια, γέλια και ειρωνείες να μπαίνει ανάμεσα από τα αυτοκίνητα, μέσα στην φωτιά. Γονείς και παιδιά άρχισαν να μαζεύονται γύρω από την σκηνή του τροχαίου.
Ο Μουτράκλας, παιδιά ο Μουτράκλας” φώναζαν.
Θα καεί μαζί τους”, “η φωτιά φουντώνει” όλοι είχαν αλαφιάσει. Η κυρία Ζαχαρούλα είχε φτάσει, είδε τον Νέστορα και έκανε τον σταυρό της χωρίς να προσπαθήσει να τον σταματήσει, ήξερε πόσο αγαπούσε αυτά τα δυο παιδιά. “Ο Θεός να τους φυλάξει” ψιθύρισε.
   Αυτήν την σκηνή, αυτήν την τρομερή κραυγή όσοι ήταν μάρτυρες εκείνο το βράδυ της παραμονής του νέου έτους, θα την θυμόταν για πάντα. Το τεράστιο ζώο, το κτήνος που πολλοί πίστευαν πως δεν είχε συναισθήματα, με τα χέρια του μέσα στις φλόγες και με μια κραυγή δύναμης και αγάπης που έκρυβε στην ψυχή του τόσα χρόνια, έδωσε τον εαυτό του. Αυτή η υπέρτατη πράξη αγάπης ατσάλωσε υπερφυσικά τα νεύρα και τους μυς του και με μια κραυγή μετακίνησε το αναποδογυρισμένο όχημα πέρα από τα σώματα τους. Οι δυο φοιτητές με την βοήθεια των πυροσβεστών απεγκλωβίστηκαν τραυματισμένοι, μα σώοι. Ο ίδιος έπαθε σοβαρά εγκαύματα στα χέρια και το σώμα, μαζί με την Νάντια και τον Θαλή διακομίστηκαν στην χειρουργική κλινική του Γ. Γεννηματά.
   Από εκείνο το βράδυ ο Νέστορας έγινε ένας θρύλος, ένας σύγχρονος ήρωας για την Ευαγγελίστρια, για την πόλη ολόκληρη. Το “Μουτράκλας” ήταν πια ένας τίτλος τιμής που ανήκε μόνο στον ήρωα τους με την χρυσή καρδιά.

Α. Δ. Ε. ΒΑΛΜΑΣ
31 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2016 
 
Μέσα στις ατέλειωτες στροφές γύρω από την Ευαγγελίστρια, τα αρχαία τείχη, το Τουρκικό προξενείο, το νοσοκομείο Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ, γεννήθηκε σιγά σιγά αυτή η απόκοσμη μορφή, ο Μουτράκλας, το “κτήνος” με την χρυσή καρδιά. Για τις δύσκολες ημέρες της εγχείρησης της μητέρας μου και της μετεχγειρητικής ανάρρωσης της οφείλω για ακόμη μια φορά ένα μεγάλο ευχαριστώ στον εξαιρετικό χειρουργό μας, στον επίκουρο καθηγητή χειρουργικής Γρηγόρη Χατζημαυρουδή. Οφείλω όμως επίσης ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους γιατρούς και στο νοσηλευτικό προσωπικό της Β΄ χειρουργικής του νοσοκομείου Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ όπως και της εντατικής μονάδας του νοσοκομείου Αγ. Δημήτριος που δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους για την περίθαλψη των ασθενών, ανεξαρτήτως εθνικότητας, χρώματος και θρησκείας μέσα στις δύσκολες συνθήκες της μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης.


Τις θερμές μου ευχαριστίες στον ζωγράφο και προσωπικό μου φίλο Ντίνο Παπασπύρου για τις υπέροχες ζωγραφιές του που κοσμούν τα διηγήματά μου.

1. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-59, ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΛΙΒΑΔΙ
2. ΤΜΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑ: ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-256, Τοπίο από τα Μετέωρα, τέμπερα, 20Χ29 εκ., 1996


Σάββατο, Δεκεμβρίου 24, 2016

Δεκέμβριος 2076

Δεκέμβριος 2076

Τρία ίσως για το μέλλον μας...


Ίσως...

Δεκέμβριος 2076

Ανακοίνωση της Γενικής Αστυνομικής Διεύθυνσης Κερδονίκης

Το τελευταίο διάστημα αρχής γενομένης από το φετινό καλοκαίρι έφτασαν δεκάδες καταγγελίες στην υπηρεσία μας για ένα ασημί αυτοκίνητο μάρκας Citroen. Το απαρχαιωμένο μοντέλο των αρχών του αιώνα κυκλοφορεί παράνομα καθώς δεν είναι καταγεγραμμένο στην βάση δεδομένων της υπηρεσίας μας και δεν φέρει αριθμούς κυκλοφορίας. Αντιθέτως φέρει κέρατα ταράνδου τα οποία εξέχουν από τα μπροστινά παράθυρα και μια φωτιζόμενη πινακίδα η οποία αναγράφει την αναχρονιστική και κατηργημένη εορτή των “Χριστουγέννων”, η οποία αντικαταστάθηκε εδώ και δεκαετίες από την λαμπρή εορτή της Νέας μας Αρχής,

ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΜΟΣ - ΚΑΙΝΟΤΟΜΙΑ - ΚΕΡΔΟΣ ”.

Σύμφωνα με τις καταγγελίες το εν λόγω όχημα περιφέρεται στους δρόμους της πόλης, καθώς και των γύρω περιοχών, επενδεδυμένο επίσης με έγχρωμα λαμπάκια που αναβοσβήνουν σε σχήματα δένδρων και καραβιών. Ειδικά ενισχυμένο στερεοφωνικό σύστημα αναπαραγάγει επί εικοσιτετραώρου βάσεως απαγορευμένα χριστουγεννιάτικα τραγούδια· της προηγούμενης χιλιετίας και διασκορπίζει ολιγοσέλιδα διηγήματα, τα οποία μόνο και αποκλειστικό σκοπό έχουν την υποκίνηση των πολιτών σε παράνομες πράξεις, αναχρονιστικών εποχών, υπό τον γενικό όρο “αλληλεγγύη”.
Ο οδηγός του φέρεται να είναι ένας μεσήλικας 104 ετών1 ο οποίος απέδρασε τον περασμένο Ιούνιο από το ειδικό ίδρυμα συμπεριφοράς Κερδονίκης όπου κρατούνταν για θεραπεία από τις άχρηστες και επιζήμιες έννοιες της συμπόνοιας, της αλληλεγγύης και του αλτρουισμού.

1 (Σημείωση: ο φερόμενος ως δράστης χρωστάει ένα υπέρογκο χρηματικό ποσό στην κερδοεφορία για την θεσπισμένη από την κερδοπολιτεία μας υποχρεωτική ετήσια επιδιόρθωση των γονιδίων του.
Γερατειά = Ασθένειες + Σύνταξη = Κόστος για τα κερδοταμεία
Νεότητα = Υγεία + Εργασία = Κέρδος για τα κερδοταμεία
Και για να μην ξεχνάμε τα λόγια του Παγκόσμιου Γενικού Συντονιστή της κερδοδημοκρατίας μας, “Ας ακολουθήσουμε πιστά τις ύψιστες αξίες μας. Το κέρδος είναι το παν για την ύπαρξη μας. Μην σταματάς, ποτέ δεν είναι αρκετό, πάντα μπορούμε να κερδίσουμε περισσότερα για τον εαυτό μας, για ένα καλύτερο μέλλον”.)

Το εν λόγω ψυχικά ασταθές άτομο, στο παρελθόν έχει απασχολήσει πολλές φορές την υπηρεσία μας. Έχει καταδικαστεί για τα απαγορευμένα διηγήματα του που κρίθηκαν από την δικαιοσύνη παράνομα και αντίθετα με τις αρχές του Νέου μας Συντάγματος, καθότι μοναδικό σκοπό έχουν να διασαλεύσουν την κοινωνική μας ειρήνη και την έννομη τάξη.
Μοναδική επιθυμία του ιδίου – όπως άλλωστε ο ίδιος δήλωσε στο δικαστήριο - είναι να συμπαρασύρει τους πολίτες σε αδικήματα που επισείουν ποινές σε ειδικά ιδρύματα συμπεριφοράς και ονομάζονταν στο παρελθόν “φιλανθρωπίες” για την υποστήριξη των “πτωχών” και των “αδυνάμων”. Στις μέρες μας όμως δεν υπάρχουν ούτε “πτωχοί” ούτε “αδύναμοι”, μόνο οκνηροί και ανεύθυνοι που έχουν υποχρεωτικά περιοριστεί από την κερδοπολιτεία μας· όπως ισχύει παγκοσμίως, σε οριοθετημένες περιοχές για να μην αποτελούν κίνδυνο για τους νομοταγείς πολίτες.
Στόχος του φερόμενου ως δράστη είναι η υποστήριξη τέτοιων παρασιτικών συμπεριφορών. Συμπεριφορές που έχουν εξαφανιστεί στην κοινωνία μας, αφού πια οι άνθρωποι διακρίνονται μέσα από τον συνεχή ανταγωνισμό και την καινοτομία που μας φέρνουν κέρδος και χαμόγελα !!!!
Πληροφορίες που έφτασαν στην υπηρεσία μας και ελέγχονται, αναφέρουν ότι στο όχημα επιβαίνουν η σύζυγος καθώς και η κόρη του. Οι εν λόγω γυναίκες έχουν επίσης απασχολήσει στο παρελθόν τις διωκτικές αρχές, και διακατέχονται από τα ίδια επικίνδυνα “συναισθήματα” για τις ίδιες και κατ' επέκτασιν για το κοινωνικό σύνολο.
Για την αποκατάσταση της δημοσίας τάξεως πρέπει άμεσα να συλληφθεί ο δράστης και οι συνεργοί του και να εγκλειστούν στο ειδικό ίδρυμα συμπεριφοράς Κερδονίκης. Παρακαλούνται οι πολίτες να αναφέρουν τάχιστα οποιαδήποτε εμφάνιση του οχήματος και των επιβαινόντων, να παραμείνουν σε ασφαλή απόσταση ακρόασης καθώς επίσης για κανένα λόγο να μην έρθουν σε επαφή με την εκτυπωμένη ύλη που διασκορπίζει το εν λόγω όχημα. Ο οδηγός είναι ιδιαίτερα επικίνδυνος, μόνιμα χαμογελαστός και πρόθυμος για “καλές πράξεις” χρήζει άμεσης ψυχιατρικής βοήθειας για την εκρίζωση ανώφελων στην ανθρώπινη πρόοδο συναισθημάτων.

Απόφθεγμα της ημέρας: Να σκέφτεσαι πάντα την καινοτομία, τον ανταγωνισμό, το κέρδος για έναν καλύτερο κόσμο.
Ο Γενικός αστυνομικός διευθυντής Κερδονίκης*

Ασταμάτητος Κερδοφόρος

* Πρώην Θεσσαλονίκης




Ίσως...


Δεκέμβριος 2076

Μήνυμα του προέδρου της Δημοκρατίας, αεροδρόμιο Μακεδονία, Θεσσαλονίκη.
Αγαπητοί αλτρουιστές, πραγματικοί εκφραστές του νοήματος των Χριστουγέννων που δεν είναι ένα εποχικό νόημα μα εκφράζει την αγάπη μας που πρέπει να διαχέεται σε κάθε μέρα του χρόνου.
Είναι αλήθεια ότι κάθε έτος γινόταν όλο και πιο δύσκολη η επιλογή. Από εδώ και πέρα λοιπόν κάθε ένας από εμάς θα μπορεί να βοηθάει συνανθρώπους του στην χώρα μας ή να ταξιδέψει σε όποια χώρα του κόσμου επιθυμεί και να παράσχει το φιλανθρωπικό του έργο.
Οι ρομποτικές μηχανές δουλεύουν για εμάς και ολοκληρώνουν με ασφάλεια όλες τις επικίνδυνες, ανθυγιεινές ή απλώς ανώφελες εργασίες για τον άνθρωπο ώστε να έχουμε ποιοτικό χρόνο για να δημιουργούμε, για να ονειρευόμαστε !!!!
Το παγκόσμιο τραπεζικό λογισμικό χρεώσεων πιστώσεων αξίας έχει αναλάβει όλες τις οικονομικές δοσοληψίες ώστε κανείς πια να μην απασχολείται με την έννοια χρήμα, κάτι που στο παρελθόν δημιούργησε τόσα και τόσα δεινά στην ανθρωπότητα. Ακόμη και οι διακρατικές συμφωνίες βασίζονται σε αυτό το δίκαιο σύστημα. Αντιθέτως με το παρελθόν η παραγωγή αγαθών έπεται σε οικονομική αξία του πολιτισμού ο οποίος έχει την μέγιστη αξία παγκοσμίως και όχι μόνο στην Ελλάδα μας. Εκτός του πολιτισμού τα μικρά κράτη έχουν αυξημένη αξία σε ότι παράγουν, έτσι σε αντίθεση με το παρελθόν δεν παρουσιάζουν ελλείμματα και δεν υστερούν σε σχέση με κράτη που έχουν μεγάλο πληθυσμό.
Η εγκληματικότητα, τα ναρκωτικά, το εμπόριο ανθρώπων έχουν σχεδόν εξαλειφθεί, είναι οι εφιάλτες που σε λίγα χρόνια θα αφήσουμε πίσω μας. Αφού τα χρήματα δεν απασχολούν κανένα και τα σχολεία μας αποτελούν πηγές εκπαίδευσης και πολιτισμού, μόνοι στόχοι του σύγχρονου ανθρώπου είναι η ανακάλυψη του εαυτού του, η υιοθέτηση των υψηλών ιδανικών και η μακρά πορεία για την αναγνώριση του έργου του στην κοινωνία, η υστεροφημία που επιζητούσαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Για αυτό και η χώρα μας ήταν και θα είναι ένας φωτεινός φάρος για την επικίνδυνη πορεία της ανθρωπότητας στον χρόνο.
Η νανοτεχνολογία, η κβαντομηχανική και οι αμέτρητες εφαρμογές τους άλλαξαν τον κόσμο μας. Στις λαμπρές μέρες όπου ζούμε κανένας επιστήμονας δεν ασχολείται με την κατασκευή όπλων. Την επιστημονική κοινότητα πια την ενδιαφέρει μόνο η καλυτέρευση της ζωής των ανθρώπων και των ζώων. Η φτώχεια, η πείνα, η λειψυδρία δεν μαστίζουν κανένα σημείο του πλανήτη και οι υποδομές για όλο και μεγαλύτερη επάρκεια ακόμα και στα πιο απομακρυσμένα σημεία της γης συνεχίζονται με γοργούς ρυθμούς.
Ο σεβασμός στο ζωικό και φυτικό βασίλειο της γης είναι πραγματικότητα στις μέρες μας. Τα ζώα έπαψαν να αποτελούν απόλαυση στο πιάτο μας αφού η επιστήμη της τεχνολογίας των τροφίμων έχει παραγάγει υψηλών προδιαγραφών θρεπτικά στοιχεία που λαμβάνουμε δίχως να είναι απαραίτητη η μαζική εκτροφή και θανάτωση ζώων για το τραπέζι μας.
Οι συνέπειες από την υπερθέρμανση του πλανήτη έχουν αναστραφεί και τα επόμενα χρόνια θα είναι ένας ξεχασμένος εφιάλτης. Χάριν στις νέες τεχνολογίες που μας παρέχουν άπλετη δωρεάν ενέργεια αντικαταστάθηκαν κατά 100% τα ορυκτά καύσιμα και έτσι σταμάτησαν να υπάρχουν εντάσεις και συμφέροντα κρατών και εταιρειών. Επίσης η κοινή χρήση όλων των ιδιωτικών δομών, στα κτίρια όπως πλυντήρια, κλιματισμός κλπ αλλά και το καθολικό σύστημα δημοσίων μεταφορών, έχουν κάνει την χρήση των ιδιωτικών μέσων αναγκαίων μόνο σε ειδικές περιπτώσεις.
Η πλήρης εξάλειψη ή ο επαρκής έλεγχος των χρονίων ασθενειών και των επιδημιών, η ανακούφιση του ανθρώπου όπου γης είναι ο κύριος στόχος της ιατρικής. Τα φάρμακα είναι διαθέσιμα για όλους τους ανθρώπους μέχρι και τα πιο απομακρυσμένα σημεία του πλανήτη μας.
Οι χώρες έχουν ανοικτά σύνορα και συνεργάζονται στενά. Είμαστε όντως μια παγκόσμια κοινότητα όμως ο καθένας μας κρατάει την θρησκεία και τις αντιλήψεις του, σέβεται όμως την διαφορετικότητα των άλλων. Πόλεμοι δεν υφίστανται καθώς ο μόνος ανταγωνισμός μας είναι στα πεδία του πολιτισμού, της ιατρικής, της τεχνολογίας, πάντα και μόνο στην υπηρεσία του ανθρώπου.
Με την διεθνή συνεργασία όλων των κρατών κατασκευάσαμε τις πρώτες μεγάλες αποικίες στον Άρη και πια είναι ένα ταξίδι ρουτίνας με ταχύτατη και ασφαλή επιστροφή. Τα παιδιά σε όλο τον κόσμο, το μέλλον μας, όπως ανέφερα ζουν τα πρώτα χρόνια της ζωής τους έτσι όπως αξίζει σε ένα παιδί, ελεύθερα και με σεβασμό στην τρυφερή ηλικία που τα άνθη του καλού μπορούν να ευωδιάσουν. Αυτά θα βελτιώσουν περαιτέρω ότι αρχικά καταφέραμε εμείς στην μικρή μπλε υδρόγειο μας και στις διαστημικές μας αποικίες. Τα παιδιά θα διαφυλάξουν τον πλανήτη μας και την πολυποίκιλη ζωή του, όμως θα κατακτήσουν μακρινούς τόπους στο σύμπαν όχι για να τους καταστρέψουν αλλά για να μεταφέρουν τον πολιτισμό μας, τις αξίες μας.

Σας εύχομαι καλά Χριστούγεννα, υγεία και ευτυχία για όλους τους ανθρώπους και σας αποχαιρετώ με τους όμορφους στίχους του Οδυσσέα Ελύτη,

Πολλά δε θέλει ο άνθρωπος
να ‘ν’ ήμερος να ‘ναι άκακος
λίγο φαΐ λίγο κρασί
Χριστούγεννα κι Ανάσταση


Ίσως...


Δεκέμβριος 2076

   Στο κέντρο ελέγχου Κένεντι της NASA, στο ακρωτήριο Κανάβεραλ όλα είναι βυθισμένα στο σκοτάδι και στον πάγο. Στην πλατφόρμα εκτοξεύσεων, στα δεκάδες εργαστήρια, παντού σιωπή. Τα φώτα σβηστά, στην κεντρική αίθουσα ελέγχου η μεγάλη γιγαντοοθόνη και όλες οι οθόνες των ελεγκτών σκοτεινές και κενές. Η θερμοκρασία αγγίζει τους – 30 oC, ίχνος ζωής πουθενά.
   Το σήμα του δορυφόρου “The End” δεν καταγράφεται εδώ και δεκαετίες από το κέντρο ελέγχου Κένεντι. Τώρα ταξιδεύει πολύ πέρα από το ηλιακό μας σύστημα, σε περιοχές που θα έδιναν πληροφορίες τεράστιες επιστημονικής σημασίας. Στο εσωτερικό του ένας πρότυπος κβαντικός υπολογιστής με υδρογονική πηγή ενέργειας είναι ικανός να μεταφέρει το μήνυμα του για ένα ανθρώπινα δυσανάλογο χρονικό διάστημα όμως τόσο ελάχιστο στην αιωνιότητα του σύμπαντος.
   Στάλθηκε στο διάστημα από μια πολυεθνική ομάδα επιστημόνων της NASA στις 13/12/2038 και ώρα 16.00 Γκρίνουιτς GMT. Γνώριζαν πως το τέλος είναι κοντά αν και ήλπιζαν ότι δεν θα ερχόταν ποτέ. Τα Χριστούγεννα του 2038 δεν γιορτάστηκαν ποτέ. Η εκτόξευση του δορυφόρου “The End” αποτέλεσε την τελευταία ανεπίσημη αποστολή στο διάστημα πριν από τον πυρηνικό όλεθρο που ξεκίνησε στις 18/12/2038 και ώρα 19.45 GMT.
    Έθνη εναντίον εθνών. Η ανθρώπινη παράνοια εναντίον της ανθρωπότητας, εναντίον του πλανήτη.
Λίγο πριν τα Χριστούγεννα το σκότος κυρίευσε την γη. Με αρχή κάποια χρόνια πριν δεκάδες κυβερνήσεις έπεσαν στα χέρια παρανοϊκών ηγετών που οι ψυχές τους κυριαρχούνταν από μίσος, εθνικισμό και θρησκευτικό φανατισμό, έχθρα. Σταδιακά έκλεισαν τα σύνορα και οι πρεσβείες, διώχθηκαν οι ξένοι υπήκοοι και μια ρητορική μίσους άρχισε να φουντώνει. Οι αλληλοκατηγορίες για την κατάσταση στον πλανήτη, την τρομοκρατία, την οικονομική ανισοκατανομή, την αλόγιστη σπατάλη των φυσικών πόρων και την παρεπόμενη κλιματική αλλαγή που επέφερε τερατώδεις θεομηνίες με τρομακτικές συνέπειες έφτασαν την κατάσταση μεταξύ των κρατών στα άκρα. Η παρατεταμένη ξηρασία και οι ασθένειες κατέστρεψαν την αγροτική παραγωγή σε μεγάλο μέρος του πλανήτη ενώ παράλληλα αλλού οι τεράστιες πλημμύρες και ο ακραίος παγετός έφεραν τα ίδια αποτελέσματα και εκτίναξαν τις τιμές των λιγοστών τροφίμων. Η πείνα θέριζε τον πλανήτη και μια σειρά από δικλείδες ασφαλείας κατέρρεαν, εκτός από την ανάγκη για επιβίωση, που έφερε εχθρότητα και συνεχείς εντάσεις μέσα και έξω από τα κράτη.
   Όλα κρεμόταν σε μια κλωστή και μέσα σε έναν καταιγισμό απειλών ένα και μόνο λάθος έφτασε να φέρει τον όλεθρο. Χιλιάδες μαζικά όπλα καταστροφής εξαπολύθηκαν από όλες τις πλευρές, τις επόμενες ημέρες και μήνες δεν απέμεινε κανένα ίχνος ζωής στην μικρή μπλε υδρόγειο του γαλαξία Milky Way. Μολύνθηκε το έδαφος, το υπέδαφος, η θάλασσα και ο αέρας, η ατμόσφαιρα μέχρι τα ανώτερα της στρώματα της. Η Γη, η ανθρωπότητα, εκατομμύρια είδη φυτών και ζώων απέμειναν μόνο στα δεδομένα ενός δορυφόρου που αποτύπωσε την μεγάλη καταστροφή για να μεταφέρει ένα μήνυμα από την ανθρωπότητα, ένα μήνυμα της τραγικής καταστροφής όλης της έμβιας ζωής του πλανήτη. Η απληστία, η παράνοια, το μίσος για κάθε διαφορετικό, για το ξένο, έφεραν το τέλος της σύντομης παρουσίας του ανθρωπίνου είδους στον μικρό πλανήτη...

   Σήμερα θα ήταν 25 Δεκεμβρίου 2076 μα δεν έχει σημασία για κανέναν, στην γη πια κανείς δεν μετράει τον χρόνο. Ο τελευταίος δορυφόρος της ανθρωπότητας περιπλανιέται μοναχικά στην απεραντοσύνη του σύμπαντος. Μέσα στην μνήμη των κβάντουμ του υπολογιστή του, μεταφέρει την τραγική ιστορία της ανθρωπότητας και ένα συγκινητικό μήνυμα των επιστημόνων για να το λάβουν κάποιοι άγνωστοι πολιτισμοί που ίσως ζουν εκεί έξω, μα ούτε αυτοί, ούτε και κανείς άλλος στην γη θα μάθουν ποτέ την απάντηση.
Διασχίζει αργά το διάστημα περνώντας μέσα σε μια πανδαισία χρωμάτων ανάμεσα από συμπλέγματα γαλαξιών με αμέτρητα ουράνια σώματα, αστεροειδείς, κόκκινους γίγαντες και άσπρους νάνους. Είναι αυτά τα ίδια αστέρια που οι άνθρωποι τις νύχτες τα έβλεπαν να τρεμοπαίζουν τον έναστρο ουρανό και ονειρευόταν από την αυγή της ιστορίας τους πως μια μέρα θα τα ακουμπήσουν με την δύναμη της ψυχής και του μυαλού τους. Είναι αυτά τα αστέρια που θέλησαν να εξερευνήσουν για να ανακαλύψουν την αρχή του κόσμου, τα μυστικά του, ίσως και τον άγνωστο δημιουργό των πάντων.
Λουσμένος από το φως υπέρλαμπρων άστρων ο “The End” κάτω από ένα βλέμμα που κρύβεται πίσω από θαύματα ανείπωτα, συνεχίζει μέσα σε μια θάλασσα κοσμικής ακτινοβολίας το μακρύ του ταξίδι για μια άγνωστη Ιθάκη... 

 
Αυτό το ξημέρωμα ανήμερα των Χριστουγέννων του 2016, εύχομαι 60 χρόνια μετά ο κόσμος μας να είναι φωτεινός, γεμάτος από αγάπη και ανθρωπιά.
Εσείς αγαπητοί μου φίλοι, ποια Χριστούγεννα θα θέλατε να ζήσουν τα παιδιά και τα εγγόνια μας;

Α. Δ. Ε. ΒΑΛΜΑΣ
Δεκέμβριος 2016

Αφιερωμένο στον εξαιρετικό ιατρό και άνθρωπο Γρηγόρη Χατζημαυρουδή.

Δευτέρα, Αυγούστου 15, 2016

Ο εκλεκτός του Θεού

Ο εκλεκτός του Θεού


 Ξημέρωσε Κυριακή του Αυγούστου, παραμονή της Παναγιάς.
Ο Ανδρέας απ' το Πάσχα είχε να πατήσει στην εκκλησία. Για την κυριακάτικη Θεία Λειτουργία; Εκεί πραγματικά δεν θυμόταν και ας τον ξυπνούσε η καμπάνα κάθε Κυριακή, εκείνος προτιμούσε να κάθεται στο μπαλκόνι του. Θες λίγο η πολυκοσμία και οι κρίσεις πανικού που τον ταλαιπωρούσαν τον τελευταίο καιρό, θες λίγο η κούραση που έβγαινε την Κυριακή μιας και ήταν και η μοναδική μέρα ανάπαυσης από την δουλειά και τις πολλές προσωπικές υποχρεώσεις; Την Κυριακή δεν άντεχε να πάει ούτε πέντε βήματα· τόσο όσο απείχε η εκκλησία από το σπίτι του. Μπορεί να άναβε σχεδόν καθημερινά ένα κερί σε κάποιο παρεκκλήσι, να έκανε όσο μπορούσε αγαθοεργίες, μα το 'θελε να πηγαίνει έστω στην κυριακάτικη Θεία Λειτουργία. Ήταν όλα αυτά που τον κρατούσαν μακριά, ήταν όμως και οι εσωτερικές αντιφάσεις που ένοιωθε για τον Θεό, για τo αναπάντητο μυστήριο της ζωής. Ύστερα ήταν αυτά που άκουγε, έβλεπε ή μάθαινε από τρίτους για τον κλήρο. Πολλές φορές συζητούσαν αυτά τα θέματα με την Βαγγελιώ και ο Ανδρέας υποστήριζε πως κάποιοι είναι ανάξιοι, άλλοι απλά επαγγελματίες, πως πολλοί με την στάση ζωής τους δεν αποτελούν το παράδειγμα ταπεινοφροσύνης, αρετής και αγάπης εν Χριστώ, όλα όσα θα περίμενε ο ίδιος. Όλα αυτά είχαν επηρεάσει βαθιά τον Ανδρέα. Τον Θεό δεν μπορούσε να τον εξηγήσει μα τουλάχιστον για τους ιερείς Του, θεωρούσε υποκριτικές και ανοίκειες τέτοιες συμπεριφορές. Στην δική του αυστηρή λογική δεν αναγνώριζε πολλά ανθρώπινα ελαττώματα στον κλήρο, οι ιερείς έπρεπε να είναι αφιερωμένοι στον Θεό και μόνον να κηρύττουν την αγάπη Του και να προσφέρουν στους μη έχοντες, στους ασθενείς. Πολλές φορές Πάσχα και Χριστούγεννα έψαχνε μια εκκλησία μακρύτερα από την ενορία του για να αισθανθεί ίσως πιο κοντά στους ιερείς και στην ιεροσύνη τους.
Εκείνη την Κυριακή στις 14 του Αυγούστου σαν άνοιξε τα μάτια του είδε την Βαγγελιώ του να στέκει καλοντυμένη και χτενισμένη.
“Που πας;” την ρώτησε ο Ανδρέας σχεδόν ξέροντας την απάντηση,
“Στην εκκλησία”, ήταν ακριβώς αυτό που περίμενε να ακούσει.
“Έρχομαι και εγώ”, σχεδόν αστραπιαία είχε πάρει την απόφαση για αυτό που τον βάρυνε καιρό.
Λίγα μέτρα ήταν και βρέθηκαν στο προαύλιο. Απ' έξω στεκόταν ένας άντρας ταλαιπωρημένος, θα 'ταν γύρω στα 60 με δυο πακέτα χαρτομάντιλα για πραμάτεια του. Όπως συνήθιζε, του έδωσε λίγα χρήματα και μπήκε στον πρόναο να ανάψει το κερί του, να ασπαστεί τα εικονίσματα.
  Παρά το τριήμερο του Δεκαπενταύγουστου, ο κόσμος ήταν πολύς. Στην αρχή η καρδιά του χτυπούσε γρήγορα, σχεδόν τον έπιασε πανικός να σταθεί όρθιος. Ευτυχώς βρήκε ένα στασίδι ελεύθερο πίσω πίσω, στην δεξιά πλευρά, των αντρών. Η Βαγγελιώ προτίμησε να σταθεί όρθια στο πλάι του. Η πομπώδης φωνή του ιερέα αντηχούσε απ' τα μεγάφωνα σ' όλη την εκκλησία. Τον γνώριζε εδώ και καμιά δέκα χρόνια και τον σκανδάλιζε με την παρουσία του και με τα όσα κατά καιρούς ακούγονταν για αυτόν. Τον θεωρούσε υποκριτή και αδίστακτο με όλα όσα είχε ακούσει, στην πραγματικότητα όμως δεν είχε ιδία γνώση. Κάθισε στο στασίδι και άρχισε να προσεύχεται, μέσα του προσπαθούσε να ξεχαστεί και να αφεθεί στους μακρόσυρτους βυζαντινούς των ψαλτάδων ή στην τελειότητα των αγιογραφιών μέχρι ψηλά στον τρούλο που ο Παντοκράτωρ δέσποζε. Κάθε τόσο που άκουγε την φωνή του παπά, η ίδια σκέψη του ερχόταν “Αν είναι αλήθεια όλα αυτά, πως επιτρέπεις Θεέ μου την υποκρισία του”
  Σε λίγο δεν άργησε να ακουστεί απ' τα χείλη του δεύτερου ιερέα, ενός λεπτοκαμωμένου μεσήλικα το “Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς”. Σαν το ολοκλήρωσε ανακοίνωσε ότι μετά το μυστήριο της Θείας Κοινωνίας θα γίνει η εναπόθεση του σώματος της Παναγίας στο Ιερό Κουβούκλιο και ζήτησε να παραμείνουν όλοι οι πιστοί μέχρι το τέλος.

  Τα παιδιά κρατώντας τα εξαπτέρυγα βγήκαν από το ιερό και στάθηκαν περιμένοντας τους ιερείς να εξέλθουν, ο χώρος είχε γεμίσει από το λιβάνι και τους ήχους του θυμιατού. Σε λίγο οι ιερείς βγήκαν από την βόρεια πύλη για την περιφορά της Παναγίας στον ναό.

Ὁ Πάντιμος Χορός, Τῶν Σοφῶν Ἀποστόλων, Ἠθροίσθη Θαυμαστῶς, Τοῦ Κηδεῦσαι Ἐνδόξως, Τὸ Σῶμά Σου Τὸ Ἄχραντον, Θεοτόκε Πανύμνητε, Οἷς Συνύμνησαν, Καὶ Τῶν Ἀγγέλων Τὰ Πλήθη, Τὴν Μετάστασιν, Τὴν Σὴν Σεπτῶς Εὐφημοῦντες, Ἣν Πίστει Ἑορτάζομεν.

  Ο Ανδρέας σήκωσε το βλέμμα του να κοιτάξει την ιερή πομπή. Σαν να τον χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα η ψυχή του τραντάχτηκε. Ένα παιδί, ναι ένα παιδί που γνώριζε, ένα παιδί της ενορίας με ειδικές ανάγκες έλαμπε καθώς κρατούσε στην αγκαλιά του την υφαντή εικόνα με την αναπαράσταση της κοιμήσεως. Πάντα την κρατούσε ένας ιερέας, όμως σήμερα...

  Κοίταγε αμίλητος μέχρι που κατάλαβε, “Θεέ μου” ψέλλισε. Ύστερα αισθάνθηκε τα μάτια του υγρά και έμεινε να κοιτάει αποσβολωμένος μια το αγόρι και μια την κεκοιμημένη Παναγία με τον Ιησού και τους Αποστόλους γύρω της. “Αυτός ήταν ο εκλεκτός Σου; Πάνω από τις φθονερές σκέψεις μας, Εσύ...”. Σαν έφτασε η εικόνα από την δική τους πλευρά είδε την Βαγγελιώ του δακρυσμένη, πήγε να της πει για το παιδί, όμως η ίδια σκέψη είχε διαπεράσει ήδη και το δικό της το μυαλό “Το παιδί” του ψιθύρισε εκείνη με μάτια γεμάτα δάκρυα χαράς...



 Αφιερωμένο στον Άγιο της εποχής μας, τον Αγιορείτη Πατέρα Παίσιο που με την ταπείνωση και την αγάπη στην ζωή του βοήθησε όλους όσους τον γνώρισαν είτε όσο ζούσε, είτε μέσα από την γραπτή και άγραφη παρακαταθήκη που μας άφησε. Βοηθός προς τον Θεό και δικός μου...
  
Ζωγράφος Ντίνος Παπασπύρου, Πίνακας: Δεκαπενταύγουστος σε εκκλησία της Πάνω Πόλης 2010 Τέμπερα 10Χ10 Κωδ. 716


Α. Δ. Ε. ΒΑΛΜΑΣ
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2016

Δευτέρα, Ιουλίου 18, 2016

ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΩΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΩΝ

ΓΡΑΦΕΙΟ ΔΙΕΘΝΩΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΩΝ


Και να που αποκτήσαμε τον κόσμο ολόκληρο,
μα απολέσαμε τον εαυτό μας.
Και να που ζούμε σε σπίτια ακριβά,
μα δίχως τα παιδιά μας.
Και να που κερδίσαμε ότι ποθήσαμε,
μα χάσαμε την ανθρωπιά μας.



Δευτέρα 30 Μαΐου 8:45 μ.μ.

Το σούρουπο έδινε την θέση του στην νύχτα, στους δρόμους του κέντρου τα στοπ των αυτοκινήτων φώτιζαν σαν αμέτρητες, κόκκινες πυγολαμπίδες.
Πράσινο... Πορτοκάλι... Κόκκινο...
O ηλικιωμένος άντρας μείωσε την ταχύτητα στο citroen του και σταμάτησε μαλακά στην μεγάλη ουρά του σηματοδότη της Δ.Ε.Θ. στην Λεωφόρο Στρατού. Δυστυχώς είχε αργήσει και θα αργούσε παραπάνω με τέτοια κίνηση. Κατέβαινε σε ένα μικρό καφέ στην Παύλου Μελά για να παρευρεθεί στην παρουσίαση της πρώτης ποιητικής συλλογής, μιας καλής του φίλης.
Στο βάθος, ένα αγόρι ξυπόλητο με δύσμορφα άκρα κινούνταν με δυσκολία ανάμεσα απ' τα αυτοκίνητα. Κρατούσε ένα χαρτονάκι που κολλούσε στα τζάμια των αυτοκινήτων για να δουν το ανορθόγραφο “ΠΙΝΑΟ”. Κατέβασε τα χέρια του απ' το τιμόνι και συνέχισε να παρακολουθεί το αγόρι, εικόνες σαν και αυτήν τον πλήγωναν αφάνταστα. Σε λίγο το παιδί χάθηκε ανάμεσα απ' τα αυτοκίνητα και εκείνος ανασηκώθηκε ελαφρά στο κάθισμα, κοίταξε το πρόσωπο του στον καθρέπτη. Παρά τα 70 του χρόνια το δέρμα του ήταν ακόμη όμορφο με λιγοστές μόνο ρυτίδες στο μέτωπο, τα μάτια του εκφραστικά και καθαρά σαν νεαρού άντρα, μύτη αρμονική, ανεπαίσθητα ανασηκωμένη και χείλη ελαφρώς σαρκώδη. Τα μαλλιά του ολόισια, μακρύτερα απ' το συνηθισμένο για την ηλικία του, πιο πολύ γκρίζα παρά λευκά· ακριβώς αντίθετα χρωματικά απ' το περιποιημένο μούσι του, έπεφταν δεξιά αριστερά στο μέτωπο και του έδιναν την ανεπιτήδευτη γλυκύτητα μιας περασμένης από χρόνια εφηβείας. Με τα μάτια του γεμάτα απορία κοίταγε το είδωλο του στον καθρέπτη, φαινομενικά δίχως λόγο, μα μέσα του έψαχνε...
Όταν άφησε τον καθρέπτη το βλέμμα του ξεγλίστρησε έξω απ' το αυτοκίνητο. Περιπλανήθηκε πρώτα στο πάρκο του Ξαρχάκου και βούτηξε στην θάλασσα ανάμεσα από τις φυλλωσιές και τους κορμούς των δένδρων. Σκαρφάλωσε στο τραχύ τοίχωμα και έφτασε μέχρι την κορυφή του Λευκού Πύργου, με ένα σάλτο πάνω από το Κρατικό θέατρο διέσχισε απ' άκρη σε άκρη την ιστορική ΧΑΝΘ. Κατηφορίζοντας στην Τσιμισκή συνάντησε μια θάλασσα από αυτοκίνητα ενώ λίγο πιο πέρα η Αγγελάκη ήταν πιο ήρεμη, γεμάτη απ' τις μουσικές των καφέ που είχαν ξεφυτρώσει σαν τα μανιτάρια. Δίπλα ακριβώς, στην Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης κυριαρχούσε ερημιά ενώ οι γυάλινες όψεις των κτιρίων της Άνω πόλης ξεχώριζαν πάνω από το ημίφως που επικρατούσε στο κέντρο. Στον κέδρινο λόφο, οι κορφές των δένδρων χρυσώνονταν από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου ελάχιστα πριν εκείνος χαθεί ανάμεσα από τους τεράστιους βραχίονες των γερανών του λιμανιού.
Η προχωρημένη άνοιξη έκανε ακόμη αισθητή την παρουσία της στο κέντρο. Το χαμηλό παρτέρι του δρόμου δίπλα στο αυτοκίνητο του ξεχείλιζε από πολύχρωμα γεράνια, πανσέδες και πετούνιες. Στο λιγοστό φως η ματιά του έπεσε στην έγχρωμη ταμπέλα, στην άκρη του παρτεριού. Του έκανε εντύπωση γιατί ήταν βαλμένη τόσο χαμηλά που σχεδόν ήταν κολλημένη στα πλακάκια του πεζοδρομίου. Γρήγορα υπέθεσε πως θα είχε τοποθετηθεί εκεί από κάποιον πανέξυπνο διαφημιστή μιας και οι οδηγοί πάντα περίμεναν αρκετά σ' αυτόν τον σηματοδότη μέχρι να περάσουν στην Τσιμισκή. Στο κιβώτιο ταχυτήτων κολλημένη η πρώτη, η ουρά προχωρούσε σχεδόν ανεπαίσθητα και ο χρόνος, λες και είχε κολλήσει...

Πράσινο... Πορτοκάλι... Κόκκινο... Πράσινο... Πορτοκάλι... Κόκκινο...
Πράσινο... Πορτοκάλι... Κόκκινο... Πράσινο... Πορτοκάλι... Κόκκινο...

Η έγχρωμη ταμπέλα του παρτεριού είχε γραμμένο με έντονα μαύρα γράμματα, “ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΡΕΥΝΩΝ ΝΙΚΟΓΛΟΥ, ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΧΕΜΥΘΕΙΑ, ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ , ΤΗΛ 2310123456”


ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΡΕΥΝΩΝ” “ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ”

Έμεινε να την κοιτά μέχρι που τα μάτια του έλαμψαν,
- Μα πως δεν το είχα σκεφτεί, ίσως να είναι ο κατάλληλος !!! Ο ηλικιωμένος άντρας δίχως να χάσει χρόνο έπιασε το κινητό του και πληκτρολόγησε γρήγορα τον τηλεφωνικό αριθμό της ταμπέλας. Στην άλλη άκρη της γραμμής πρώτα ακούστηκε ένας βόμβος από την πολυκαιρισμένη συσκευή, ύστερα η βραχνή φωνή απάντησε κάπως μυστηριωδώς και σίγουρα χαμηλόφωνα στο τέταρτο κουδούνισμα,
- Γραφείο ερευνών Νίκογλου.
- Καλησπέρα σας.
- Καλησπέρα...
- Ο κ. Νίκογλου;
- Ο ίδιος, απάντησε καχύποπτα.
- Χαίρομαι ιδιαιτέρως, ακριβώς εσάς ήθελα.
- Ο λόγος; ο Νίκογλου ακούστηκε συνοφρυωμένος.
- Μα για μια εξαφάνιση τι άλλο...
- Πολύ ωραία, αυτό το ωραία το είπε με μια ιδιαίτερη ζωντάνια σε σχέση με το προηγούμενο καχύποπτο ύφος που έκανε αμέσως μεγάλη εντύπωση στα αυτιά του συνομιλητή του. Για τον Νίκογλου που κάθε τρεις και λίγο δεχόταν τηλεφωνήματα από εισπρακτικές εταιρείες για τα χρέη του και σχεδόν ποτέ για μια υπόθεση που θα του απέφερε έσοδα ήταν μια ευχάριστη έκπληξη αυτό το τηλεφώνημα.
- Πείτε μου σας ενδιαφέρει κάποια παρακολούθηση, εξαφάνιση, βιομηχανική κατασκοπεία, τι σας απασχολεί; Συνέχισε στον ίδιο ενθουσιώδη ρυθμό.
- Διάβασα ότι αναλαμβάνετε διεθνείς αναζητήσεις.
- Φυσικά κύριε.
- Τότε σας παρακαλώ, μπορείτε να την βρείτε;
- Η ειδικότητα μας, εξαφανίσεις, μην ανησυχείτε καθόλου.
- Έχω καιρό να την συναντήσω, την έχω χάσει πραγματικά... και μου λείπει κύριε, λείπει πολύ, πραγματικά πολύ.
- Σας καταλαβαίνω, έτσι συμβαίνει με τους εξαφανισθέντες ... πείτε μου, που κατοικούσε;
- Διεθνώς κύριε ερευνητά.
- Κανένα πρόβλημα, το γραφείο μας έχει τους καλύτερους συνεργάτες σε Ελλάδα, Ευρώπη και Αμερική, ακόμη και στην Κίνα, είναι ο νέος τομέας μας ξέρετε. Έχετε κάποια ιδέα που μπορεί να κινείται;
- Παντού, ειδικά όμως σε φτωχικά σπίτια, σε προσφυγικούς καταυλισμούς, πλάι σε ηλικιωμένους, στα νοσοκομεία, σε όποιον την έχει ανάγκη στον κόσμο αυτόν. Ξέρετε, αγαπά τους αδυνάτους και πραγματικά απεχθάνεται τον πλούτο.
- Σπάνιο προτέρημα για μια κυρία παραδέχθηκε ο Νίκογλου...
- Μα είναι υπέροχη κύριε, την έχω στην ψυχή μου...
- Νομίζω ότι σας καταλαβαίνω, θα πρέπει να την αγαπάτε πάρα πολύ. Πιστεύω ότι πρέπει να ήταν μέλος σε κάποια εθελοντική οργάνωση, σωστά;
- Μα προς χάριν της έγιναν όλες τους.
- Τότε θα πρόκειται για πολύ σημαντική κυρία.
- Όσο δεν φαντάζεστε κ. Νίκογλου.
- Τελευταία που την είδατε;
- Πριν αρκετό καιρό σε ένα πεζοδρόμιο, έξω από ένα εμπορικό, στην Εγνατία.
- Πριν αρκετό καιρό, επανέλαβε ο Νίκογλου σαν τον αντίλαλο του σημειώνοντας σε ένα φθαρμένο μπλοκάκι και στο επόμενο δευτερόλεπτο σήκωσε το στυλό του και αναρωτήθηκε,
- Σε ένα πεζοδρόμιο;
- Ναι σε ένα πεζοδρόμιο, έξω απ' την βιτρίνα ενός εμπορικού. Εσείς κύριε Νίκογλου;
- Τι εγώ;
- Πότε την είδατε τελευταία φορά;
- Δεν σας καταλαβαίνω κύριε, δεν γνωρίζω καν για ποια κυρία μιλάμε.
- Και όμως κύριε Νίκογλου, την γνωρίζετε, όλοι την γνωρίζουν, όμως την ξεχνούν και στο τέλος τέλος την χάνουν.
- Δυστυχώς δεν σας καταλαβαίνω, τι ψάχνουμε; Δεν πρόκειται για γυναίκα;
- Μα εννοείται κύριε, τι άλλο θα ήταν.
- Ναι μα ποια είναι;
- Αναρωτιέστε κύριε ερευνητά;
- Αν αναρωτιέμαι; Ρώτησε πλέον φανερά εκνευρισμένος ο ιδιωτικός ερευνητής.
- Η Ανθρωπιά κύριε Νίκογλου, η Ανθρωπιά, χωρίς αυτήν είμαστε μόνο μια αγέλη άπληστα θηρία. Εσείς δεν το βλέπετε ότι λείπει; Ότι λείπει από παντού; Πόλεμοι, τρομοκρατικές επιθέσεις, βασανισμοί, σωματεμπορία, παιδική εργασία, κέρδος, απληστία και και και... Η Ανθρωπιά μας εξαφανίστηκε πάλι από προσώπου γης, αν την βρίσκατε θα μπορούσαν να αλλάξουν τα πράγματα στον κόσμο.
- Ειλικρινά δεν σας καταλαβαίνω κύριεεεεε...
- Χατζηπέτρου...
- Τότε κ. Χατζηπέτρου μάλλον μου κάνετε πλάκα, μήπως πρόκειται για κάποια ευφάνταστη ραδιοφωνική φάρσα;
- Όχι, όχι, κατηγορηματικά όχι, κ. Νίκογλου.
- Μα τότε με δουλεύετε...
- Όχι, όχι, απλά βρήκα μια ελπίδα σε εσάς κύριε, πίστεψα ότι μιας και δεν την βρίσκουμε μόνοι μας, ίσως θα μπορούσε να την βρει ένας ερευνητής, ένας ερευνητής διεθνών αναζητήσεων...
Ο Νίκογλου είχε χάσει πια την όποια επαγγελματική του ευγένεια και ήταν εκτός εαυτού,
- Ρε άντε κάθε τρελός εδώ μέσα, άντε βραδιάτικα που μου έχεις και κέφια για φάρσες, άντε μέσα στις φτώχειες μας. Δεν μπορούμε να σταυρώσουμε έναν πελάτη, χάθηκαν και τα παράνομα ζευγαράκια, ξεχάστηκαν και οι απατημένοι σύζυγοι, τρέχει το Τέβε, η Εφορία, δώσε εδώ, δώσε εκεί και να σου και ο μυστήριος με τις πλακίτσες του...
Το ακουστικό έπεσε με δύναμη στην συσκευή του Νίκογλου. Στο αυτί του Χατζηπέτρου ακούστηκε δυνατά ο μακρόσυρτος ήχος τουττττ, τουττττ, τουττττ, τουττττ, τουττττ...


Δευτέρα 30 Μαΐου 8:57 μ.μ.

Τουττττ, τουττττ, τουττττ, τουττττ... Ο ήχος του τρυπούσε τα αυτιά, οι κόρνες πίσω του χτυπούσαν επίμονα, παρατεταμένα,
- Ξύπνα ρε να φύγουμεεεε, ξύπνα ρεεεεεεεε...
Ο Χατζηπέτρου πετάχτηκε έντρομος μέσα στο citroen του, οι χοντρές σταγόνες ιδρώτα που κυλούσαν στο μέτωπο του είχαν μουσκέψει τα μαλλιά του.
- Θεέ μου, με πήρε ο ύπνος,
το πρώτο πράγμα που είδε και πάλι ήταν η ταμπέλα, ήταν ακόμα εκεί μπροστά του με τα έντονα μαύρα γράμματα της, τώρα φωτιζόταν από τις λάμπες του δρόμου που στο διάστημα που τον είχε πάρει ο ύπνος είχαν ανάψει, “ΓΡΑΦΕΙΟ ΕΡΕΥΝΩΝ ΝΙΚΟΓΛΟΥ, ΑΠΟΛΥΤΗ ΕΧΕΜΥΘΕΙΑ, ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ , ΤΗΛ ....” Μια ομοβροντία κορναρισμάτων πίσω του ξεκίνησε καθώς ο σηματοδότης πρασίνισε, ο Χατζηπέτρου πάτησε το γκάζι με δύναμη και πέρασε βιαστικά την διασταύρωση λίγο πριν ανάψει το κόκκινο και πάλι...




Στον αγαπητό μου κ. Κώστα Πλασταρά, ηθοποιό, που αποτέλεσε την έμπνευση μου για την δημιουργία του Χατζηπέτρου.
Στον Θοδωρή Συμεωνίδη για την φιλία του.
Στην φίλη μου Χριστίνα Γεωργιάδου μιας και όταν έτυχε να δω την ταμπέλα του γραφείου ερευνών στο φανάρι της ΔΕΘ, κατέβαινα στο κέντρο για την παρουσίαση της πρώτης της ποιητικής συλλογής. Η ημερομηνία και η ώρα που αναγράφονται στο διήγημα είναι οι πραγματικές...



Τις θερμότερες μου ευχαριστίες στον ζωγράφο Ντίνο Παπασπύρου που με τιμά με την φιλία και την εμπιστοσύνη για τα έργα του.

1. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ-40, 75η Δ.Ε.Θ., τέμπερα, 18Χ38 εκ., 2010, Κωδ. 733 ΖΩΓΡΑΦΟΣ ΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ.

Α Δ. Ε. ΒΑΛΜΑΣ
ΙΟΥΛΙΟΣ 2016

ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΓΗ