Παρασκευή, Αυγούστου 11, 2017

Κάποτε στο Μακεδονία Παλλάς

Κάποτε στο Μακεδονία Παλλάς


Υπάρχει μέσα μου ένα φως.
καμιά φορά σαν δέντρο ή σαν πουλί
ή ξέφτι απ' το γαλάζιο στο περβάζι σου.

Υπάρχει μέσα μου ένα φως
που όλα τα ξέρει κι όλα τα αισθάνεται
μοναχικό που ταξιδεύει απ' την αρχή του χρόνου
που αστράφτει μέσα στη μεγάλη νύχτα
και δεν παραδίδεται


Τόλης Νικηφόρου





Στον ένατο όροφο… στον ουρανό της πόλης... κοντά στα αστέρια…  


CORLEONE”

  Αστέρια λαμπυρίζουν στους τοίχους, φωτίζουν ελαφρώς τα διάσπαρτα γυάλινα τραπέζια με τις οβάλ πολυθρόνες και τους ευρύχωρους καναπέδες που είναι καμωμένοι από μαύρο δέρμα. Στην επιβλητική μπάρα από χοντρό ξύλο τριανταφυλλιάς θαμώνες κάθονται ακουμπισμένοι πάνω της, με ένα ποτό στο χέρι. Τους περιτριγυρίζουν πολύχρωμα μπουκάλια γεμάτα αλκοόλ, κρυστάλλινα ποτήρια κρέμονται ανάποδα, λαμπυρίζουν πάνω από τα κεφάλια τους ενώ πίσω τους η θάλασσα και ο ουρανός απλώνονται μέχρι την εσχατιά της πλάσης.
  Ο μπάρμαν πάντοτε άψογα ντυμένος, όμοια με τον σερβιτόρο, φοράει την στολή του ξενοδοχείου και το καρτελάκι με το όνομα του καρφιτσωμένο στο στήθος. Η μουσική παίζει χαμηλά και ο χώρος είναι πλημμυρισμένος από χαμόγελα και συζητήσεις. Τα παπούτσια βουλιάζουν στην παχιά, μαλακή μοκέτα, ένας δρόμος ζωγραφισμένος πάνω της οδηγεί σε άγνωστο προορισμό. Επάνω στις τσιμεντένιες κολώνες που συγκρατούν την οροφή, ορθώνονται κάποιοι άντρες. Φορούν γκρι παλτό και στα καλοκουρεμένα κεφάλια τους χαμηλά, στρογγυλά καπέλα. Με γυρισμένη την πλάτη τους, θαρρείς ζωντανοί, στέκονται ανάμεσα μας, μυστηριώδεις παρουσίες.
   Πίσω από την ξύλινη μπάρα, σύνορο με τον έξω κόσμο, η γυάλινη τζαμαρία. Αφήνει την ματιά να απλώνεται όσο το μπορεί. Nα απλώνεται απ’ την θάλασσα μέχρι τον ουρανό που τις βραδιές είναι γεμάτος αστέρια, γεμάτος φως από γαλαξίες μακρινούς. Ίσως και να μην υπάρχουν πια, όμως έμεινε το φως, η μνήμη τους, να ταξιδεύει στο άχρονο άπειρο.
  Ποιος ξέρει αν και εκεί έξω ζουν κάποιοι άλλοι σε ένα τόπο φιλόξενο, αν έχουν τις ίδιες αναμνήσεις παρέα με ένα ποτό στο χέρι; Ίσως να κάθονται γύρω από μια μπάρα σαν εμάς, ίσως κάποιες φορές να αναρωτιούνται και αυτοί αν ζουν μόνοι τους μέσα στο σύμπαν, ίσως μέσα στην νυχτιά να κοιτούν και το λαμπερό αστέρι που δίνει ζωή στην μικρή μπλε υδρόγειο μας, ίσως...   

 
   To μπαρ “Corleone” έγινε το αγαπημένο τους στέκι από την αρχή της γνωριμίας τους· κάπου στα 1998. Η Μαρία είχε πρωτοπάει μερικές φορές με την παρέα της, αυτή το γνώρισε στον Τάσο. Ανέβηκαν μαζί για πρώτη φορά στον ένατο όροφο του Μακεδονία Παλλάς στο δεύτερο τους ραντεβού, μετά το μπαλκόνι του “Τόττη” στην παλιά παραλία. Εκείνος το λάτρεψε αμέσως. Από εκεί ψηλά μπορούσε να δει όλη την πόλη, από τον Λευκό πύργο και το Επταπύργιο, μέχρι την κορφή των 1201 μέτρων του Χορτιάτη και το αρχοντικό Πανόραμα στην σκιά του. Μπορούσε να ταξιδεύει νοερά στον Θερμαϊκό, που άλλοτε γαλήνιος και άλλοτε φουρτουνιασμένος έβρεχε από την Καλαμαριά μέχρι τα πέτρινα πόδια του Ολύμπου.
   Το μπαρ στεγαζόταν στον ένατο όροφο του  ξενοδοχείου «Μακεδονία Παλλάς», πάνω από την νέα παραλία. Ξενοδοχείο σημαντικό, δεμένο με την νεότερη ιστορία της πόλης. Θυμόταν τον πατέρα του τον Δημήτρη να του περιγράφει πρώτα την γιγάντια επιχωμάτωση για την δημιουργία της νέας παραλίας και έπειτα την ειδική κατασκευή των θεμελίων του ξενοδοχείου μέσα στην θάλασσα από την τεράστια μπετοπρέσα. Μεγάλο επίτευγμα της μηχανικής στην Ελλάδα για τις αρχές της δεκαετίας του 60. Αν θυμόταν καλά ένα άρθρο της εφημερίδας “Μακεδονία” πρέπει να λειτούργησε στα 1972, την χρονιά της γέννησης του.
   Οι δυο τους επισκέπτονταν το “Corleone” πολύ συχνά, ειδικά τα Σαββατόβραδα όταν κανόνιζαν μια έξοδο, μόνοι ή με φίλους. Πριν ανεβούν στον ένατο πάντα θαύμαζαν το ψηφιδωτό δάπεδο του ισογείου και η Μαρία έριχνε μια κλεφτή ματιά προς το lobby όπου πριν χρόνια ο πρόεδρος της μεγάλης εταιρείας τηλεπικοινωνιών εκεί της είχε πάρει συνέντευξη. Την είχε επιλέξει μεταξύ πολλών άλλων υποψηφίων για μια θέση στην επιτυχημένη εταιρεία του. Αυτός ήταν και ο λόγος να γνωριστεί με τον Τάσο μιας και αυτός ήδη δούλευε ως τεχνικός στην ίδια εταιρεία. Άλλος ένας λόγος που τους συνέδεε συναισθηματικά με το Μακεδονία Παλλάς.
  Η ιστορία τους συνεχίστηκε σ’ αυτό το ξενοδοχείο αφού στο “Corleone” πέρασαν ατελείωτες ώρες συζητήσεων και γεγονότων για τις πιο σημαντικές στιγμές τους. Στην αρχή ήταν η προετοιμασία των αρραβώνων τους, μετά από τέσσερα χρόνια εκεί και πάλι οργάνωναν τον γάμο τους. Εκεί περίμεναν λίγους μήνες έπειτα και την Κλαιρούλα τους και αργότερα σχεδίαζαν το δωμάτιο της. Στο φιλόξενο περιβάλλον του έκαναν γνωριμίες, συζήτησαν πολλά απ΄ τα μικρά θέματα της καθημερινότητας, όπως κι ένα σωρό πολιτικά γεγονότα, πολέμους και καταστροφές στην Ελλάδα και τον κόσμο.  Μέχρι και τα τρία αποτυχημένα προξενιά που ο Τάσος – και μόνον αυτός -  έβλεπε με βεβαιότητα ότι θα κατέληγαν σε κουφέτα, εκεί έγιναν.
   Με το προσωπικό είχαν γίνει φίλοι και μόνο από ευγένεια περίμεναν την παραγγελία για το λευκό κρασί της Μαρίας και την γλυκιά σοκολάτα του Τάσου. Όμορφο και φιλόξενο το εσωτερικό, όμως το καλοκαίρι όταν η γυάλινη τζαμαρία άνοιγε το μπαρ αποκτούσε το πιο όμορφο μπαλκόνι της πόλης. Τότε τους άρεσε να κάθονται δίπλα στο χώρισμα με το πολυτελές εστιατόριο του ξενοδοχείου, την “Πορφύρα” που καταλάμβανε το υπόλοιπο του ορόφου.  Όλη η κοσμική Θεσσαλονίκη, επιχειρηματίες, πολιτικοί περνούσαν κάθε βράδυ απ' το εστιατόριο του ξενοδοχείου και όχι μόνο. Κατά καιρούς σημαντικοί Ευρωπαίοι πολιτικοί και μεγάλοι αστέρες του κινηματογράφου είχαν διαμείνει σε κάποια από τις σουίτες και γεύτηκαν τα εδέσματα των εξαιρετικών Σεφ της “Πορφύρας”. Και ο Τάσος ονειρευόταν να  κάνει μια μέρα έκπληξη στην Μαρία μια μικρή διαμονή σε κάποια από τις όμορφες σουίτες του ξενοδοχείου, να απολαύσουν το γαλάζιο από το κρεβάτι τους ξυπνώντας το πρωί, να χαρούν την πόλη τους, σαν δυο ανέμελοι τουρίστες. Οι δυο τους πολλές φορές που έβρισκαν κενό το ακριανό τραπέζι στο χώρισμα με την «Πορφύρα» καθόταν εκεί, όπου ο θόρυβος από τις συζητήσεις και τα γέλια του Corleone ήταν λιγότερος και έτσι μπορούσαν να απολαμβάνουν τις όμορφες μελωδίες από το πιάνο του εστιατορίου, έστω και “λαθραία”.


Ένα απρόσμενο γεγονός

  Ένα κρύο Σαββατόβραδο λίγο πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων του 2008 ο κατακόκκινος ουρανός κάθε τόσο άφηνε μερικές χιονονιφάδες να πέσουν στην γιορτινά φωτισμένη πόλη. Η μικρούλα τους κοιμόταν βαθιά παρέα με την γιαγιά Αγγελική και οι δυο τους, μετά από καιρό, βρήκαν την ευκαιρία για μια βραδινή έξοδο στο αγαπημένο τους μπαρ. Σε λίγη ώρα από το νοικιασμένο τριαράκι τους στο γήπεδο της Τούμπας είχαν φτάσει στην παραλία, στο Φάληρο· μια κατηφόρα δρόμος. Με το μυαλό στην μικρή και με το ενδεχόμενο να χτυπήσει το τηλέφωνο ανά πάσα στιγμή για μια εσπευσμένη επιστροφή, πέρασαν βιαστικά την πολυτελή περιστρεφόμενη είσοδο του ξενοδοχείου και πήραν τον ανελκυστήρα για τον ένατο όροφο. Στο άνοιγμα της πόρτας αντίκρισαν σκοτάδι και στην  θέση των γνώριμων ήχων του “Corleone” υπήρχε μόνο μια ανησυχητική βουβαμάρα. Μερικά βήματα και μόνο έφταναν, με έκπληξη και με λύπη ανακάλυψαν πως το αγαπημένο τους μπαρ είχε γίνει εργοτάξιο. Κοιτάχτηκαν αμήχανα, λυπημένα, μετά από αυτό δεν είχαν καμία όρεξη για έξοδο. Πήραν το ασανσέρ και κατέβηκαν στο πολυσύχναστο ισόγειο. Απέναντι από την ρεσεψιόν παρατήρησαν τώρα την ενημερωτική πινακίδα που πληροφορούσε πως το αγαπημένο τους μπαρ θα ανακαινίζονταν και σύντομα θα ήταν και πάλι έτοιμο να τους υποδεχτεί με τον φιλόξενο τρόπο του ξενοδοχείου και την υπέροχη θέα στην πόλη.
«Ε, το χρειαζόταν και λιγάκι αυτό το λίφτινγκ μετά από τόσα χρόνια», είπε ο Τάσος προσπαθώντας να βρει κάτι το καλό στην όλη υπόθεση.
  Έξω χιόνιζε τώρα έντονα, βιαστικά μπήκαν στο μικρούλι Citroen τους και ανηφόρισαν για τα ψηλά της Τούμπας. Στο δρόμο νοστάλγησαν τα όμορφα βράδια που πέρασαν στον ένατο όροφο. Μέσα στην παγωνιά του χιονισμένου τοπίου , με το καλοριφέρ στο μέγιστο, θυμήθηκαν εκείνα τα ζεστά σαββατόβραδα, έξω στο μπαλκόνι, με τις μελωδίες του πιάνου από το κοσμικό εστιατόριο. Μπορεί ποτέ να μην πέρασαν την είσοδο του, μα τόσες και τόσες φορές ταξίδεψαν νοερά οι δυο τους, κάθε φορά για κάποιο άλλο νησί, παρέα με τους επιβάτες που αν και δεν τους έβλεπαν στο βάθος της θάλασσας, είχαν τις ίδιες προσδοκίες και τα ίδια εφήμερα όνειρα του καλοκαιριού. Με συνοδεία τις νότες έβλεπαν τα πλοία να κινούνται αργά αργά, αναδεύοντας τα νερά με το φως του φεγγαριού, να χάνονται μετά το Καραμπουρνάκι αφήνοντας πίσω τους την Θεσσαλονίκη, μια ανάμνηση.  Σαν το μπαρ τους...   
    


Μια ... έκπληξη

  Από εκείνο το σαββατόβραδο είχαν περάσει κοντά τρεις μήνες. Ανυπομονούσαν πότε επιτέλους θα ερχόταν η στιγμή να ανεβούν στον ένατο όροφο ώστε να  δουν το αγαπημένο τους μπαρ στην νέα του μορφή. Αν και τους προβλημάτιζε λίγο το πως θα ήταν τελικά αυτή η ακαθόριστη, νέα μορφή. Αν και αναρωτιόταν αν είχε ολοκληρωθεί η ανακαίνιση, αποφάσισαν να κάνουν μια βόλτα ως εκεί. Ήταν φυσικά και πάλι Σαββατόβραδο·  η μόνη νύχτα εξόδου της εβδομάδας, κι ήταν εξαίσια γλυκό, ύστερα από μια ζεστή μέρα που δεν θύμιζε Μάρτη μα πιο πολύ προχωρημένο Μάη. 
   Έφτασαν κατά τις δέκα, αφού φυσικά πριν είχαν βάλει την κορούλα τους για ύπνο.    
Πλάι στο ασανσέρ είδαν με χαρά πως η ενημερωτική πινακίδα για την ανακαίνιση είχε αφαιρεθεί. Σε λίγο επιτέλους το ασανσέρ έφτασε στον ένατο, βγήκαν στο προθάλαμο. Άπλετο φως έλουζε το μικρό σαλονάκι που είχε τοποθετηθεί τώρα αντί της κλασικής πολυθρόνας που βρισκόταν στο σημείο παλιότερα.
- Τι είναι αυτό; Ρώτησε ο Τάσος βλέποντας μια κλειστή πόρτα με κάθετες ρίγες και ένα μικρό παραθυράκι στο ύψος των ματιών. Εκεί κάποτε ήταν η ανοικτή είσοδος προς το μπαρ τους, το “CORLEONE”. Μια ανησυχία τον κυρίευσε, κάτι δεν του ταίριαζε, κάτι δεν πήγαινε καλά.
   Η Μαρία προχώρησε πρώτη. Η ριγέ πόρτα άνοιξε από μέσα και ένας ευπαρουσίαστος νεαρός τους χαιρέτησε. Αμέσως είδαν το σημείο που ήταν η είσοδος του μπαρ και δίπλα της το μεγάλο παράθυρο, η γωνιά με τους καναπές. Τίποτα δεν υπήρχε από όλα αυτά στην θέση τους ανοιγόταν ένας μακρύς διάδρομος. Στο βάθος του μια ακόμη είσοδος, μέσα στο ημίφως που επικρατούσε διακρίνονταν μπροστά της δυο κοπέλες. Η μία ήταν εντυπωσιακά ψηλή, με κοντά ασύμμετρα μαλλιά βαμμένα σαν στάχυα, στα ζυγωματικά και γύρω από τα μάτια είχε έντονο μακιγιάζ που όμως δεν τραβούσε καθόλου τα βλέμματα μιας και για αυτό φρόντιζε το αποκαλυπτικότατο κομμάτι από μαύρο ύφασμα που ίσα ίσα έφτανε, δεν έφτανε να καλύψει τα επίμαχα σημεία. Η δεύτερη καθόταν διπλά στην πόρτα της νέας εισόδου, πίσω από ένα αναλόγιο. Ήταν μετρίου αναστήματος με ύφος μπλαζέ. Φορούσε ένα κόκκινο φόρεμα, αρκετά ανταγωνιστικό της ξανθιάς. Σε αντίθεση στο σκούρο δέρμα της, είχε φορέσει μπλε φακούς επαφής. Στον υποφωτισμένο διάδρομο το σκούρο μπλε βλέμμα, της έδινε μια αλλόκοτη, ίσως και τρομακτική μορφή.
   Το ζευγάρι δεν πίστευε στα μάτια του. Η ζεστασιά και η οικειότητα που ένοιωθαν σ’ αυτόν τον χώρο είχαν χαθεί ανεπιστρεπτί. Σε λίγο όμως και άλλες εκπλήξεις τους περίμεναν.
- Παρακαλώ έχετε κάνει κράτηση; Ρώτησε η κυρία στο αναλόγιο με ύφος χιλίων καρδινάλιων.
- Όχι, ξέρετε εμείς νομίζαμε... προσπάθησε να αρθρώσει ο Τάσος που παράλληλα την αναγνώρισε από κάποια στιγμή στο παρελθόν, όντας υπεύθυνη εκείνη σε ένα από τα κοσμικά στέκια της πόλης, που στεγαζόταν σε έναν χώρο στην παραλία λίγο πιο μακριά από το “Μακεδονία Παλλάς”.
- Δεν πειράζει τον διέκοψε άναψε ένα μικρό φωτιστικό και βάλθηκε να ελέγχει με προσοχή τις κρατήσεις.
- Την θυμάσαι; Ρώτησε ο Τάσος την γυναίκα του.
- Δεν μπορώ να θυμηθώ
- Στο in, στην παραλία.
- Α, ναι στο in.
- Νοίκιασαν τον χώρο, οι τύποι δεν έχουν καμιά σχέση με το ξενοδοχείο, με το αγαπημένο μας μπαρ...
Αφού γύρισε το κεφάλι δυο τρεις φορές δεξιά, αριστερά πάνω στις σημειώσεις της, η μετρ τους ανακοίνωσε με αυστηρή φωνή,
- Μόνο στο μπαρ ή σε κάποιο σταντ είπε η μετρ και ταυτόχρονα η ξανθιά άνοιξε την είσοδο και τους έδειξε τον δρόμο προς το εσωτερικό του χώρου.
    Ένα βήμα τους χώριζε από το να τους αποκαλυφθεί η αλήθεια. Το νεαρό ζευγάρι μουδιασμένο από όλη την κατάσταση πέρασε την είσοδο !!!  Ένας εντελώς νέος χώρος ανοίχθηκε μπροστά τους. Ήταν ένα μοντέρνο, μεγάλο, μονοκόμματο, μπαρ - ρεστοράν αντί του παλιού αγαπημένου τους μικρού και τόσο φιλικού μπαρ με την υπέροχη θέα και του πολυτελούς εστιατορίου με τις όμορφες μελωδίες του πιάνου.
  Γύρω τους παντού ρεζερβέ τραπέζια, περικυκλωμένα από κυκλικούς καναπέδες γεμάτους από επίδοξους κοσμικούς της συμπρωτεύουσας.
   Στο μπαρ “9 cloud level”,   αυτή η ονομασία είχε πλέον αντικαταστήσει το πάλλε ποτέ μαφιόζικο «CORLEONE», επικρατούσε συνωστισμός. Το ζευγάρι είχε βρει ευτυχώς λίγο χώρο σε μια σανίδα ξύλου βιδωμένη στον τοίχο πλάι στο μπαρ. Έμειναν όρθιοι ελλείψει σκαμπό, σαν τιμωρημένα σχολιαρόπαιδα. Έδωσαν την παραγγελία τους μετά από πολλά επίμονα νοήματα του Τάσου σε μια γλυκύτατη μα αγχωμένη σερβιτόρα η οποία ήρθε φουριόζα και εξαφανίστηκε σπρώχνοντας ελαφρά για να περάσει.  Όταν ήρθαν τα δυο ποτήρια λευκό κρασί - η σοκολάτα του Τάσου χάθηκε μαζί με το «Corleone» - συνοδεία λίγο ξηρών καρπών και αυτά μόνο φιστίκια αράπικα, καβουρντισμένα και λύσσα αλατισμένα, αναστέναξαν.
  Όσο περνούσε η ώρα τόσο το μαγαζί γέμιζε ασφυκτικά και από καινούργιους νιόφερτους καθώς η μουσική έπαιζε όλο και πιο δυνατά. Οι δυο τους κοίταζαν τον τοίχο μην μπορώντας καν να κουνηθούν από την θέση τους. Ο Τάσος όλο και γκρίνιαζε για όλους αυτούς που είχαν μαζευτεί και δεν τους άφηναν να απολαύσουν τίποτα, τους έκρυβαν ακόμη και το μόνο που είχε απομείνει από το παλιό τους στέκι.... την θέα...
Η Μαρία που τον κοιτούσε στο μισοσκόταδο προσπάθησε να τον ηρεμήσει.
- Αχ, ηρέμησε μωρό μου...
- Τιιιιι;;; Δεν ακούωωωω…
-  Ηρέμησεεε, επανέλαβε δυνατά.
- Τι να ηρεμήσω Μαρία,  της φώναξε στο αυτί, για να μπορέσει να τον ακούσει καθαρά, κάθομαι εδώ και κοιτάζω τον τοίχο. Θυμάσαι που καθόμασταν δίπλα στο μπάρμαν, μπροστά στην τζαμαρία; Δεν περίμενε την αυτονόητη απάντηση της και συνέχισε με την ανάμνηση ζωντανή στα μάτια του.
- Μπορούσαμε να βλέπουμε τον Λευκό Πύργο, το λιμάνι, την θάλασσα, τα αστέρια.
Τι ωραία που ήταν τότε. Τώρα είμαστε σαν τα ψάρια έξω από το νερό, να κοιτάμε τις πλάτες των “δήθεν” νεοφερμένων που μας κλέβουν την θέα, που μας κλέβουν...
Η Μαρία χαμογέλασε και του έπιασε το χέρι,
- Πάμε, του είπε και τον οδήγησε έξω από το μπαρ...
   Όταν άνοιξε η πόρτα του ισογείου ήταν λες και ξύπνησαν από ένα κακό όνειρο. Ήταν και πάλι στην λαμπερή, στην ζεστή ατμόσφαιρα του αγαπημένου τους ξενοδοχείου. Η ρεσεψιόν απέναντι τους ήταν γεμάτη από τουρίστες που μόλις είχαν φτάσει από Φιλανδία, στο lobby μερικές παρέες συζητούσαν χαμηλοφώνως.  Η Μαρία τον τράβηξε απαλά,
- Έλα...
  Χέρι χέρι διέσχισαν το ψηφιδωτό δάπεδο και βγήκαν στην βεράντα του ξενοδοχείου όπου μπροστά τους απλώνονταν ήρεμος ο Θερμαϊκός. Στάθηκαν αμίλητοι, τυλιγμένοι απ’ την ελαφριά αύρα που έφτανε από τα βαθειά. Μέσα στην βραδινή υγρασία τα φώτα του λιμανιού τρεμόπαιζαν ανάμεσα απ’ τους θηριώδεις βραχίονες των γερανών. Αγκυροβολημένο στα ανοιχτά ένα φορτηγό πλοίο γεμάτο με κοντέινερ από την Άπω Ανατολή, λικνίζονταν ανάλαφρα.


   Ο χρόνος κύλησε αργά πάνω από την πόλη, πάνω από την θάλασσα, πάνω από την βεράντα του Μακεδονία Παλλάς. Οι δυο τους κοιτούσαν εκστατικά τις φωτεινές κουκίδες του ουρανού που άλλαζαν αργά αποχρώσεις και έμοιαζαν να έχουν κατεβεί μια ανάσα απ’ το νερό. Ήταν τόσα πολλά που απορούσαν, ήταν σαν να μαζευτήκαν από κάθε γωνιά του νυχτερινού ουρανού μόνο για αυτούς. Η Μαρία φάνταζε λες και μόλις είχε γεννηθεί μέσα από ένα παιδικό παραμύθι, έλαμπε ανάμεσα στις φωτίτσες του ουρανού. Κοίταξε τον Τάσο με εκείνο το υπέροχο μελαχρινό της βλέμμα και εκείνος έλιωνε μέσα στα μάτια της, μέσα στα λόγια της,
-  Για ότι και αν συμβαίνει, για ότι και αν συμβεί, θα έχουμε για πάντα τον θησαυρό μας αγάπη μου, τις αναμνήσεις της ζωής μας. Αυτές κανείς δεν θα μπορέσει να μας τις στερήσει γιατί θα ζουν παντοτινά. Θα ζουν στις λεωφόρους και στα στενά δρομάκια της πόλης μας, στο γαλάζιο της θάλασσας. Θα ζουν στο μαβί φέγγος που τις νυχτιές αγκαλιάζει τις βουνοκορφές, στο άπειρο που μέσα στο σκότος του χορεύουν τα πιο λαμπερά χρώματα. Θα ζουν μέχρι την άκρη του σύμπαντος, στα πιο μακρινά αστέρια, εκεί που γεννηθήκαμε πριν δισεκατομμύρια χρόνια, εκεί που θα υπάρχουμε για πάντα αγάπη μου...


Της αγάπης τροβαδούρος
πλάι σου παντοτινά…



   Στην Μαρία μου, την αληθινή ηρωίδα αυτού του διηγήματος, στον άνθρωπο που με παρότρυνε να ταξιδεύω μέσα από την γραφή...

  Στους θείους μου Τάνια και Πέτρο Γιαννετάκη που έχουν τις δικές τους αναμνήσεις στο Μακεδονία Παλλάς. Ένα εξαιρετικό ζευγάρι που ενσαρκώνει όλες τις αξίες της ελληνικής οικογένειας. Δυο εξαιρετικούς ανθρώπους που έχω την τύχη να είναι σημείο αναφοράς στην ζωή μου. Θα ήθελα όμως ξεχωριστά να αφιερώσω αυτό το διήγημα στον Πέτρο Γιαννετάκη, με την ιδιότητα του ως ιατρός εδώ και δεκαετίες αντιμετωπίζει με καλοσύνη, ανθρωπιά, ανιδιοτέλεια, γλυκύτητα τον ασθενή, τον άνθρωπο που προσφεύγει στον ιατρό για καταφυγή, στον πόνο, στην απόγνωση…    


Α.  Δ. Ε. ΒΑΛΜΑΣ
Μάρτιος 2017




Θερμές ευχαριστίες:

ΠΟΙΗΣΗ, ΤΟΛΗΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ
ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΜΙΑ ΦΟΡΑ ΣΑΝ ΔΕΝΤΡΟ Η ΣΑΝ ΠΟΥΛΙ

ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ, ΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΣΠΥΡΟΥ 
ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-227, ΒΡΑΧΝΑ ΜΕΣ ΣΤΗΝ ΟΜΙΧΛΗ

Παρασκευή, Απριλίου 14, 2017

Ο κυρ Παναγιώτης, ο τσαγκάρης

Το άρωμα της Λαμπρής
Ο κυρ Παναγιώτης, ο τσαγκάρης



Μ. Σάββατο, 15 Απρίλιου 2017

   Μέσα στο μικρό μαγαζάκι του κυρ Παναγιώτη μύριζε έντονα η ψαρόκολλα, τα βερνίκια και τα πετσιά για τα μπαλώματα, η μυρωδιά της λεβάντας είχε χαθεί εδώ και καιρό. Οι σόλες, οι πάτοι και τα δέρματα, τα τρουκ, και τα φόντια μαζί με τις κερωμένες κλωστές περίμεναν να τους δώσει ζωή με την τέχνη του τσαγκάρη, που είχε μάθει από νεαρός κάλφας, σχεδόν 80 χρόνια πίσω. Γεμάτος ο χώρος από τα καλαπόδια, τα δέρματα, τα χρώματα και τα τακουνάκια. Φαλτσέτες, σφυριά, σουβλιά, βελόνες και ένας σωρός από τα εργαλεία της δουλειάς του ήταν πάνω στον πάγκο, ακόμα και στην σκούρα ποδιά που φορούσε για να μην λερώνεται. Πίσω του η μεγάλη μηχανή για το γάζωμα και παραδίπλα ο κατσαμπροκάς και οι τροχοί κάτω από τις οικογενειακές φωτογραφίες των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Στους τοίχους πάνω σε μεγάλα ράφια παντού έτοιμα παπούτσια σε διάφορα μεγέθη, όλα ομοιόμορφα, όλα καινούργια περίμεναν τους νέους κατόχους τους. Ο κυρ Παναγιώτης μόλις είχε μπει στην ένατη δεκαετία της ζωής του όμως δούλευε ασταμάτητα γιατί η καρδιά του δεν βάσταγε να κοιτά τόσο πόδια γυμνά. Είχε σηκωθεί αξημέρωτα για να δουλέψει κάποια ζευγάρια παπούτσια πριν έρθουν να τα πάρουν οι κυρίες από το Κιλκίς. Καθόταν στην καρέκλα του με το στόμα γεμάτο καρφάκια, που έβγαζε ένα – ένα και τα κάρφωνε όπως το είχαν συνήθειο όλοι οι παλιοί μάστορες. Όλη την Μεγάλη Εβδομάδα δεν σταμάτησε, μόνο την Μ. Πέμπτη το βράδυ που σταυρώνουν τον Χριστό ξαπόστασε για λίγο. Παλιά δεν έμπαινε στο εργαστήρι του όλη την εβδομάδα των Παθών, το είχε για αμαρτία, όμως όχι τώρα. Δεν θα σταματούσε, θα δούλευε ακόμα και όταν σε λίγες ώρες θα χτυπούσαν οι αναστάσιμες καμπάνες. Εκείνος επιθυμούσε η Ανάσταση να τον βρει στο τσαγκαράδικο του, φτιάχνοντας παπούτσια, για τους φτωχούς. Δεν είχε πολύ χρόνο στην ζωή, ίσως αυτό και να ήταν το τελευταίο Πάσχα της ζωής του, “Ο Θεός να με συγχωρέσει αλλά η ανάγκη των ανθρώπων δεν μπορεί να περιμένει” μονολόγησε κοιτώντας την φωτογραφία της γυναίκας του της Κλεοπάτρας που είχε πάντα απέναντι του…


Ένα ταιριαστό ζευγάρι


   Με την κυρά Κλεοπάτρα του έζησαν πολλά και όμορφα χρόνια. Αυτός ήταν οξύθυμος και φωνακλάς μα καλός νοικοκύρης, ο μπακλαβάς ήταν το μόνο πράγμα που έφτιαχνε και το είχε μεγάλο καμάρι όταν τον κέρναγε σε φίλους και γνωστούς σε όλες τις γιορτές του σπιτιού. Αυτή μειλίχια και γλυκιά, τον έφερνε πάντα στα νερά της. Νοικοκυρά πραγματική, κρατούσε συνετά το σπιτικό και ανέθρεψε με ήθος τα δυο τους παλικάρια. Στο Πολύκαστρο ήταν το σπιτάκι τους, σε ένα ευρύχωρο κομμάτι γης. Η αυλή τους είχε δέντρα και ένα κηπάκο με λουλούδια. Περιποιημένα παρτέρια και γλάστρες πήλινες ξεχείλιζαν απ’ τα πολύχρωμα λουλούδια που ομόρφαιναν το σπιτικό τους. Η λεβάντα ήταν το αγαπημένο φυτό της κυράς Κλεοπάτρας, το σπιτικό της πάντα μύριζε από την λεβάντα του κήπου της.


   Στην πίσω αυλή του όμορφου σπιτιού τους έβλεπε η πόρτα του τσαγκάρικου. Κάποτε ο κυρ Παναγιώτης έφτιαχνε και επιδιόρθωνε παπούτσια για όλο το Πολύκαστρο. Οι πελάτες του έρχονταν ακόμη και από τα χωριά του Κιλκίς γιατί ήταν ξακουστός τεχνίτης. Τα χειροποίητα παπούτσια που  κατασκεύαζε ήταν καλοδουλεμένα, γερά και όμορφα, είχαν φινέτσα και την δική τους “προσωπικότητα”. Μόνο λίγων τεχνιτών τα χέρια κατάφερναν να τα συνδυάσουν όλα αυτά μαζί. Όμως καθώς περνούσαν τα χρόνια οι άνθρωποι άρχισαν να αγοράζουν όλο και πιο πολύ τα φτηνότερα τυποποιημένα παπούτσια των εργοστασίων από Ευρώπη και Ασία. Μειώθηκε η δουλειά αλλά ο καλός τεχνίτης συνέχισε τουλάχιστον με τις επιδιορθώσεις να βγάζει αξιοπρεπώς το μεροκάματο του. Από αυτό το μικρό τσαγκάρικο στο πίσω μέρος του σπιτιού του, σπούδασε τα δυο αγόρια του. Αρχιτέκτων ο ένας και ο άλλος ηλεκτρολόγος – μηχανολόγος, μακριά τους όμως και τα δυο. Στον Καναδά ο ένας και ο άλλος στην Αυστραλία. Από ένα ταξίδι έκαναν με την Κλεοπάτρα του και χάρηκαν την προκοπή τους στους ξένους τόπους. “Παντού ευδοκιμεί ο Έλληνας, γιατί είναι σκληροτράχηλο φυτό και έχει καλή ρίζα, ευλογημένη” του άρεσε πάντα να λέει.


Ιούνιος 2015

   Λίγοι μήνες πέρασαν από τότε, Νοέμβριος του 2014 ήταν, στις 12 του.  Εκείνη την μέρα η κυρά Κλεοπάτρα του ξεκίνησε μόνη της το μακρινό ταξίδι για τον άλλο κόσμο. Φοβόταν αυτήν την στιγμή μα πάντοτε ο Παναγιώτης της, της έδινε κουράγιο. “Μαζί θα είμαστε, θα σου κρατώ σφιχτά το χέρι περιστέρι μου.” Εκείνη το γνώριζε πως δεν θα γίνει, πως δεν θα κρατήσει την υπόσχεση του όμως ήξερε πως όποιος φύγει πρώτος δεν θα μείνει εκεί επάνω μόνος του για πολύ…
  Ο κυρ Παναγιώτης στα 90 του έμοιαζε με βιβλική μορφή, βγαλμένη λες μέσα από τις σελίδες της Παλαιάς Διαθήκης. Τα ολόλευκα του μαλλιά μακριά και το πρόσωπο του σκαμμένο από τα χρόνια με μεγάλα λευκά γένια. Τα μάτια του ανοιχτόχρωμα και παρά τα χρόνια του ακόμα ήταν καθαρά. Σαν θύμωνε ή ενθουσιαζόταν λες και πετούσαν σπίθες. Η παραφωνία με το πρόσωπο ερχόταν μόνο από τα ρούχα μιας και φορούσε μόνιμα τα τελευταία χρόνια παντελόνι με τιράντες, σαν τους Καναδούς φίλους του γιού του.
  Μετά τον θάνατο της αγαπημένης του όλοι το είδαν, μέρα με την μέρα κατέρρεε. Το κορμί του αδυνάτιζε και κάμπτονταν προς την γη, τα μάτια του θόλωναν, “Δεν θα αντέξει ο γέροντας μόνος του” διαπίστωναν όλοι. Ευτυχώς οι γειτόνισσες τον περιποιούνταν, κάθε μέρα όλο και κάτι του έφερναν για φαγητό όμως εκείνος δεν είχε όρεξη τσιμπούσε σαν πουλάκι. “Θα τηλεφωνήσω στους γιούς σου, να έρθουν να σε πάρουν αν δεν συνέρθεις κυρ Παναγιώτη” τον φοβέρισε μια τους, αλλά εκείνος δεν μόρφασε καν. Κλείστηκε στον εαυτό του παρέα ολημερίς με το ραδιοφωνάκι του. Το πίσω δωμάτιο, το τσαγκάρικο του το είχε ξεχάσει τελείως. Αρνιόταν να μπει να τακτοποιήσει τα υλικά του, να πιάσει το σφυρί, την φαλτσέτα του, να αλείψει κόλλα και να καρφώσει επιδέξια ένα τακουνάκι με τα ψηλά καρφάκια του. Τίποτα δεν του έκανε όρεξη πια…


Σεπτέμβριος 2015

  Τους τελευταίους μήνες στις ειδήσεις όλο και έλεγαν περισσότερο για τον πόλεμο στην Συρία για τους πρόσφυγες και τους οικονομικούς μετανάστες που περνούσαν κατά χιλιάδες στα νησιά του Αιγαίου. Δεν ήταν μόνο αυτό, στο Πολύκαστρο και στα γύρω χωριά στα σύνορα, άρχισαν να τους βλέπουν κιόλας. Περπατούσαν σε ομάδες από την Θεσσαλονίκη και μέσα από την εθνική οδό έφταναν ταλαιπωρημένοι στα σύνορα. Είχαν φτιάξει μικρές αυτοσχέδιες κατασκηνώσεις και τα βράδια προσπαθούσαν να περάσουν στα Σκόπια και από εκεί στην Σερβία με προορισμό την Κεντρική και Βόρεια Ευρώπη. Παράνομα κυκλώματα πολλές φορές τους έπαιρναν ότι χρήματα είχαν και δεν είχαν και αφού τους χτυπούσαν τους παρατούσαν στα χωράφια. Όσοι ήταν τυχεροί τους περνούσαν τα βράδια κρυφά μέσα από τα περάσματα του ποταμού Αξιού, στο έδαφος των Σκοπιανών για μια αβέβαιη πορεία προς την Ευρώπη.
Όσο περνούσε ο καιρός τόσο πλήθαιναν τα καραβάνια των προσφύγων και των μεταναστών και η ροή τους απ’ τα ελληνοσκοπιανά σύνορα. Εκείνη την περίοδο η Γερμανία ανακοίνωσε πως θα δεχτεί ένα εκατομμύριο πρόσφυγες και πια εκατοντάδες λεωφορεία άρχισαν να τους φέρνουν για την διάβαση προς την γη της «επαγγελίας».
  Στο χωριό Ειδομένη χιλιάδες πρόσφυγες περίμεναν έξω στην ύπαιθρο μέχρι οι Σκοπιανοί να τους επιτρέψουν για κάποιες ώρες της ημέρας την διέλευση. Για το μέχρι τότε σχεδόν άγνωστο χωριό στο πανελλήνιο, άρχισε να γίνεται καθημερινή αναφορά στις ειδήσεις. Όλη αυτή η κατάσταση συνεχίστηκε για μήνες μέχρι που τα σύνορα έκλεισαν ολοκληρωτικά και τα χωράφια έξω από την Ειδομένη γέμισαν με απελπισμένους ανθρώπους από την Αφρική και την Ασία. Οικογένειες με μικρά παιδιά, έγκυες, άρρωστοι, ανάπηροι, μόνοι άντρες και γυναίκες έγιναν ένα μέσα στις λάσπες και στο κρύο.
   Ο κυρ Παναγιώτης ένα φάντασμα του εαυτού του πια, καθόταν στο παράθυρο της κουζίνας τις περισσότερες ώρες της ημέρας και έβλεπε έξω στον κήπο. Όλα είχαν ερημώσει στον κάποτε υπέροχο κήπο του σπιτιού.
   Πριν μέρες είχε δει κάποιες σκιές να περνούν στο βάθος και να χάνονται μέσα στα δέντρα. Το μυστήριο δεν κράτησε για πολύ, η γειτόνισσα, η κυρία Νίτσα του είπε πως ήταν οι πρόσφυγες που περπατούσαν προς τα σύνορα και δημιουργούσαν προσωρινούς καταυλισμούς όπου έβρισκαν. Από εκείνη την στιγμή κάτι μέσα του τον παρακινούσε να βγει από την φυλακή του, να πάει να δει από κοντά αυτούς τους ανθρώπους. Δεν ήταν ανεξήγητο, καταλάβαινε γιατί είχε αυτήν την έντονη επιθυμία. Μέσα από αυτούς του ανθρώπους του σήμερα θυμήθηκε τις ιστορίες των δικών του γονιών και παππούδων, τα δικά του παιδικά χρόνια.
  Και η παρόρμηση του έγινε πράξη, ζήτησε από τον Κώστα το παιδί της συγχωρεμένης της ξαδέρφης του να τον πάει στον καταυλισμό του βενζινάδικου. Εκεί λύγισε είδε ανθρώπους απελπισμένους, πεινασμένους με ξεσκισμένα παπούτσια, παιδιά με γυμνά πόδια να περπατούν στα τσιμέντα και στην λάσπη.
  Τριγυρνούσε αρκετή ώρα κοιτώντας τα πόδια των ανθρώπων. Ο τσαγκάρης μέσα του είχε ξυπνήσει. Γυρνώντας στο σπίτι μπήκε αμέσως στο μικρό του μαγαζάκι και έπιασε δουλειά. Η δύναμη  για να ζήσει γύρισε ξανά μετά τον θάνατο της κυρά Κλεοπάτρας του, όση ζωή και αν του απέμενε δεν θα την χαράμιζε…
  Για μήνες ο ενενηντάχρονος τσαγκάρης έφτιαχνε, μπάλωνε, διόρθωνε παπούτσια και για τους πρόσφυγες μα και για φτωχές οικογένειες της περιοχής. Μια εθελοντική οργάνωση κυριών από την πόλη του Κιλκίς μοίραζε τα παπούτσια σε αυτούς που είχαν ανάγκη.
  Πρώτη φορά χαιρόταν τόσο πολύ για την δουλειά του, έδινε, μόνο έδινε. Ζούσε από το φαγητό που του έφερναν οι γειτόνισσες – τώρα πια το καταβρόχθιζε με όρεξη σαν έφηβος – και όλη του την σύνταξη την έδινε για τα υλικά που χρειαζόταν τα παπούτσια. Και οι γιοι του μόλις έμαθαν, περήφανοι για τον πατέρα τους του έστειλαν αμέσως χρήματα. Όλοι καμάρωναν για αυτόν, τον ανακάλυψαν και οι δημοσιογράφοι, μέχρι και στις ειδήσεις είπαν για την δύναμη ψυχής και την μεγάλη του καρδιά. 



Απρίλιος 2017

Είχε φτάσει Μ. Τρίτη, τα χωράφια είχαν γεμίσει κίτρινα αγριολούλουδα και παπαρούνες. Ο κυρ Παναγιώτης ακούραστος μέσα στο εργαστήρι με την φωτογραφία της γυναίκας του και το τρανζιστοράκι του για παρέα, άκουγε τις ακολουθία σιγοψιθυρίζοντας και αυτός μαζί με τους ψαλτάδες.

“Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή, τὴν σὴν αἰσθομένη θεότητα, μυροφόρου ἀναλαβοῦσα τάξιν…”

Ξάφνου του ήρθε η σκέψη του Κώστα, είχε χαθεί, είχε να περάσει καιρό, να πει έστω ένα γεια. Το ανίψι του ήταν καμιά πενηνταριά χρονών, εργένης, όσο μπορούσε την γλεντούσε την ζωή του. “Βρε πότε θα κάνεις εσύ οικογένεια” του έλεγε ο γέροντας “δεν βαριέσαι τα από εδώ και τα από εκεί; Τα χρόνια περνάνε σαν νερό…”  Την τελευταία φορά που ο κυρ Παναγιώτης τον είχε δει πηγαίνοντας για τον καταυλισμό δεν είχε καθόλου καλή όψη, ένα ελαφρά κίτρινο χρώμα είχε απλωθεί σε όλο του πρόσωπο.



Μ. Τετάρτη βράδυ ήταν και ο Κώστας μπήκε στο τσαγκάρικο. Σαν σήκωσε το κεφάλι από την γαζομηχανή και τον είδε στο φως από τις λάμπες, τρόμαξε. Δεν ήταν αυτός ο Κώστας με το πάντοτε περιποι-ημένο μακρύ μαλλί του, το πλατύ χαμόγελο και την ενίοτε σαρκα-στική διάθεση. Στεκόταν στην πόρτα σκεπτικός με το χρώμα του ωχρό, άρρωστο. Συντετριμμένος ο γέροντας άκουσε τον ανιψιό του να του λέει πως έχει μια επιθετική μορφή καρκίνου, οι γιατροί δεν του έδιναν πολύ καιρό. Δάκρυσε ο γέροντας “Αχ παιδί μου μακάρι ο Θεός να μου έκοβε εμένα χρόνια και να στα έδινε”. Χαμογέλασε πικρά ο Κώστας και έβγαλε από την τσέπη του ένα μάτσο χρήματα,

“Πάρτα θείε Παναγιώτη, πριν τα μάζευα για τέσσερα ζαντολάστιχα, για την BMW μου. Πόσο λίγη σημασία έχουν τώρα όλα αυτά, έτσι θα ζεσταθούν τόσοι άνθρωποι. Ας είναι ένα μικρό μνημόσυνο για την ψυχή μου…”
  

Ανάσταση του Κυρίου, 16 Απρίλιου 2017

   Οι καμπάνες στους ναούς του Πολυκάστρου αντηχούσαν σε όλη την πόλη απ’ άκρη σε άκρη μαζί με τα βεγγαλικά
που φώτιζαν τον κάμπο, μέχρι τα σύνορα. Μόλις επέστρεψαν στο σπίτι από την εκκλησία η κυρά Νίτσα μαζί με τον άντρα της και την κυρά Βασιλική κρατώντας ένα φαναράκι με το Φως της Αναστάσεως, κόκκινα αυγά, τσουρέκι και μαγειρίτσα κίνησαν για το σπίτι του τσαγκάρη. Οι δυο γυναίκες τον είχαν έγνοια και ήξεραν πόσο κουράζετε στην ηλικία του. Ήξεραν όμως και πως αυτός ο σκοπός του έδινε τώρα ζωή.  
   Απέξω το τσαγκάρικο φαινόταν σκοτεινό, σκοτεινό και σιωπηλό.  “Ο κυρ Παναγιώτης έχει κλείσει τα φώτα για να υποδεχθεί το Άγιο Φως” υπέθεσαν. “Κυρ Παναγιώτη” του φώναξαν δυο τρεις φορές, καμία απόκριση. Η πόρτα δεν ήταν κλειδωμένη, την άνοιξαν, μπήκαν στο εσωτερικό και άναψαν το φως. Ο χώρος είχε μια έντονη ευωδιά, όχι δεν μύριζε ούτε η ψαρόκολλα, ούτε τα πετσιά και τα βερνίκια, μύριζε ένα λεπτό άρωμα λεβάντας.
  Βρήκαν τον γέροντα ακουμπισμένο πάνω στο πάγκο με τα εργαλεία του. Τα λευκά του μαλλιά μισοσκέπαζαν ένα ολοκαίνουργιο ζευγάρι παπούτσια. Το πρόσωπο του ήταν στραμμένο στην φωτογραφία της Κλεοπάτρας του, τα γαλανά του μάτια έμειναν ανοικτά να την κοιτούν. Πλάι στο χέρι του βρήκαν ένα κομμάτι χαρτί έξω από έναν μικρό φάκελο. Οι γειτόνισσες θυμήθηκαν πως όταν ζούσε η κυρά Κλεοπάτρα αυτή η ευωδιά, η αγαπημένη της λεβάντα πλημμύριζε το σπίτι.
“ Άγιασε ο γέροντας” φώναξε η κυρά Βασιλική, “μέχρι το στερνό λεπτό του δούλευε για τον Χριστό…”

  Λίγη ώρα αργότερα οι αστυνομικοί ανακοίνωσαν σε όλους που είχαν μαζευτεί έξω απ’ το τσαγκάρικο πως η πηγή της λεβάντας βρέθηκε. Κανένας όμως, ακόμα και οι ίδιοι δεν μπόρεσαν να καταλάβουν πως γίνεται όλο το σπίτι του τσαγκάρη και ο κήπος ακόμη να έχει γεμίσει με τέτοια ευωδιά από μια μοναχά, μια τόσο δα μικρή χουφτίτσα ξερής λεβάντας που βρέθηκε στο χέρι του γέρου τσαγκάρη. Βρέθηκε μαζί με το γράμμα. Ήταν ένα ευχαριστήριο γράμμα που του είχαν φέρει οι κυρίες από το Κιλκίς λίγες ώρες πριν, όταν ήρθαν για να πάρουν τα τελευταία παπούτσια που έφτιαξε ο κυρ Παναγιώτης. Ήταν ένα ευχαριστώ από μία έφηβη, παιδί μιας μονογονεϊκής οικογένειας που αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα και ευχαριστούσε τον άγνωστο ευεργέτη του,

Σας ευχαριστώ πολύ, σας υπόσχομαι ότι θα τα προσέχω σαν τα μάτια μου. Όλη την Μεγάλη Eβδομάδα που θα πηγαίνω στην εκκλησία δεν θα ντρέπομαι για τα παπούτσια μου, στην Ανάσταση θα τα δείχνω και θα καμαρώνω. Είναι το μοναδικό καινούργιο ζευγάρι παπούτσια που φόρεσα στην ζωή μου και η λεβάντα το μόνο πράγμα που έχω να σας χαρίσω, μαζί με την αγάπη μου.

Κλεοπάτρα.


Α.  Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ
ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2017

  Έμπνευση για αυτό το διήγημα στάθηκε μια είδηση που άκουσα πριν λίγους μήνες στο ράδιο Θεσσαλονίκη, από την δημοσιογράφο Θεοδώρα Καραγκιουλάχ για έναν ενενηντάχρονο που βοηθούσε φτωχές οικογένειες. Όπως πάντα θέλησα να το μοιραστώ μαζί σας άμεσα, όπως κάθε φορά τα τελευταία δέκα χρόνια. Σας εύχομαι ολόψυχα υγεία και ευτυχία στις ζωές σας. Καλή Ανάσταση. Κλείνω με τα λόγια του παπά Στρατή, ένα παντοτινό μήνυμα αγάπης για τον συνάνθρωπο… 

"Αγαπητοί φίλοι και φίλες, σήμερα φεύγω στο νοσοκομείο για το καινούργιο πρόβλημα καρκίνου που μου βρήκαν. Παρακαλώ πολύ για μια προσευχή και πιστεύω ότι γρήγορα θα γυρίσω δυνατός κοντά σας. Σας ευχαριστώ όλους και ιδιαίτερα τους ενορίτες μου για την αγάπη και την συμπαράσταση που μου δείχνουν. Επίσης, θέλω να σας πω ότι οι άνθρωποι του κόσμου, οι άνθρωποι του πολέμου, τα παιδιά που αναζητούν την ελπίδα είναι αδέρφια μας και η Αγκαλιά θα συνεχίσει να βρίσκεται κοντά τους και να τους δίνει την ελπίδα για την επόμενη μέρα. Σας προτρέπω να αγωνίζεστε όσο μπορείτε καθημερινά, για την ειρήνη και την αγάπη. Μόνο έτσι λεγόμαστε άνθρωποι."

Ο παπά Στρατής έφυγε για τον ουρανό το 2015, σε ηλικία 57 ετών.

Αφιερωμένο στην μνήμη του φίλου Κώστα, του θείου Παναγιώτη του τσαγκάρη και του Απόστολου Τερζήμπαση.
Σε όλους όσους εθελοντικά δίνουν τον χρόνο και την ψυχή τους για τον συνάνθρωπο.

Θερμά ευχαριστώ για πολλοστή φορά στον φίλο μου, τον ζωγράφο Ντίνο Παπασπύρου για τις εξαιρετικές ζωγραφιές του:

1. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ-38, Το παλιό μας σπίτι στη λεωφόρο Στρατού 1Α, τέμπερα, 2000
2. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-144, Σιταροχώραφο με παπαρούνες και δέντρο, τέμπερα 30Χ20 εκ., 2009, Κωδ. 618
3. ΤΜΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑ, Πάσχα στη Μονή Βλαχερνών (Κέρκυρα), τέμπερα, 23Χ16 εκ., 1989

Σάββατο, Δεκεμβρίου 31, 2016

Ο Μουτράκλας

Ο Μουτράκλας

 
Όποιος αγαπάει λίγο, δίνει λίγο
Όποιος αγαπάει περισσότερο, δίνει περισσότερο
Όποιος αγαπάει πάρα πολύ τι έχει αντάξιο να δώσει;
Δίνει τον εαυτό του.

Άγιος Πορφύριος


 
  Γεννήθηκε μέσα στο κατακαλόκαιρο, στα 1975. Δυο μερόνυχτα πάλευε η μάνα του, η Μάρθα για να τον φέρει στην ζωή. Κόντεψε να μείνει στον τόπο πάνω στον τοκετό. Ο Κώστας απέξω έκοβε βόλτες, πέρα δώθε άυπνος, ντουζίνες τα μισοσβησμένα τσιγάρα της αναμονής. Κι η μαμή εκεί, βράχος, παιδεύτηκε πολύ μαζί με την ετοιμόγεννη. Που να βρεθεί γιατρός στα μέρη τους, μόνο σε μεγάλη ανάγκη και αυτό δύσκολα μέσα στα βουνά που ήταν αποκομμένοι. Παρά τα χρόνια της, ακούραστη η κυρά Κούλα η μαμή, αντρογυναίκα και στα χέρια και στην ψυχή. Σαν τον τράβηξε στο φως πρώτα χαμογέλασε και ύστερα δαγκώθηκε. Τέτοιο μωρό δεν είχε ξαναδεί, ένα σώμα τεράστιο, όμοια με το κεφάλι που είχε σχήμα μυτερό με ένα εξίσου τεράστιο προτεταμένο μέτωπο. Ήταν σαν την κορυφή λόφου που αντί για δέντρα ήταν γεμάτο πυκνά, μαύρα μαλλιά, λες και δεν ήταν μωρό αλλά αντράκι στην πρώτη νιότη του. Το στόμα του έχασκε ακανόνιστο δίχως ούτε μια γραμμή για χείλη και τα δυο του μάτια ήταν μικρά και ασύμμετρα βαλμένα. Η μύτη χοντρή και πλακουτσωτή τέλειωνε σε δυο κρατήρες για ρουθούνια.
   Περνούσε ο καιρός και το μωρό παρέμενε κλεισμένο μέσα στους πέτρινους τοίχους της αγροικίας στην ορεινή Καβάλα, μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα των χωριανών. Όσο μεγάλωνε δεν έλεγε ούτε μια λεξούλα παρά έβγαζε άναρθρες κραυγές, σαν πληγωμένο ζώο. Η Μάρθα και ο Κώστας ήταν καλοί άνθρωποι, μα ήταν μεγάλο το φορτίο και κοιτιότανε πάντοτε φαρμακωμένοι. Το πονούσαν τούτο το φτωχό πλάσμα και το αγαπούσαν ως του όφειλαν. Εκτός από την τρομακτική όψη είχε και άλλα προβλήματα υγείας. Φοβήθηκαν για την ζωή του μωρού και ποτέ, ούτε στιγμή δεν σκέφτηκαν να την αφήσουν στο έλεος του Θεού. Αφού είδαν πως δεν γίνεται αλλιώς αναγκάστηκαν να κατεβούν από την αγροικία τους στην ορεινή Καβάλα στην πόλη, στον παιδίατρο κοντά στο αρχαίο υδραγωγείο. Από την Καβάλα ο γιατρός τους έστειλε στην Θεσσαλονίκη για εξετάσεις και διάγνωση. Λίγες μέρες αργότερα έδωσαν τα κλειδιά του σπιτιού στον ξάδελφο του Κώστα για να φροντίζει τα λιγοστά ζωντανά και τα χωράφια τους και πήραν το λεωφορείο για την μεγαλούπολη.
   Μετά από ένα σωρό εξετάσεις ο καθηγητής Αμανατίδης στο Κεντρικό της Θεσσαλονίκης απέναντι από την Ευαγγελίστρια, τους ανέφερε κάποιες ιατρικές ορολογίες που δεν κατάλαβαν καθόλου. Ύστερα βλέποντας την απορία στα μάτια τους, τους εξήγησε ότι παρά την δυσμορφία φαίνεται πως δεν θα είχε άλλο πρόβλημα όμως λόγω του μεγέθους του, ζορίστηκε το μωρό στον τοκετό και θα πέθαινε. Έζησε, αλλά δεν πήρε γρήγορα αέρα και αυτό έκανε μια ευτυχώς όχι ανεπανόρθωτη ζημιά, στον εγκέφαλο του νεογέννητου. Τους πρότεινε να το παρακολουθεί και να κάνουν ειδικές θεραπείες για να έχει όσο το δυνατόν πιο φυσιολογική ζωή. Δαγκώθηκαν οι κακόμοιροι, πως να αφήσουν το χωριό, την γη και τα ζωντανά τους; Πως θα ζούσαν εδώ στην Θεσσαλονίκη; Το μωρό τους όμως δεν θα το παρατούσαν μπροστά σε καμιά δυσκολία...
   Εξαιρετικός άνθρωπος ο καθηγητής, όχι μόνο έδωσε στον μικρό Νέστορα ότι καλύτερο μπορούσε σαν επιστήμονας αλλά τον βάφτισε κιόλας· δυόμιση χρονών είχε φτάσει και λάδι δεν του είχαν βάλει ακόμη του παιδιού. Ούτε εδώ όμως σταμάτησε, βοήθησε και τους δύστυχους γονείς του. Κανόνισε με τον δήμαρχο που του χρωστούσε μεγάλη χάρη για την θεραπεία της πρωτότοκης κόρης του και τοποθέτησε τον Κώστα φύλακα στα κοιμητήρια της Ευαγγελίστριας, ακριβώς απέναντι από το νοσοκομείο. Λόγω της θέσης του φύλακα, τους παραχώρησαν και ένα μικρό σπιτάκι στο πίσω μέρος των κοιμητηρίων και έτσι είχαν στέγη και δουλειά.
Ο Νέστορας μεγάλωνε ανάμεσα στην Ευαγγελίστρια και στο νοσοκομείο. Το κτίριο που είχε τα θεμέλια του στην τουρκοκρατία το είχε σαν δεύτερο σπίτι του, γυρνούσε σε όλες τις πτέρυγες και με την παιδική του περιέργεια χωνόταν παντού, μέχρι και τα κρυφά καταφύγια των Γερμανών, στα υπόγεια είχε εξερευνήσει. Σιγά σιγά όλοι συνήθισαν τον μικρό προστατευόμενο του Αμανατίδη. Οι γιατροί, το νοσηλευτικό προσωπικό τον ένοιωθαν δικό τους παιδί. Σαν εμφανιζόταν ανάμεσα στους επισκέπτες με το τεράστιο και ανοικονόμητο σώμα του, το δύσμορφο κεφάλι, όλοι κοιτούσαν με τρομερή περιέργεια αυτόν τον σύγχρονο Κουασιμόδο. Άλλοι τον έβλεπαν με οίκτο και χαμόγελα συμπάθειας ενώ άλλοι ακόμη και με γέλια και ειρωνείες, ψιθυριστά σχόλια πίσω του.




   Στην γειτονιά του, στα στενά πίσω από την Ευαγγελίστρια εκεί ήταν αλλιώς, δεν υπήρχε καθόλου έλεος. Τα παιδιά φώναζαν και γελούσαν σαν έβλεπαν την τεράστια μα άκακη σιλουέτα του να εμφανίζεται και να μιλάει σχεδόν ακατάληπτα. Πικραινόταν η μάνα του και εκείνο έτρεχε και χωνόταν στην αγκαλιά της. Ευτυχώς πήγε ελάχιστα στο σχολείο της γειτονιάς του μιας και γρήγορα ο διευθυντής του δημοτικού τον έστειλε σε ένα ειδικό σχολείο στο κέντρο της πόλης. Εκεί ήταν διαφορετικά και βρήκε ανθρώπους που του έδωσαν το ενδιαφέρον και την γνώση τους. Όλα αυτά ήταν επιτεύγματα του Αμανατίδη που τόσο είχε βοηθήσει στην νοητική ανάπτυξη του Νέστορα για να μπορέσει να αναπτυχθεί όσο του επέτρεπε η κατάσταση του. Ο καθηγητής είχε βγει πια στην σύνταξη και αποτραβήχτηκε στο Κιλκίς, στην ιδιαίτερη του πατρίδα.
   Οι άγνωστοι άνθρωποι πάντα κρατούσαν τον Νέστορα σε μια απόσταση και αυτό ίσως και να ήταν καλό. Οι περισσότεροι τον αντιμετώπιζαν επιφανειακά σαν να ήταν ένα τέρας, ένα μεγαλόσωμο κτήνος που δεν σκέφτεται, που δεν έχει συναισθήματα, ένα ζώο που ζει μόνο για τις βασικές του ανάγκες. 
 
   Στο φτωχικό σπιτάκι των γονιών του, στην αγκαλιά της μάνας του και στην ασφάλεια του πατέρα έβρισκε την γαλήνη του. Αγαπημένο ζευγάρι οι γονείς του, μπορεί να παντρεύτηκαν από συνοικέσιο και μεγάλοι για την εποχή τους αλλά αγαπήθηκαν βαθιά. Παρά τις δυσκολίες έμειναν αγαπημένοι ως το τέλος. Έφυγαν απ’ την ζωή σχεδόν μαζί στο Κεντρικό Νοσοκομείο, που πια είχε μετονομαστεί σε Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑ.
   Ο Νέστορας που ως άτομο με ειδικές ανάγκες είχε διοριστεί λίγα χρόνια πριν στα κοιμητήρια, παρέμεινε φύλακας στην θέση του πατέρα του. Δεν περνούσε μέρα να μην θυμηθεί τους γονείς του, να μην τους αναζητήσει και πως μπορούσε άλλωστε αφού συνέχιζε να κατοικεί στο ίδιο εκείνο σπιτάκι που ζήσανε τόσα χρόνια μαζί. Φορές φορές ήταν σαν να έβλεπε την μάνα του στην μικρή κουζινούλα να μαγειρεύει χαμογελώντας και άλλες πάλι να πλένει στο χέρι τα ασπρόρουχα, έξω στην τσιμεντένια σκάφη. Τον πατέρα τον ένοιωθε πολλές φορές να τριγυρνάει ολοζώντανος, κάτω από τα κυπαρίσσια ή ανάμεσα από τους χορταριασμένους τάφους με τα σπασμένα μάρμαρα. Κάποια βράδια αργά, ήταν σαν να τον άκουγε να κλειδώνει τις σιδερένιες πύλες της παλιάς νεκρόπολης. Ζούσε με την ανάμνηση τους και κλείστηκε περισσότερο στον εαυτό του. Αντάλλαζε μια καλημέρα μερικές φορές με τον προϊστάμενο του και αυτό ήταν όλο κι όλο.
   Αν και η απώλεια της μάνας του ήταν ανεπανόρθωτη μια καλή γυναίκα εμφανίστηκε στην ζωή του. Ήταν μια πάμπτωχη ηλικιωμένη γυναίκα, η κυρία Ζαχαρούλα. Την ημέρα περιπλανιόταν με ένα καροτσάκι γεμάτο με μικροαντικείμενα που έβρισκε από την Εγνατία και την Ροτόντα μέχρι την Ευαγγελίστρια και τα χαμηλά των σαράντα εκκλησιών. Καθώς νύχτωνε χωνόταν στο νοσοκομείο να νοιώσει ασφάλεια και ζεστασιά. Η τρυφερή καρδιά του Νέστορα αισθάνθηκε την καλοσύνη και την μοναξιά της και η γυναίκα πως πίσω από αυτόν τον θεόρατο άντρα κρυβόταν ένα μικρό παιδί. Σιγά σιγά ξεκίνησε μια όμορφη και ζεστή επαφή σαν να ήταν εκείνος το παιδί της που ποτέ δεν απέκτησε.
   Τα παιδιά από τις γύρω γειτονιές τρελαίνονταν να λένε ιστορίες μυστηρίου για το παλιό νεκροταφείο και έτρεμαν καθώς έβλεπαν τον κακοφτιαγμένο γίγαντα να τριγυρνάει ανάμεσα από τα πολυκαιρισμένα μνήματα, με τα μαυρισμένα μάρμαρα που έχασκαν τρομακτικά μέσα στο σκοτάδι. Του είχαν βγάλει ένα σωρό παρατσούκλια. Δεν τολμούσαν να πλησιάσουν από τον φόβο τους έτσι από απόσταση του φώναζαν “νεκροθάφτη”, “βρυκόλακα”, “φάντασμα” “μπαμπούλα” και εξαφανιζόταν στα στενά δρομάκια. Μια μέρα ένας πιτσιρίκος πάνω σε μια επίδειξη θάρρους που του επέβαλαν οι μεγαλύτεροι έφτασε μια ανάσα από την πλαϊνή είσοδο των κοιμητηρίων. Παγωμένος από τον φόβο του κοιτούσε ένα καντηλάκι που τρεμόπαιζε, τότε τον είδε ξαφνικά να προβάλλει μέσα από το σκοτάδι, μια ανάσα από το πρόσωπο του. Πετάχτηκε ο μικρός από την τρομάρα του και φώναξε αυθόρμητα ενώ έτρεχε με όλη του την δύναμη “Παναγιά μου ο Μουτράκλααααας”. Από εκείνη την ημέρα όλα κόλλησαν το νέο παρατσούκλι που με τον καιρό έγινε γνωστό σε όλους στην περιοχή. Άλλος θα είχε εκνευριστεί με τα καμώματα των παιδιών, ο Νέστορας όμως ήταν πραγματικά ένας καλοκάγαθος γίγαντας με τρυφερή καρδιά.

***
   Ένα χειμωνιάτικο απόγευμα στεκόταν μέσα στο ημίφως πίσω απ’ τον φράκτη των κοιμητηρίων πλάι στην Αγ. Δημητρίου. Κοιτούσε στο βάθος την Εθνικής Αμύνης να βουτάει στην θάλασσα που βάφονταν σε χίλιες αποχρώσεις απ’ τα σύννεφα του δειλινού. Στο φανάρι απέναντι του σταμάτησε το μηχανάκι ενός νεαρού ζευγαριού. Άθελα του άκουσε ένα επιπόλαιο νεανικό καβγαδάκι. Η κοπέλα έλεγε στο αγόρι της πως δεν αντέχει να τον βλέπει να φλερτάρει και εκείνος της απαντούσε πως μόνο αυτήν αγαπάει και απλά κάνει την δουλειά του πίσω από το μπαρ, τίποτα παραπάνω. Μπορεί να υπήρχε φαινομενικά ένταση μεταξύ τους μα ο οποιοσδήποτε θα καταλάβαινε την αγάπη αυτών των δυο παιδιών και την φυσιολογική ζήλια που φέρνει ο πόθος της. Ήταν δυο οικονομικά αδύναμοι φοιτητές που έμεναν στις πολυόροφες φοιτητικές εστίες δίπλα στο εθνικό κολυμβητήριο και μετά τις σχολές τους δούλευαν σε ένα μεγάλο καφέ του κέντρου μέχρι αργά για λίγα ευρώ.
   Πρωτοετείς ήταν στο χημικό η Νάντια και ο Θαλής στη φιλοσοφική, εκείνο το δειλινό που τους άκουσε τυχαία ο Νέστορας. Από τότε δίχως να καταλάβουν τίποτα τους είχε παρακολουθήσει αμέτρητες φορές να κατηφορίζουν με το μηχανάκι τους την Βιζυηνού και να σταματάνε στην κίνηση του φαναριού της Πανεπιστημίου. Στα τρία λεπτά αναμονής πολλές φορές βοηθώντας η κίνηση και πολύ παραπάνω, είχε ακούσει και είχε δει ένα σωρό από μικρά στιγμιότυπα της ζωή τους. Ο Νέστορας που δεν γνώρισε τον έρωτα μέσα από τον φράχτη ζούσε την ζωή τους, αισθανόταν ένα κομμάτι τους και αυτός. Άλλοτε χαιρόταν και γελούσε κι άλλοτε στεναχωριόταν ή θύμωνε, μια παράλληλη ζωή γεμάτη από τα συναισθήματα τους που μετάγγιζε κρυφά πίσω από τον φράκτη.
   Η Νάντια και ο Θαλής λόγω της ανάγκης τους για εργασία έλειπαν ελάχιστο καιρό από την πόλη, κυρίως το καλοκαίρι. Αυτή την παραμονή πρωτοχρονιάς και όπως όλες τις παραμονές τα τελευταία τρία χρόνια τα παιδιά δούλευαν και ήταν ακόμη μια φορά μακριά από το σπίτι τους όλες τις γιορτές. Ο Νέστορας όλα αυτά τα χρόνια είχε μάθει ακριβώς τα δρομολόγια τους που επαναλαμβάνονταν με ακρίβεια σαν αυτά των λεωφορείων του ΟΑΣΘ. Είχαν περάσει μια φορά το πρωί και τώρα βραδάκι στις επτά, κατέβαιναν και πάλι για τις προετοιμασίες στο μαγαζί, σήμερα είχαν το ρεβεγιόν για την αλλαγή του χρόνου.
   Κρύα βραδιά, φυσούσε ένας τρελός βαρδάρης, που είχε παγώσει τα πάντα. Για τους πυροσβέστες ήταν μια δύσκολη νύχτα. Εκτός από τις πτώσεις δέντρων, τους απεγκλωβισμούς από τα ασανσέρ λόγω διακοπών του ρεύματος, λίγη ώρα πριν είχε ξεσπάσει μια μεγάλη πυρκαγιά στην βιομηχανική της Σίνδου και απειλούσε μια σειρά από εργοστάσια. Όλες οι δυνάμεις βρίσκονταν από ώρα στους δρόμους. Στον πυροσβεστικό σταθμό λίγο πιο πάνω από την Ευαγγελίστρια υπήρχαν μόνο δυο – τρεις πυροσβέστες. Λίγα μέτρα πιο κάτω στο φανάρι η Νάντια ήταν κουκουλωμένη και κρατούσε σφιχτά τον Θαλή από την μέση. Σήμερα εντελώς αυθόρμητα η Νάντια κοίταξε μέσα στα κοιμητήρια. Σπάνια το έκανε αυτό, για την ακρίβεια σχεδόν ποτέ γιατί ένα βράδυ πριν 2 χρόνια της φάνηκε πως πίσω από τον φράκτη είχε δει να εξαφανίζεται μέσα στο σκοτάδι μια περίεργη σιλουέτα. Το είχε πει στον Θαλή και εκείνος είχε γελάσει με την καρδιά του. Σήμερα λίγες ώρες πριν την αλλαγή του χρόνου συνέβη ακριβώς το ίδιο πράγμα, μόνο που τώρα είδε καθαρά τι κρυβόταν πίσω από εκείνον τον φράκτη. Είδε αυτή την ογκώδη σιλουέτα με το τρομακτικό πρόσωπο και στην αρχή τρόμαξε. Πήγε να μιλήσει στον Θαλή μα στο πρόσωπο του είδε ένα χαμόγελο και εκείνα τα μικρά μάτια, τα ασύμμετρα βαλμένα την κοιτούσαν ακίνητα και δακρυσμένα, δακρυσμένα από αγάπη. Ο Θαλής πάτησε γκάζι και άφησε τον συμπλέκτη, το μηχανάκι τους ξεκίνησε καθώς η Νάντια κοιτούσε συνεχώς τον Νέστορα...
   Ένα σπορ μαύρο αμάξι κατέβαινε την Αγ. Δημητρίου με ιλιγγιώδη ταχύτητα, ο μεσήλικας οδηγός του ήταν πιωμένος, είδε το κόκκινο αργά. Η πρόσκρουση ήταν ισχυρή, το σπορ αμάξι έπεσε πάνω στο λεωφορείο και δυο άλλα οχήματα που προπορευόταν της μηχανής του Θαλή, έφερε μια περιστροφή και αναποδογύρισε εγκλωβίζοντας από κάτω τους δυο φοιτητές που είχαν συρθεί για λίγα μέτρα κάτω στο παγωμένο οδόστρωμα. Οι περίοικοι, οι περαστικοί, μέσα από το νοσοκομείο και τα καφέ, πετάχτηκαν έξω από τον δυνατό θόρυβο της πρόσκρουσης. Πολλοί άνθρωποι βγήκαν στα παράθυρα τους ξαφνιασμένοι. Η κυρία Ζαχαρούλα μέσα στο νοσοκομείο ακούγοντας και αυτή τον κρότο, σηκώθηκε από την καρέκλα της και βγήκε από την γωνιά της, κάτω από τη σκάλα του ισογείου.
   Η καρδιά του Νέστορα χτυπούσε σαν τρελή είδε το όμορφο βλέμμα της να χάνεται από τα μάτια του και έπειτα το σώμα της μαζί με του Θαλή να χώνεται κάτω από εκατοντάδες κιλά τσαλακωμένης λαμαρίνας. Οι άνθρωποι που στέκονταν στον σηματοδότη έβγαλαν γρήγορα δυο οδηγούς και μερικούς από τους επιβάτες που είχαν παγώσει στις θέσεις τους και σε κατάσταση σοκ τον υπαίτιο του τροχαίου. Το μικρό λεωφορείο είχε γείρει γιατί είχε σπάσει ο πίσω άξονας όμως οι λιγοστοί επιβάτες της γραμμής 16, Ευαγγελίστρια – Ιστορικό κέντρο, βγήκαν αμέσως χωρίς τραυματισμούς. Μια φλόγα φάνηκε στο εσωτερικό του αναποδογυρισμένου αυτοκινήτου.
   Το ζευγάρι των φοιτητών καλούσε απεγνωσμένα σε βοήθεια, δεν μπορούσαν να κινηθούν, ήταν καταπλακωμένοι κάτω από το αναποδογυρισμένο αυτοκίνητο και το ίδιο τους το μηχανάκι.
- Τρέχει βενζίνη, τα παιδιά θα καούν ζωντανά φώναξε έντρομος ένας κύριος.
Από τον σταθμό της πυροσβεστικής δυο πυροσβέστες έτρεχαν από τον άδειο σταθμό προς το σημείο χωρίς όμως κάποιο ειδικό τεχνικό μέσο, ικανό να βοηθήσει τα δυο παιδιά και η βοήθεια που μόλις είχε ξεκινήσει από τον πυροσβεστικό σταθμό της Μαρτίου ίσως θα έφθανε πολύ αργά. Πάνω στην ταραχή όλοι άκουσαν την απόκοσμη φωνή του να φωνάζει τα ονόματα τους,
- Νάντια, Θαλή, είδαν το τεράστιο σώμα του Νέστορα, του Μουτράκλα, που προκαλούσε σχόλια, γέλια και ειρωνείες να μπαίνει ανάμεσα από τα αυτοκίνητα, μέσα στην φωτιά. Γονείς και παιδιά άρχισαν να μαζεύονται γύρω από την σκηνή του τροχαίου.
Ο Μουτράκλας, παιδιά ο Μουτράκλας” φώναζαν.
Θα καεί μαζί τους”, “η φωτιά φουντώνει” όλοι είχαν αλαφιάσει. Η κυρία Ζαχαρούλα είχε φτάσει, είδε τον Νέστορα και έκανε τον σταυρό της χωρίς να προσπαθήσει να τον σταματήσει, ήξερε πόσο αγαπούσε αυτά τα δυο παιδιά. “Ο Θεός να τους φυλάξει” ψιθύρισε.
   Αυτήν την σκηνή, αυτήν την τρομερή κραυγή όσοι ήταν μάρτυρες εκείνο το βράδυ της παραμονής του νέου έτους, θα την θυμόταν για πάντα. Το τεράστιο ζώο, το κτήνος που πολλοί πίστευαν πως δεν είχε συναισθήματα, με τα χέρια του μέσα στις φλόγες και με μια κραυγή δύναμης και αγάπης που έκρυβε στην ψυχή του τόσα χρόνια, έδωσε τον εαυτό του. Αυτή η υπέρτατη πράξη αγάπης ατσάλωσε υπερφυσικά τα νεύρα και τους μυς του και με μια κραυγή μετακίνησε το αναποδογυρισμένο όχημα πέρα από τα σώματα τους. Οι δυο φοιτητές με την βοήθεια των πυροσβεστών απεγκλωβίστηκαν τραυματισμένοι, μα σώοι. Ο ίδιος έπαθε σοβαρά εγκαύματα στα χέρια και το σώμα, μαζί με την Νάντια και τον Θαλή διακομίστηκαν στην χειρουργική κλινική του Γ. Γεννηματά.
   Από εκείνο το βράδυ ο Νέστορας έγινε ένας θρύλος, ένας σύγχρονος ήρωας για την Ευαγγελίστρια, για την πόλη ολόκληρη. Το “Μουτράκλας” ήταν πια ένας τίτλος τιμής που ανήκε μόνο στον ήρωα τους με την χρυσή καρδιά.

Α. Δ. Ε. ΒΑΛΜΑΣ
31 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2016 
 
Μέσα στις ατέλειωτες στροφές γύρω από την Ευαγγελίστρια, τα αρχαία τείχη, το Τουρκικό προξενείο, το νοσοκομείο Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ, γεννήθηκε σιγά σιγά αυτή η απόκοσμη μορφή, ο Μουτράκλας, το “κτήνος” με την χρυσή καρδιά. Για τις δύσκολες ημέρες της εγχείρησης της μητέρας μου και της μετεχγειρητικής ανάρρωσης της οφείλω για ακόμη μια φορά ένα μεγάλο ευχαριστώ στον εξαιρετικό χειρουργό μας, στον επίκουρο καθηγητή χειρουργικής Γρηγόρη Χατζημαυρουδή. Οφείλω όμως επίσης ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλους τους γιατρούς και στο νοσηλευτικό προσωπικό της Β΄ χειρουργικής του νοσοκομείου Γ. ΓΕΝΝΗΜΑΤΑΣ όπως και της εντατικής μονάδας του νοσοκομείου Αγ. Δημήτριος που δίνουν τον καλύτερο εαυτό τους για την περίθαλψη των ασθενών, ανεξαρτήτως εθνικότητας, χρώματος και θρησκείας μέσα στις δύσκολες συνθήκες της μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης.


Τις θερμές μου ευχαριστίες στον ζωγράφο και προσωπικό μου φίλο Ντίνο Παπασπύρου για τις υπέροχες ζωγραφιές του που κοσμούν τα διηγήματά μου.

1. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-59, ΖΩΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ ΛΙΒΑΔΙ
2. ΤΜΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑ: ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-256, Τοπίο από τα Μετέωρα, τέμπερα, 20Χ29 εκ., 1996


ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΓΗ