Τετάρτη, Νοεμβρίου 18, 2020

Η μπλε σακούλα

 

Ιστορίες της απομόνωσης

 

Τούτη είναι η ζωή μας
τούτο το μεγάλο, τίποτ’ άλλο
γέλα κλάψε, πες ό,τι θες
Το παιδί ζωή: ζωή
τίποτ’ άλλο!»

Γιάννης Ρίτσος

 

Η μπλε σακούλα

 

    Ο Ιούλιος είχε φτάσει στις μέρες που θα αντάμωνε με τον Αύγουστο. Φέτος ήταν ένα διαφορετικό καλοκαίρι για την Ελλάδα, όπως και για τον υπόλοιπο κόσμο. Εκείνος ο αόρατος εισβολέας που οι επιστήμονες τον ονόμαζαν covid 19, από την αρχή του έτους είχε σκορπίσει τον θάνατο και είχε επιβάλλει νέες συνήθειες, φόβο και περιορισμούς σε ολόκληρο τον πλανήτη. Παρότι η καραντίνα μετά από το πρώτο κύμα της πανδημίας τον Μάρτιο του 2020, είχε αρθεί από τις αρχές του Μάη και τα σύνορα της χώρας είχαν ανοίξει σιγά σιγά για το καλοκαίρι, δεν ήταν πολλοί οι Έλληνες και οι αλλοδαποί που έφταναν για διακοπές σε κάποιο νησί. Μετά τους εκατοντάδες χιλιάδες θανάτους σε Ευρώπη και ΗΠΑ, δεν υπήρχε μεγάλη διάθεση για διακοπές υπό τον φόβο της επίθεσης του ορμώμενου από την Ανατολή ιού, ακόμη και στην σχετικά αλώβητη Ελλάδα. Ευτυχώς, οι κάτοικοι της Θεσσαλονίκης∙ έστω και για λίγες ώρες, απολάμβαναν το μπάνιο τους σε κάποια από τις πολλές παραλίες της Χαλκιδικής. 

Στο μπετοναρισμένο κέντρο της πόλης όμως, ήταν άλλος κόσμος. Ζέστη αφόρητη, πνιγηρή, σερνόταν σαν βαρύθυμος δράκοντας που ξεχύνει τις φωτιές του στους δρόμους. Δυστυχώς στην εποχή της πανδημίας υπήρχαν και χειρότερα. Πήχτρα στο πολυκαιρισμένο, αρθρωτό λεωφορείο, καθώς διέσχιζε την πόλη από τα δυτικά προς τα ανατολικά. Κάτω από τον καυτό ήλιο, μέσα στο κονσερβοκούτι που κάπνιζε σαν τσιμινιέρα, οι επιβάτες του μοιάζανε σαν σαρδέλες, μαριναρισμένες στον αλμυρό ιδρώτα τους. Κλειστός και ο κλιματισμός σύμφωνα με τα μέτρα για τον κορονοϊό και με την υποχρεωτική μάσκα να μην μπορείς να αναπνεύσεις με 35 και βαθμούς.

   Σε όλη αυτή την κατάσταση μέσα στο λεωφορείο, να έχει μπροστά του και εκείνα τα γυφτάκια, καταμεσής του οχήματος να φωνάζουν, να πειράζονται, να τσιμπιούνται, να χοροπηδάνε πέρα – δώθε.  Όσο περνούσε η ώρα, τα νεύρα του ήταν έτοιμα να εκραγούν με δαύτα τα διαoλογυφτάκια. Δυο ήταν, το ένα του έκανε καμιά οκτώ χρονών και το άλλο λίγο μικρότερο. Δίπλα τους στεκόταν όρθιος ο παππούς τους, όσο και να του φωνάζαν ξανά και ξανά τα μικρά, εκείνος <<Αγρόν ηγόραζε>>. Ήταν ένας ψηλός, μελαμψός κοιλαράς, με μια μύτη γαμψή και μια ολόμαυρη μουστάκα που από κάτω της πρόβαλε μια σειρά ολόχρυσα δόντια. Καμιά εξηνταριά χρονών τον έκανε το πολύ, ίσως και να ήταν και λιγότερο. Παίζοντας αργά αργά με τις κεχριμπαρένιες χάντρες της κομπολόγας του, κοίταγε έξω απ’ το παράθυρο ατάραχος, λες και ήταν αλλουνού τα παιδιά. Αμ εκείνη η μάνα, τα κοιτούσε που δεν αφήναν τον κόσμο να ησυχάσει και γελούσε τόσο ξέγνοιαστη, λες και είχε όλα της τα προβλήματα λυμένα. Είχε ακουμπισμένη πάνω της μια μεγάλη μπλε σακούλα που μια την πήγαινε από εδώ και μια από εκεί. Που και που άλλαζε και καμιά κουβέντα με την γιαγιά που καθόταν δίπλα της - ίσως η μάνα, ίσως η πεθερά της; - όπου μια την έπαιρνε ο ύπνος από το κούνημα του λεωφορείου και μια ξυπνούσε και άντε πάλι από την αρχή.

   Ο ηλικιωμένος άντρας καθόταν μια σειρά πιο πίσω – η οποία έμενε υποχρεωτικά κενή λόγω των μέτρων της πανδημίας, ενώ τι ειρωνεία, οι όρθιοι παρέμεναν απελπιστικά στριμωγμένοι – από τις γυναίκες και κοίταζε με θυμό την οικογένεια των Ρομά. Τους έβλεπε εμπρός του όλη αυτή την ώρα και σκεφτόταν πως είναι κλέφτες και ρεμάλια όλοι τους∙ άντρες και γυναίκες, κανείς δεν άξιζε από δαύτους.  Άντε το πολύ πολύ να κάνουνε τους εμπόρους ή τους παλιατζήδες, αλλά και εκεί πονηριά μόνο και Άγιος ο Θεός. Έτσι όμως τους αρέσει, να γυρνάνε ανέμελοι, να γλεντοκοπάνε, να κλέβουν από τον κόπο του άλλου. Ούτε και αυτά τα μικρά αγόρια δεν μπορούσε να συμπαθήσει. Τα κοίταγε και σκεφτόταν ότι κάπως έτσι θα καταλήξουνε και αυτά.

   Και τι, ψέματα έλεγε; Ρωτούσε τον εαυτό του. Αν ανοίξεις την τηλεόραση στα νέα, τι βλέπεις; Όλο τέτοιες ειδήσεις, ληστείες, πυροβολισμοί, ξεκαθαρίσματα λογαριασμών με δαύτους σε όλη την χώρα. Μα και ο ίδιος δεν την έπαθε στο λεωφορείο; Μόλις είχε πάρει την σύνταξη του, 640 € παρακαλώ. Ήταν σίγουρος πως αυτοί του τα άρπαξαν. Ανέβηκαν τρεις νεαροί από την φάρα τους και στριμώχτηκαν πίσω του στις σκάλες !!!! Αυτό πρέπει να ήταν, αφού στην επόμενη στάση κατέβηκαν αυτοί και τα λεφτά του κάνανε φτερά. Τα γλεντήσανε αυτοί οι κοπρίτες και εκείνος πέρασε ένα μήνα στεναχώριας και λιτότητας…                                                                                                                       

   Ουφ, επιτέλους, με τις σκέψεις τούτες πέρασαν δυο – τρεις στάσεις χωρίς να το πολυκαταλάβει !!!! Το λεωφορείο είχε μπει από την Στρατού στην Κωνσταντινουπόλεως και κόντευε στο Ιπποκράτειο πια. Θα κατέβαινε στην επόμενη στάση, εδώ παρακάτω ήταν το σπίτι του μεγάλου του γιού και εκείνος ερχόταν για να δει τα εγγόνια του.

   Ο ζεστός αέρας έξω από το λεωφορείο του φάνηκε τόσο δροσερός, τράβηξε μεμιάς την μάσκα να ανασάνει. Ξοπίσω του κατέβηκαν και εκείνοι. Τους κοίταξε στραβά πάλι, αυτοί ούτε που είχαν καταλάβει τον ηλικιωμένο άντρα που τους κοιτούσε τόση ώρα επίμονα και τον προσπέρασαν μιλώντας δυνατά. Πάνω εκεί ένοιωσε στο πόδι του ένα χτύπημα, ευτυχώς όχι πολύ δυνατό. Ήταν η μάνα, που κρατούσε την μεγάλη μπλε σακούλα και προσπερνώντας τον, τον χτύπησε με αυτήν. Εκείνη ούτε το πήρε χαμπάρι, ο άντρας όμως νευρίασε πολύ, γιατί αυτή η σακούλα είχε κάτι αιχμηρό μέσα και τον πόνεσε λίγο. Του ήρθε να δώσει μια κλωτσιά στην τσάντα, γρύλισε μέσα από τα δόντια του αλλά απομακρύνθηκαν γρήγορα μακριά του και έτσι έδωσε τόπο στην οργή, αφού σε λίγο θα τους ξεφορτώνονταν και δεν άξιζε να συγχιστεί παραπάνω. Σε λίγα μέτρα εκείνος μπήκε σε ένα ψιλικατζίδικο να αγοράσει κάτι για τα εγγονάκια του και οι δρόμοι τους χωρίστηκαν...


Βγαίνοντας από το ψιλικατζίδικο άκουσε πάλι τις φωνές τους, οχλοβοή !!! Πλάι στο εκκλησάκι του Ιπποκράτειου, είδε τα γυφτάκια που ήταν σκαρφαλωμένα πάνω στον τσιμεντένιο μαντρότοιχο του νοσοκομείου και κρατιόνταν από τα κάγκελα. Ο παππούς, η μάνα και η γιαγιά από κάτω τους έλεγαν διάφορα. Άναρθρες έφταναν στα αυτιά του οι φωνές τους. Τι κάνουν πια εκεί, τι φωνάζουν; Νοσοκομείο είναι, μονολογούσε θυμωμένος… Ούτε ιερό, ούτε όσιο έχουν; Απολίτιστοι…

   Έκανε να φύγει όμως οι συνεχείς φωνές τους τον κέντριζαν, “Μα τι συμβαίνει” αναρωτήθηκε και πάλι.

Προχώρησε λίγο πιο κοντά, όλοι τους ήταν μαζεμένοι στην γωνία του μαντρότοιχου. Τα παιδιά είχαν γυρίσει τώρα την πλάτη τους και κοίταγαν μέσα στο νοσοκομείο, όλοι τους κουνούσαν χέρια και πόδια σαν κωμικός θίασος, τα παιδιά χοροπηδούσαν σαν τρελά επάνω στα κάγκελα. Του έκανε τόσο εντύπωση που πέρασε τον δρόμο να πάει πιο κοντά. Έφτασε λίγο πιο πίσω τους, οι φωνές τους ακούγονταν πιο καθαρά. Μέσα στις άγνωστες λέξεις και στις λίγες που γνώριζε από την γλώσσα τους ξεχώρισε το “Βαγγέλη” “Βαγγέλη” “Βαγγέλη”.   

   Δίπλα του ήταν η στάση του αστικού για την αντίθετη τώρα κατεύθυνση, για το κέντρο της πόλης. Δεν περίμενε κανείς άλλος το λεωφορείο, κάθισε στο πυρωμένο παγκάκι της στάσης για να μην τον δουν.

  Στην γωνία του νοσοκομείου, διέκρινε την μορφή μιας γυναίκας με σκουρόχρωμο δέρμα και ατημέλητα μαυρόξανθα μαλλιά. Στεκόταν πίσω από ένα ανοικτό παράθυρο, σε ένα χαμηλό ανώγειο. Ο ηλικιωμένος άντρας τώρα θυμήθηκε ότι εκεί ήταν το παιδιατρικό νοσοκομείο. Πόσες ιστορίες δεν του είχε πει ο συγχωρεμένος ο φίλος του, ο κύριος Νίκος. Πόσες ανθρώπινες ιστορίες, ειπωμένες από τους γονείς που ερχόταν στο μαγαζί του ακριβώς απέναντι από το νοσοκομείο, για να αγοράσουν παντόφλες, πιζάμες και εσώρουχα για αυτούς και τα νοσηλευόμενα παιδιά τους.

   Κοίταξε δίπλα, την εξωτερική τσιμεντένια σκάλα με τα πολυκαιρισμένα κόκκινα κάγκελα και τους ξεφλουδισμένους τοίχους του παιδιατρικού νοσοκομείου. Κάποιοι είχαν δέσει ένα σχοινί σε δυο σίδερα και είχαν απλώσει δυο τρία παιδικά ρουχαλάκια. Πιο ψηλά ένας άντρας ακουμπούσε στην κουπαστή της σκάλας και κάπνιζε, κοιτούσε την πόλη, την θάλασσα στο βάθος. Αν και τόσο μακριά του, ένοιωσε τον πόνο του ανθρώπου, την ελπίδα ότι όλα θα πάνε καλά, την προσευχή στα χείλη του για το παιδί, για ένα νέο ταξίδι…

    Όταν κατέβασε το βλέμμα του, είδε την γυναίκα καθώς έσκυψε και ανέβασε πάνω στο ανοικτό παράθυρο ένα αγοράκι, “Βαγγέλη” “Βαγγέλη” “Βαγγέλη” τσίριζαν όλοι και το χαιρετούσαν. Ήταν ένα παιδάκι γύρω στα 6 με 7 χρονών. Λιπόσαρκο και ωχρό σαν κερένια κούκλα. Τα μαλλάκια του λιγοστά και στο αδυνατισμένο του πρόσωπο ξεχώριζαν μόνο τα μάτια του, βαθουλωμένα μέσα στις κόγχες τους. Βλέποντας τα γνώριμα πρόσωπα που το χαιρετούσαν μέσα από τα κάγκελα, αργά αργά σήκωσε το χεράκι του να χαιρετίσει. Τα δυο αγόρια χοροπηδούσαν πάνω στα κάγκελα και φώναζαν με όλη τους την δύναμη το αγοράκι.

    Κάτι έσπασε μέσα του, κοιτούσε μια το παιδί στο νοσοκομείο και μια τα δυο αγόρια στα κάγκελα. Αυτή την στιγμή ένοιωσε συγκινημένος. Ήταν ολοφάνερο, η οικογένεια είχε έρθει για το επισκεπτήριο και αφού δεν γινόταν να βρεθούν από κοντά λόγω της πανδημίας, έβλεπαν τους αγαπημένους έστω από μακριά.

“Βαγγέλη” “Βαγγέλη” “Βαγγέλη” πάλι φώναζαν τα αγόρια, αυτή την φορά όμως το μεγαλύτερο κρατούσε κάτι στα χέρια, ήταν αυτό που τον χτύπησε στην μπλε σακούλα, αυτό που ήθελε να διαλύσει με μια κλωτσιά. “Ο μπουλντόζας ρε Βαγγέλη, Ο μπουλντόζας…” Αν και η όραση του δεν τον βοηθούσε κάτω από τον καυτό ήλιο διέκρινε την συσκευασία ενός παιχνιδιού. Ναι μέσα στην μπλε σακούλα κρυβόταν μια μεγάλη κίτρινη μπουλντόζα. Το μεγαλύτερο αγόρι κρατούσε το δώρο του Βαγγέλη ψηλά, λίγο πιο πάνω από τα κάγκελα του νοσοκομείου. Το αγοράκι φωτίστηκε, σήκωσε αργά το χεράκι του να το πιάσει, μα ήταν τόσο μάταιο, τους χώριζαν τουλάχιστον 15 μέτρα. Τέντωνε το χεράκι του, κοιτούσε την μάνα του, τέντωνε το χεράκι του και πάλι, κοιτούσε την μητέρα του στεναχωρημένο, μάταια όμως…

     Ο ηλικιωμένος άντρας ταράχτηκε, είχε δακρύσει… Πόσο άδικο ήταν για αυτό το παιδί να μην μπορεί να πάρει το δώρο του, να είναι άρρωστο, να βρίσκεται στο νοσοκομείο παλεύοντας για την ζωή του…   

   Τι παιχνίδια παίζει το μυαλό κάποιες στιγμές, στην θέα του παιδιού θυμήθηκε το μαύρο γατάκι στην γειτονιά του. Το είχε δει να είναι μοναχό του σε έναν ακάλυπτο, κοντά στο σπίτι του. Ήταν φοβισμένο και μπαινόβγαινε μέσα σε κάτι θάμνους, καθώς τρόμαζε με τα τροχοφόρα που πάρκαραν εκεί δίπλα. Η μάνα του δεν φαινόταν πουθενά και έτσι μάλλον είχε μείνει μόνο του, χωρίς ίσως καμιά ευκαιρία να επιβιώσει. Νιαούριζε συνεχώς, το τάισε μερικές μέρες και μετά ξαφνικά, το γατί χάθηκε. Ποιος να ξέρει αν είχε πεθάνει ολομόναχο σε μια γωνία ή κάτω από τις ρόδες κάποιου οχήματος; Μπορεί και να είχε μπερδευτεί χάνοντας την φωλιά του, και ύστερα νομοτελειακά να ακολουθούσε την μοίρα του…

    Ο ήλιος του Ιούλη τον ζεμάτιζε όπως το μέταλλο της στάσης, όμως δεν το αντιλαμβάνονταν καθώς είχε απορροφηθεί στις σκέψεις του. Ένας κόμπος του έπνιγε τον λαιμό. Σκέφτηκε τα παιδιά του, τα δικά του εγγόνια, τις ευκαιρίες που είχαν για μόρφωση, για ένα καλύτερο αύριο. Κοίταξε το παιδί στο παράθυρο. Ακόμη και να ζούσε, ακόμη και να επιβίωνε ο μικρούλης - που τώρα το ευχόταν με όλη του την ψυχή - ποιο θα ήταν το αύριο του; Ακόμη ένα μαύρο γατάκι; Ένα μαύρο γατάκι για το οποίο και αυτός τώρα, ένοιωθε το βάρος του, στους δικούς του ώμους…

 

   Ο μεγαλύτερος από τα δυο παιδιά έδωσε ένα σάλτο και ανέβηκε πάνω απ’ τα κάγκελα, ο μικρός με μεγάλη προσπάθεια του έδωσε το κουτί με το παιχνίδι και έπειτα τον ακολούθησε πέρα από τα κάγκελα. “Βαγγέλη, Βαγγέλη, ο Μπουλντόζας…” φώναζαν τα αγόρια καθώς έτρεχαν μέσα στα χόρτα τα λίγα μέτρα που τους χώριζαν απ’ την μάνα και το παιδί της. Ο άντρας, ο κυρ Τάσος, δεν μπορούσε να τους δει τώρα. Πετάχτηκε όρθιος και έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε για να φτάσει μέχρι τον μαντρότοιχο. Ήταν ενθουσιασμένος με αυτά τα δυο παιδιά. Δίπλα στην οικογένεια των Ρομά παρακολουθούσε με συγκίνηση καθώς συνεννοούνται τα δυο τους κι ύστερα είδε να παίρνει ο μεγάλος τον μικρό στους ώμους, να ψηλώσουν μέχρι το παράθυρο στο χαμηλό ανώγειο του νοσοκομείου, να φτάσει ο Μπουλντόζας στα χέρια του Βαγγέλη...

 

     Το δώρο ήταν στα χέρια του Βαγγέλη !!!!  Τα αγόρια το πανηγύρισαν και ύστερα έτρεξαν πίσω να ξανακαβαλήσουν τα κάγκελα. Έκλαιγε σχεδόν ο άντρας, με τα αγόρια που με το τσαγανό, την δύναμη και την ορμή τους κατάφεραν να φτάσει το δώρο στα χεράκια του ξαδέρφου τους. Πλησίασε και άφησε την δική του μπλε σακούλα, από το ψιλικατζίδικο, στα χέρια της μάνας των αγοριών. Εκείνη κοιτούσε έκπληκτη τον δακρυσμένο κυρ Τάσο καθώς με κόκκινα μάτια της έδωσε την σακούλα με τις λιχουδιές και τα δωράκια που προοριζόταν για τα δικά του εγγόνια,

“Να τα χαίρεσαι, τα αγόρια σου”

Έφυγε σκυφτός, θλιμμένος μα και χαρούμενος…

 

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ

Νοέμβριος 2020

 

   Σε αυτές τις τραγικά δύσκολες στιγμές του πολέμου με τον κορονοϊό, αφιερώνω αυτό το διήγημα  στον Παναγιώτη Σαββαΐδη, τελειόφοιτο φοιτητή της ιατρικής που με θάρρος και αγάπη στον συνάνθρωπο δίνει από τώρα τον δικό του αγώνα στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο Θεσσαλονίκης, μαζί με όλους τους ήρωες υγειονομικούς του εθνικού συστήματος υγείας. Έναν αγώνα επιστημοσύνης, αυταπάρνησης και ανθρωπιάς…

 Στους ιερείς Νικόλαο Παπαγεωργίου και Ευστάθιο Καλπακίδη από την ενορία της Μεταμορφώσεως του Σωτήρος Θεσσαλονίκης, οι οποίοι καθημερινά επισκέπτονται τα παιδιά που νοσηλεύονται στην παιδοογκολογική κλινική του Ιπποκράτειου Θεσσαλονίκης, προσφέροντας την αγάπη τους. 

   Στην Εύα Μαρκάκη στην πιο ευαίσθητη μα και πιο δυνατή μαχήτρια που γνωρίζω, με όλη την αγάπη και τις θερμότερες ευχές μου.

 

Ζωγράφος Ντίνος Παπασπύρου

1. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-232, Ο κινηματογράφος ΑΛΚΑΖΑΡ, τέμπερα, 23Χ40 εκ., 1992

2. Πίνακας Το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής στην Νέα Κρήνη, τέμπερα 2016


Ποίηση Γιάννης Ρίτσος, «Αναφυλλητό. XXXVIII», (απόσπασμα) Από τη συλλογή Υδρία (1957-1958)

 

 


Κυριακή, Μαΐου 31, 2020

Η αγάπη στα χρόνια της πανδημίας


Ιστορίες της απομόνωσης


Η αγάπη στα χρόνια της πανδημίας


Απρίλιος 2020…
   Στο πολυκαιρισμένο ραδιόφωνο, το πράσινο φως τρεμόπαιζε στο καντράν και στα μικροσκοπικά κουμπάκια τριγύρω του. Ο οδηγός άκουγε δυνατά στο ράδιο μια σύνθεση από ντίσκο επιτυχίες, είχε πολύ καλή διάθεση αυτό το Απριλιάτικο απόγευμα. Κάθε τόσο κοιτούσε τον συνοδηγό του και χαμογελούσε σίγουρος για την απόφαση του. Χαρούμενος όπως ήταν τραγουδούσε μια ντουέτο με την Γκλόρια Γκέινορ, μια με τους Μπι Τζιζ και την άλλη με την Τσάκα Καν.
   Από ένα στενάκι πλάι στο Ιπποκράτειο νοσοκομείο, μπήκε στην Λεωφόρο Καραμανλή και έπειτα έστριψε απ’ το φανάρι στην Κλεάνθους. Οι Ζητάδες ήταν σταματημένοι λίγο πιο μέσα, στην αριστερή πλευρά του δρόμου και δεν φαινόταν καθόλου. Είχε αρχίσει να σουρουπώνει πριν λίγο, ψηλά οι κεραίες των πολυκατοικιών ακόμα ήταν χρυσαφιές από τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου όμως στον δρόμο το φως ήταν λιγοστό και είδε μόνο τον φακό του ενός που του έκανε νόημα να σταματήσει. Έβαλε τα αλάρμ και ακινητοποίησε το skoda μπροστά στους δυο αστυνομικούς. Ο ένας ήταν πολύ ψηλός και αδύνατος, ο άλλος πιο κοντός και πολύ γεροδεμένος. Ο ψηλός του ζήτησε το έντυπο μετακίνησης και την ταυτότητα του λόγω της απαγόρευσης κυκλοφορίας που ίσχυε εξαιτίας της πανδημίας του νέου κορωνοϊού. Υπό τον ήχο του Άφρικα, τον Τότο, τους απάντησε πως δεν έχει μαζί του την δήλωση, ούτε έστειλε sms. Χαμογελώντας τους πληροφόρησε για τον ιδιαίτερο λόγο της εξόδου του που σίγουρα δεν περιλαμβάνονταν στους λόγους 1 – 6 που ήταν όλοι και όλοι στο έντυπο.    
Ο ψηλός κοίταξε τον συνάδερφο του και χαμογέλασε,
-  Ώστε πάτε στα…;;; Μάλισταααα… επανέλαβε ο αστυνομικός χαμογελαστός στον οδηγό και δίχως να χάσει χρόνο τράβηξε το μπλοκ των κλήσεων για να βεβαιώσει την παράβαση…


***

Απρίλιος 2025…
   Εκείνη την Τετάρτη του Απρίλη βρέθηκε και πάλι μόνος στο σπίτι του. Ο ήλιος μόλις είχε δύσει όταν μπήκε, στο διαμέρισμα όλα ήταν ήσυχα. Η γυναίκα και η κόρη του είχαν βγει έξω για κάποια ψώνια. Μπήκε στην τουαλέτα, εκείνος ο εξαεριστήρας του μπάνιου είχε χαλάσει και έκανε έναν αναθεματισμένο θόρυβο τις τελευταίες μέρες. Πλύθηκε αργά, με επιμέλεια, τελετουργικά. Βλέπεις η συνήθεια του είχε μείνει από την εποχή της πανδημίας, το 2020. Άναψε τον φούρνο μικροκυμάτων να ζεστάνει τον αρακά με τις πατάτες που του είχε αφήσει η γυναίκα του στο ψυγείο. Μέχρι να γίνει αυτό θα περνούσαν κάπου πέντε λεπτά∙ αφού του άρεσε να τρώει σχεδόν ζεματιστό το φαγητό του.
   Είχε λοιπόν λίγο χρόνο, βγήκε από την κουζίνα και μπήκε στο γραφείο του ακριβώς απέναντι. Ήταν το προσωπικό του καταφύγιο εκείνο το δωμάτιο του διαμερίσματος. Η διακόσμηση σίγουρα δεν ταίριαζε για την ηλικία του, αυτόν όμως τον ευχαριστούσε. Στην μια πλευρά του δωματίου, ήταν το γραφείο του και από επάνω είχε βιβλιοθήκη. Στους υπόλοιπους τοίχους τώρα πια παντού υπήρχαν ράφια με βιβλία, ένα σωρό φωτεινά χριστουγεννιάτικα διακοσμητικά και σειρές από λογιών – λογιών λαμπιόνια. Ένα παραμύθι, που ζούσε μέσα σε δωμάτιο.
   Κάθισε στην αναπαυτική πολυθρόνα που βρισκόταν αντίκρυ από το γραφείο του και άναψε το επιδαπέδιο φωτιστικό, στο πλάι της. Κουρασμένος από την δουλειά και την τρέλα της καθημερινότητας, έκλεισε για λίγο τα μάτια του…
   Το κουδουνάκι του φούρνου τον τρόμαξε, άνοιξε τα μάτια όμως δεν κουνήθηκε από την θέση του, ήταν τόσο κουρασμένος. Το βλέμμα του κόλλησε απέναντι, χαμηλά στο πάτωμα, στο ράφι της βιβλιοθήκης δίπλα στην πόρτα του δωματίου του. Η σκέψη ήρθε μόνη της, απρόσκλητη, όπως συνήθως…
   Τέτοια εποχή ήταν πάλι, αρχές Απρίλη του 2020. Τότε δεν υπήρχε εκεί η βιβλιοθήκη, ήταν το μέρος Του, εκεί την άραζε Εκείνος, Ζόρικο Αρσενικό. Αυτές τις ώρες του άρεσε πότε να κοιμάται και πότε να χουζουρεύει, αφού το βράδυ πάντα ξενύχταγε. Δεν είχαν κακές σχέσεις όμως θα το προτιμούσε να έφευγε από το γραφείο του και να την άραζε αλλού, ακόμη και στο σαλόνι, δεν τον πείραζε. Αλλά όσο και να το ήθελε ο ίδιος, αυτός ο μάγκας δεν το κουνούσε από εκεί, του έδιναν θάρρος βλέπεις και οι γυναίκες του σπιτιού. Τον κοιτούσε εκεί να στριφογυρνάει, να λιώνει ολημερίς στην ξάπλα, μέσα, συνεχώς και αδιαλείπτως μέσα, σαν τον φυλακισμένο.
   Εκείνο το απριλιάτικο απόγευμα, όμως δεν άντεξε, του γύρισαν τα μυαλά. Και ο ίδιος κλεισμένος ήταν∙ κοντά ένα μήνα μέσα στο σπίτι με την γυναίκα και την κόρη του. Η επιχείρηση όπου εργαζόταν την περίοδο της πανδημίας, είχε κλείσει τα γραφεία μετά την εντολή της κυβερνήσεως και έμενε συνεχώς μέσα το διαμέρισμα του, όπως όλοι. Τηλεργαζόταν και από την μια ξεχνιόταν μα και από την άλλη πιεζόταν με τις πολλές ώρες που έπρεπε να αφιερώνει στην δουλειά και τα χίλια μύρια προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπίσει μέσα απ’ το δωμάτιο του.
   Κόντευε να πάθει νευρικό κλονισμό και για να βγει έπρεπε να συμπληρώνει έντυπα και να στέλνει μηνύματα. Και εκτός από τα ψώνια και ένα σύντομο περπάτημα, που να αλλού να πήγαινε; Δεν μπορούσε να συναντήσει ούτε σε έναν γνωστό να πιούν έναν καφέ ρε αδερφέ να πούνε δυο κουβέντες, να ξεσκάσουν. Όλοι μένανε στο σπίτι, όλοι στα καβούκια τους. Μόνο αυτοί οι λίγοι που πηγαίνανε στις δουλειές τους, δραπέτευαν για λίγο και από το απόγευμα μέσα και αυτοί. Και στις 18:00 κάθε μέρα όλοι κρέμονταν από τα χείλη του καθηγητή Τσιόδρα για την εξέλιξη της πανδημίας στην Ελλάδα και του υπουργού πολιτικής προστασίας Χαρδαλιά, για τα μέτρα και τα πρόστιμα στους παραβάτες της καραντίνας. Όλα είχαν αλλάξει, ακόμη και το Πάσχα που πλησίαζε σε λίγο, δεν θα ήταν το ίδιο φέτος. Κλεισμένοι μέσα στα σπίτια θα το περνούσαν και αυτό, μακριά από συγγενείς και φίλους…
    Και δεν ήταν μόνο η κλεισούρα, η τηλεόραση συνεχώς πρόβαλε εικόνες φόβου, απομόνωσης, φρίκης. Ειδήσεις από όλη την Ευρώπη και τον κόσμο. Ιταλία, Ισπανία, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία, Η.Π.Α. Σαν σε μακάβριο διαγωνισμό κάθε μέρα προβάλλονταν και καταμετρούνταν τα κρούσματα και οι χιλιάδες απώλειες ενός αόρατου πολέμου.
   Με όλη αυτήν την ψυχολογική πίεση είχε φθάσει στα όρια του. Έτσι ήρθε εκείνη η στιγμή που λείπανε από το σπίτι η σύζυγος και η κόρη του για την δραστηριότητα νούμερο 6 “Βόλτα κατοικίδιου και σωματική άσκηση”. Από ώρα έγραφε μια επείγουσα προσφορά για την δουλειά, πιεζόταν, δεν του βγαίνανε οι τιμές, δεν είχε τα είδη που του ζητήσανε και έπρεπε να προτείνει άμεσα κάποια άλλα, άρα έπρεπε να βρει τους πελάτες όμως εκείνοι δεν απαντούσαν. Φυσούσε και ξεφυσούσε μέσα στο δωμάτιο του, γύρισε την καρέκλα του και τον κοίταξε να ξαπλώνει φαρδύς πλατύς. «Εεεε» του φώναξε, ξύπνησε τρομαγμένος και ανασήκωσε το κεφάλι του, τον κοίταξε και εκείνος. Τα βλέμματα τους ενώθηκαν και έτσι έμειναν να κοιτιούνται για ώρα. όχι μόνο τον λυπήθηκε, ταυτίστηκε μαζί του. Ήταν και οι δυο τους τώρα φυλακισμένοι, τον ένιωσε πιο πολύ από κάθε άλλη φορά, άντρας προς άντρα. Τι και αν ήταν σε όλα τους τόσο διαφορετικοί, μέσα στο μισοσκόταδο ένοιωσε σαν εκείνον. Ήταν ανελεύθερος πια, φυλακισμένος, απελπισμένος, μέσα σε μια κατάσταση που κανείς δεν γνώριζε που θα οδηγούσε.. Τι και αν ήταν σε καραντίνα η χώρα και υπήρχε απαγόρευση κυκλοφορίας, τον άρπαξε με μάτια που γυάλιζαν από τον ενθουσιασμό και του είπε “Ας λένε ότι θέλουν οι γυναίκες ρε μάγκα, πάμε στα…” 

    Η συνέχεια της ιστορίας, τον Απρίλη του 2020 είναι εν μέρει γνωστή. Ξεκίνησε με ντίσκο τραγούδια στο ραδιόφωνο και τους αστυνομικούς να τον σταματάνε για έλεγχο…

- Το έντυπο μετακίνησης και την ταυτότητα σας… Στο μισοσκόταδο παρατηρούσε τον αστυνομικό που τον έλεγχε. Ψηλός και ξερακιανός, ενώ είχε μικρά μάτια, η μύτη του ήταν τεράστια και με μια τοξοειδής διαδρομή έφτανε κοντά στο άνω χείλος του. Σαν μιλούσε έκανε μια περίεργη σύσπαση το στόμα του∙ μάλλον εκούσια για να μην το ακουμπάει η μύτη του, πράγμα που όμως έκανε την φωνή του να αλλοιώνεται μακρόσυρτα και ήταν και λίγο αστείο όλο αυτό καθώς παράλληλα το όργανο προσπαθούσε να φαίνεται αυστηρό. Το ότι βγήκε όμως χωρίς το έντυπο μετακίνησης, δεν ήταν καθόλου αστείο στην εποχή του κορονοϊού. Ο οδηγός χαμήλωσε το Άφρικα που ακουγόταν δυνατά και για λίγο κοίταξε τον συνοδηγό του δίχως να μιλάει...
- Ναι, με ακούσατε; Τον επανάφερε ο αστυνομικός.
-  Ωχ… δεν έχω ρε παιδιά, την πάτησα από τον ενθουσιασμό μου, είπε χαμογελαστός χαμογελάστος, μόνο την ταυτότητα έχω. Ααα, να σας δώσω άδεια και δίπλωμα; Να πάνω στον ενθουσιασμό μου τα ξέχασα γιατί επιτέλους έκανα πράξη αυτό που τόσο καιρό του έταζα, πάμε στα κορίτσια…
Ο ψηλός τώρα είχε πάρει πραγματικά αστεία όψη, με το σαρδόνιο χαμόγελο που είχε σχηματιστεί στο πρόσωπο του. Κοίταξε τον συνάδερφο του και έπειτα γύρισε πάλι στον οδηγό,
-  Ώστε πάτε στα κορίτσιαααα;;; Μάλισταααα… Έχεις διάθεση για πλακίτσα μου φαίνεται, σοβάρεψε απότομα και τον επέπληξε. Αστραπιαία τράβηξε από την θήκη το μπλοκ για να βεβαιώσει το πρόστιμο – Χαρδαλιά, των 150 €.
     Στην θέα του μπλοκ κόπηκε το χαμόγελο του οδηγού, στο ραδιόφωνο ο μουσικός παραγωγός λες και έβλεπε την σκηνή κι έβαλε το αδερφάκι του Τζάκσον με την Πία Ζαντόρα να τραγουδήσουν την βροχερή επιτυχία τους. Καθώς η μουσική βροχή τους άρχισε να πέφτει λίγο πριν πέσει και το πρόστιμο, ενστικτωδώς άνοιξε την πόρτα του για να βγει λέγοντας,
- Παιδιά να σας εξηγήσω, να σας εξηγήσω, ένα λεπτό, ζήτησε λίγη πίστωση χρόνου πριν το στυλό του ψηλού αρχίσει να γράφει και βγήκε έξω από το αμάξι του. Τώρα πλέον τα έπαιζε όλα για όλα και συνέχισε,
- Είστε παντρεμένοι; Έχετε τέλος πάντων μια κοπέλα; Τον κοίταξαν με απορία, αλήθεια που το πήγαινε ο τύπος; Εκείνος είδε τα βλέμματα τους, κατάλαβε ότι ο ουρανός όχι μόνο γέμιζε με σύννεφα αλλά η καταιγίδα ήταν προ των πυλών, όμως συνέχισε,
- Τέτοια παλικάρια, τόνισε ηχηρά την λέξη, σίγουρα έχετε κάψει πολλές καρδιές, είπε μόνος του χωρίς να τους αφήσει να του απαντήσουν, κάνοντας έτσι και κομπλιμέντο αλλά επίσης αποσκοπώντας να κερδίσει χρόνο και φυσικά την συμπάθεια τους. Και αυτός ο κακομοίρης, κούκλος είναι, το βλέπετε, όμως δεν γνώρισε θηλυκό.
Το στυλό απείχε κάποια εκατοστά, με το ζόρι το κρατούσε ο ψηλός, ήταν αυτός ο τύπος πολύ περίεργος…
- Τις προάλλες άκουσα κάτι το συγκλονιστικό, συνέχισε ο οδηγός, άκουσα για κάποιους γέροντες, βαθιά ηλικιωμένους μοναχούς στο Άγιο Όρος, που για διάφορους λόγους μεγάλωσαν από μωρά σε μοναστήρια και δεν έχουν δει γυναίκα ζωντανή μπροστά τους. Και αυτός, την μόνη γυναίκα που γνώρισε ήταν η μάνα του, αν την θυμάται… Το σκεφτόμουν αυτό από καιρό βλέποντας τον κλεισμένο μέσα στο κλουβί, να περιμένει πότε θα γυρίσουμε, πότε θα βρούμε χρόνο να τον βγάλουμε έξω. Ναι τον αγαπούν πολύ η γυναίκα και η κόρη μου και φοβάμαι την αντίδραση τους, όμως αν και το ξέρω πολύ καλά, πολλές φορές το έλεγα μπροστά τους. “Μια μέρα θα σε αρπάξω και θα σε πάω στα κορίτσια, να γνωρίσεις μια γυναίκα και εσύ, να σπάσει η μοναξιά σου, να ερωτευτείς, να κάνεις τα δικά σου παιδιά.”
- Όποιος και να είσαι, είναι τόσο άδικο αυτό… Ξέρετε είναι ένα κορίτσι που ζει στην πολυκατοικία μου και πάντα ρωτάει για την αγάπη, στον δικό της κόσμο όλοι την αξίζουν. Το ίδιο και αυτός, δεν έχει δικαίωμα να ερωτευτεί, να αγαπήσει; Όλοι το έχουν, όπως και αν είναι, όπως και αν μοιάζουν, έτσι πιστεύει αυτό το υπέροχο κορίτσι.
   Οι δυο αστυνομικοί τον κοιτούσαν περίεργα, αυτός ο τύπος ίσως ούτε παλαβός ήταν, ούτε βγήκε έξω να τους δουλέψει…
- Πόσο χρονών είναι; Τον ρώτησε ο πιο κοντός,
- Κάπου κοντά στα σαράντα θα έλεγα, ναι, σχεδόν συνομήλικος μου είπε ο οδηγός.
- Το φαντάζεσαι ρε; Ρώτησε ο ψηλός στον συνάδελφο του,
- Τι να φανταστώ ρε, φοβερό δεν είναι; Του απάντησε με ερώτηση του ψηλού και γυρνώντας στον οδηγό του είπε, τι να σου πω, με συγκλόνισες τώρα, έχεις πολλές ευαισθησίες, εγώ δεν θα το σκεφτόμουν έτσι, αλλά τώρα..
   Οι αστυνομικοί πήγαν από την πλευρά του συνοδηγού και ο οδηγός μπήκε στο αυτοκίνητο υπό τους ήχους των Γουάμ και κατέβασε το τζάμι να τον δουν.
 - Είναι κουνέλι νάνος, τους πληροφόρησε.
    Ήταν πολύ όμορφος, όλος λευκός, μόνο το περίγραμμα τον ματιών του ήταν γκρίζο, τα μικρούλικα αυτάκια του και μια λωρίδα στην πλάτη του. Μόλις αντιλήφθηκε τους απρόκλητους παρατηρητές του, στην αρχή στριφογυρνούσε με φόρα μέσα στο κλουβί, έπειτα δάγκωνε σαν τρελός το μπολ της τροφής του και το σκουντούσε πέρα δώθε και στο τέλος έβαλε τα μπροστινά ποδαράκια του ψηλά επάνω στα συρμάτινα κάγκελα του κλουβιού και ανασηκώθηκε κοιτώντας τους…  Οι αστυνομικοί τον παρατηρούσαν γελώντας και σχολιάζοντας,
- Πώς τον λένε; Ρώτησε ο ένας.
- Λωρίδα, από εκείνη την Χριστουγεννιάτικη αμερικάνικη ταινία, τα Γκρέμλινς. Τον βαφτίσαμε έτσι γιατί είναι ζόρικος, αντράκι. Ορμάει και δαγκώνει άμα τον πειράξεις και να φανταστείς όταν μας τον έφεραν στο σπίτι πριν πέντε χρόνια σχεδόν, τον νομίζαμε για κορίτσι και τον φωνάζαμε Μάγια. Όλοι τους γέλασαν…
Ο ψηλός έχωσε στην θήκη το μπλοκ του,
- Και που θα τον πας τώρα;
- Που είναι τα κορίτσια;
Τον ρώτησαν σχεδόν ταυτόχρονα,
- Στον λόφο, ψηλά, τέρμα στα Κωνσταντινουπολίτικα. Είναι ένας κύριος εκεί που έχει κτήμα και έχει μαζέψει πολλά κουνελάκια και άλλα μικρά ζωάκια από τα σπίτια που τα βαρέθηκαν, όπως κάνουμε με τόσες άλλες αδέσποτες ψυχές βλέπεις. Πάει κόσμος με τα παιδιά του και τα βλέπουν. Εκεί σίγουρα ο Λωρίδας θα βρει το κορίτσι που δεν ήξερε ότι υπήρχε, την αγάπη στα χρόνια της πανδημίας…

  
Επιστροφή στον Απρίλη του 2025…
   Η είσοδος του σπιτιού άνοιξε, ήταν η κόρη και η γυναίκα που μπήκαν στο σπίτι,
- Μπαμπά; Η κόρη του είχε μεγαλώσει, ήταν πια φοιτήτρια.
- Εδώ στο δωμάτιο είμαι.
- Καλησπέρα, πότε γύρισες; Τον ρώτησε η γυναίκα του.
- Πριν λίγο.
- Τι κάνεις στα σκοτεινά, δεν έφαγες ακόμη;
- Τώρα, τώρα μόλις το ζέστανα απάντησε στην σύζυγο του…



Λίγα λόγια από έναν αφηγητή που γνωρίζει πολλά…

   Ο Λωρίδας δεν ζούσε πια κοντά τους, ζούσε εδώ και καιρό στο κτήμα και όπως του έπρεπε ήταν τώρα πια παππούς. Στην αρχή για κάποιο διάστημα τον πήγαιναν και τον έφερναν στο κτήμα, μα όσο και να τον αγαπούσαν, όσο και να τον φρόντιζαν, στο τέλος κατάλαβαν πως δεν τους ανήκε. Είχε γεράσει, μέρα με την μέρα έφθινε όπως κάθε ζωντανός οργανισμός επάνω στην γη. Δεν έκανε εκείνα τα απότομα τινάγματα και τα χοροπηδηχτά ακροβατικά του, ούτε νευρίαζε και ορμούσε σε ότι τον ενοχλούσε. Κινούταν αργά, έκανε μόνο λίγα βαριά βήματα σπρώχνοντας με κόπο τα πίσω ποδαράκια του και την περισσότερη ώρα καθόταν σε μια γωνιά νωχελικός, μυρίζοντας που και που εκεί τριγύρω του. Τις ατέλειωτες ώρες που έμενε ξύπνιος τα βράδια στην γωνιά του, μπορεί και να θυμόταν το δωμάτιο της γιαγιάς μπροστά στο πάρκο της Τούμπας όταν ήταν παιδί και αργότερα στο νέο σπίτι την γωνιά του∙ στο παραμυθένιο γραφείο του συγγραφέα. Σίγουρα όμως θυμόταν τα χάδια και τις αγκαλιές που δέχθηκε, τα γλυκόλογα που άκουσε από την κόρη και την μητέρα της, τα παιχνίδια της νιότης του μαζί τους. Τώρα ζούσε με τους δικούς του, τα κορίτσια, τα παιδιά και τα εγγόνια του. Που και που η οικογένεια ενώνονταν κάποια Κυριακή στο κτήμα, όταν τον έπαιρναν και πάλι στην αγκαλιά τους, όπως και τότε και η καρδούλα του χτυπούσε ξανά από αυτό που λέγεται αγάπη και δεν γνωρίζει σύνορα, δεν κάνει διακρίσεις, σε πρόσωπα, πλάσματα και μορφές…



Στον πατέρα μου που αγαπούσε και σεβόταν όλα τα πλάσματα του Θεού.
Στις αθώες ψυχές όλου του κόσμου που ζητούν την αγάπη και ζουν σε φανερά ή μη κλουβιά…
 
Α. Δ.Ε.  ΒΑΛΜΑΣ  
31/5/2020

Θερμές ευχαριστίες στον φίλο και εξαιρετικό ζωγράφο Ντίνο Παπασπύρου,
1. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-159, Τζακαράντες-2, τέμπερα, 24Χ36 εκ., 2010, Κωδ. 732
2.ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-11, Αμπελώνες στην περιοχή Επανομής, τέμπερα, 12Χ12 εκ., 2012, Κωδ. 942



Κυριακή, Απριλίου 12, 2020

Ο ιός του έρωτα

Ιστορίες της απομόνωσης


        Ο ιός του έρωτα



   Η Άντα τον έβλεπε να περνά έξω από την διώροφη μονοκατοικία της, στην Τρίτωνος και έλιωνε, έλιωνε σαν το κεράκι της Λαμπρής. Έλιωνε για αυτόν τον νεοφερμένο στην γειτονιά, τον Μέμο.
   Δεν ήταν πολύς καιρός που είχε μετακομίσει στα Άνω Πετράλωνα. ο Μέμος νοίκιαζε λίγο πιο κάτω από την Άντα στην Τρίτωνος, στο ισόγειο μιας ετοιμόρροπης, παλιακής πολυκατοικίας. Νοίκιαζε που λέει ο λόγος, γιατί δεν πλήρωνε σχεδόν ποτέ το ενοίκιο του αλλά όλο και το έταζε στην “Kοριτσάρα” του, μια μερακλού ηλικιωμένη, την κυρά Ελπινίκη την κρητικιά, που κατοικούσε δίπλα του.
“Να, στο φως μου σου λέω, περιμένω κάτι λεφτά και δεν θα σε αφήσω έτσι κοριτσάρα μου” της υποσχόταν με γαλιφιές και της έδινε και μια τσιμπιά στο ρυτιδιασμένο μαγουλάκι και έπειτα της χάιδευε το ξανθό καλοφτιαγμένο από την περμανάντ, μαλλί της. “Κοριτσάρα” μου, έτσι την ανέβαζε και την κατέβαζε, ο θεομπαίχτης, αν και η κυρά Ελπινίκη, μόνο ανέβαινε με τα κομπλιμέντα του. “Εγώ θα σε παντρέψω” του έλεγε αυτή, “Aτυχο είσαι, για αυτό θα σου βρω μια νύφη καλή, νοικοκυρά, εδώ από την γειτονιά, μη σε χάσω κιόλας Πατούχα μου, Ντελικανή μου”
   Γόης ο Μέμος, γόης μέγας, μα και μεγάλο μούτρο. Λαμόγιο, αλογομούρης, χαρτοπαίκτης ολκής, τσογαδόρος από τα γεννοφάσκια του. Πως να το κάνεις όμως;  Ήταν και δυο μέτρα άντρας και στο κούτελο του δεν έγραφε και τίποτα που να υποδηλώνει τον χαρακτήρα του. Η Άντα εδώ και μήνες τον κοιτούσε κάθε βραδάκι να περνάει μπροστά από τον κήπο της και να στρίβει από την Τρίτωνος για την Απολλωνίου. Πίσω απ’ τα παραθύρια της, τον κοιτούσε και θαύμαζε την ομορφιά του. 
   Όλα ξεκίνησαν μια βραδιά, τότε τον είχε δει από τόσο κοντά, που μπορούσε να τον αγγίξει. Βρέθηκαν στο ψιλικατζίδικο του κυρ Κώστα και της κόπηκε η ανάσα. Βγαίνοντας από το κατάστημα με το πακέτο τα τσιγάρα να έχουν χαθεί στην τεράστια χούφτα του, έπεσε πάνω της, κοντοστάθηκε και την κοίταξε φευγαλέα. Εκείνο το λίγο διάστημα ήταν τόσο έντονο που της Άντας της φάνηκε πως ο χρόνος είχε παγώσει. Εκείνη ξέχασε τι πήγε να αγοράσει και κοιτούσε τον ψιλικατζή σαν χαμένη.
   Με την πρώτη αυτή ματιά την γοήτευσε, τον ερωτεύτηκε. Αχ ήταν αυτή η υπέροχη καστανόξανθη σγουρή του κώμη που έπεφτε στους πλατιούς ώμους του, τα πράσινα μάτια του με τις λάγνες σπίθες τους, το θεληματικό του πηγούνι, τα σαρκώδη χείλη, το ανοικτό πουκάμισο στο ύψος του δασύτριχου στήθους του. Αρσενικό λες και βγαλμένο από την δεκαετία του ’80. Από τότε όχι μόνο τον ερωτεύτηκε, ήταν λες και την εξουσίαζε χωρίς καν να της έχει μιλήσει.
    Χαλάλι του μιας και ήταν ομορφάντρας κατά γενική ομολογία ο Μέμος και ίδιος σαν τον πατέρα του, τον Ηλία. Του έμοιαζε τόσο πολύ που αν υποθέσουμε ότι τον έβλεπε κάποια από τις εν ζωή μητριές του θα πάθαινε σοκ. Ίδιοι και στην κοψιά όπως και στον χαρακτήρα. Μεγάλο ρεμάλι ο Ηλίας, τεμπέλης και τζογαδόρος, εξαιρετικός ιπποδρομάκιας, επίσης και μεγάλος γυναικάς. Στις δεκαετίες του ‘60 και του ‘70 είχε αφήσει μεγάλη κληρονομιά στην ανθρωπότητα, έξι γιούς και δυο κόρες. Τα βλαστάρια του μεγάλωσαν άγνωστα μεταξύ τους, στις φτωχογειτονιές του Πειραιά και της Αθήνας. Όχι όμως όλα, ήταν και κάποια που γεννήθηκαν σε πλουσιόσπιτα∙ από τις “στενές” γνωριμίες του με την κοσμική Αθήνα στον παλιό ιππόδρομο∙ στο Δέλτα του Φαλήρου, όπου πολλές φορές του έβγαινε και το άλογο και το “πρόσωπο”.
    Γνώρισε κάνα δυο μόνο από τα παιδιά του, πριν φύγει για το μακρύ, τελευταίο του ταξίδι, στα τέλη του 80. Κανείς δεν έμαθε από τι. Τα φιλαράκια του στις χαρτοπαικτικές λέσχες, στον ιππόδρομο και γενικά σε όλη την πιάτσα, πιθανολογούσαν πως ίσως να βούλωσε καμιά αρτηρία απ’ το τσιγάρο ή μπορεί να πήγε και από το πολύ πιοτό που ανταγωνίζονταν σκληρά μεταξύ τους, για χάρη του.
   Ο Μέμος δεν είχε την “τύχη” των αδελφιών του και έτσι δεν γνώρισε τον πατέρα του, μα ούτε και την μάνα του. Αυτή, ήταν επίσης μια πολύ όμορφη γυναίκα, αλλά ήταν μια πάμφτωχη εργάτρια, τι να έκανε εκείνη την εποχή; Αφού της πούλησε έρωτα ο Ηλίας και την άφησε έγκυο, εκείνη δεν ήθελε να το σκοτώσει αγέννητο. Το ήξερε όμως πως δεν γινόταν να το πει στους γονείς της και να γυρίσει στο χωριό με το μωρό, ανύπαντρη. Έτσι μόλις γεννήθηκε, τον παράτησε στο βρεφοκομείο για υιοθεσία, λίγο μετά παντρεύτηκε και έφυγε με τον σύζυγο της στην Αμερική. Ποτέ δεν του είπε για το μωρό αλλά το σκεφτόταν πολλές φορές. Ήλπιζε πως τον είχε υιοθετήσει κάποιο ευκατάστατο ζευγάρι και τον μεγάλωνε με αγάπη. Δυστυχώς δεν έγιναν έτσι τα πράγματα και το μωρό της μεγάλωσε στα ιδρύματα. Στην διευθύντρια του βρεφοκομείου Αθηνών άρεσαν πολύ τα αρχαιοελληνικά ονόματα κι έτσι τον βάπτισε Αγαμέμνων, μετά του κόλλησαν το Μέμος για ευκολία και έγινε συνήθεια.
   Ατίθασος από μικρός και γυναικάς, σαν τον συγχωρεμένο τον Ηλία κι ο Μέμος. Ο πιτσιρικάς δεν άφηνε θηλυκό για θηλυκό, φλέρταρε άτσαλα με τις καθαρίστριες, τις τραπεζοκόμους, ακόμη χωνόταν ανάμεσα και στις μαγείρισσες του ορφανοτροφείου που πολύ το διασκέδαζαν. Μεγαλώνοντας αφού άλλαξε δυο – τρία ιδρύματα∙ λόγω συμπεριφοράς, επιτέλους ενηλικιώθηκε και βγήκε μόνος του στον έξω κόσμο.   
    Είχε μάθει μέσα στο ίδρυμα λίγα ηλεκτρολογικά και επίσης να μπογιαντίζει, όμως ήταν τεμπέλης και έψαχνε το εύκολο χρήμα, με την ώθηση των γονιδίων του πατέρα. Έξω, γράφτηκε στο πανεπιστήμιο του πεζοδρομίου και έμπλεξε με τις καλές παρέες του κέντρου της Αθήνας. Σύντομα πήρε τον “ίσιο” δρόμο, μα ευτυχώς δεν είχε πολλά μπλεξίματα με τον νόμο γιατί φυλαγόταν από τα αξιόποινα. Του άρεσαν οι ακίνδυνες δουλίτσες της μέρας και τι αφύσικο, το χαρτί και ο ιππόδρομος, που στο μεταξύ είχε μετακομίσει από το Φάληρο για το Μαρκόπουλο. Τις νύχτες, τις αφιέρωνε στο ποτό και στις γυναίκες που είχε μεγάλη πέραση λόγω των φυσικών του προσόντων∙ φανερών ή μη.
   Όλα αυτά κρυφά εννοείται προς ώρας, γιατί στην νέα γειτονιά δεν γνώριζαν καθόλου για τον βίο και την πολιτεία του. Οι γυναίκες πάντως της γειτονιάς είχαν εντοπίσει την διόλου απαρατήρητη παρουσία του και να σου τα ψου ψου και τα μου μου. Η Άντα είχε κλείσει τα τριάντα εννιά. Ίσως δεν την βοηθούσε και τόσο πολύ η εμφάνιση της, ωστόσο ήταν καλόκαρδη, άξια στην εργασία της και νοικοκυρά. Το κακό όμως ήταν πως έτσι που ντυνόταν και χτενιζόταν, έδειχνε ακόμη μεγαλύτερη απ’ την ηλικία της, όπως έλεγαν οι κακές γλώσσες στην γειτονιά. Μπορεί λοιπόν να ήταν καλά τα οικονομικά της και επίσης της είχαν αφήσει και οι γονείς της αυτή την διώροφη μονοκατοικία, όμως άντρας δεν υπήρχε στην ζωή της. Στην γειτονιά τα γνωρίζανε όλα για εκείνη και πρώτη πρώτη η κυρά Ελπινίκη που τελούσε και χρέη προξενήτρας. Με το να λέει πάντα πολλά, είχε δώσει άθελα της πολλές πληροφορίες στον Μέμο για το πόσο καλό κορίτσι είναι και όλα τα στοιχεία που ήξερε για την Άντα, που την γνώριζε από παιδί. 

***

  Όλα άρχισαν από μια παραγγελία που δεν εκτελέστηκε ποτέ και μάλλον από μια νυχτερίδα και έναν μυρμηγκοφάγο στην Κίνα όπως λέγανε οι ειδικοί. Ο κ. Στεφάνογλου καλός πελάτης της εταιρείας, της είχε ζητήσει εκατοντάδες χιλιάδες χειρουργικές μάσκες αλλά και επίσης μάσκες υψηλής προστασίας για εξαγωγή στην Μέση Ανατολή, τον Ιούνιο του 2019. Η Άντα δούλευε χρόνια στην εισαγωγική εταιρεία αναλωσίμων υλικών PharmaGo. Στην αρχή ξεκίνησε από το τηλεφωνικό κέντρο, όμως μέσα σε σχετικά μικρό διάστημα με την εργατικότητα και την συνέπεια της πέρασε στην εμπορική διεύθυνση.
    Αν και πολύ έμπειρη η Άντα, για αυτήν την παραγγελία δεν είχε τηρήσει όλες τις διαδικασίες της εταιρείας. Ο Στεφάνογλου ήταν ένας πολύ ενεργός πελάτης, χονδρέμπορος και λόγω της καλής  σχέσης τους δεν του ζήτησε να προκαταβάλει τουλάχιστον το 50% του ποσού της παραγγελίας. Έτσι όταν ο Στεφάνογλου ακύρωσε την παραγγελία, λόγω αιφνίδιας πτώχευσης του πελάτη του, εκείνος είχε γλυτώσει την κανονιά, εντούτοις τα εμπορεύματα είχαν φορτωθεί ήδη στο καράβι και ταξίδευαν για Πειραιά. Ο εργοδότης της ο κύριος Καλίτσης, της είχε μεγάλη εμπιστοσύνη μιας και τόσα χρόνια ήταν άψογη στα καθήκοντα της και επίσης εκτιμούσε ιδιαιτέρως το ήθος και την τιμιότητα της∙ που είχε διαπιστώσει προσωπικά πολλές φορές στο παρελθόν. Τώρα ούτε στην Άντα ήθελε να βάλει τις φωνές, ούτε και να έρθει σε ρήξη με τον Καλίτση. Τον πόνεσε φυσικά να μείνει τόσο εμπόρευμα στις αποθήκες που είχε προκαταβάλει ήδη όλο το ποσό της αγοράς, αλλά εντάξει σκέφτηκε, “Ψωμί δεν είναι, μάσκες είναι και αργά ή γρήγορα θα πουληθούν”. Καλός και άγιος ο κ. Καλίτσης μα στα προσωπικά του ήταν τραγωδία. Είχε στην πλάτη του δυο δαπανηρά διαζύγια και ένα χοντρό φωτογραφικό λεύκωμα από τις εφήμερες σχέσεις του. Τώρα τελευταία τα είχε μπλέξει με μια ανερχόμενη αοιδό της νύχτας και ήταν πολύ απασχολημένος για να περνάει έστω μια φορά την εβδομάδα από την εταιρεία του. Και εδώ που τα λέμε είχε το κεφάλι του ήσυχο μιας και πίσω του είχε δυο ανθρώπους που εμπιστευόταν πολύ, την Άντα και τον Μενέλαο στην αποθήκη …   

***

    Λίγο πριν απ’ τα Χριστούγεννα του 2019, ο Μέμος ήδη κρυβότανε, δεν έβγαινε εύκολα από το σπίτι και αυτό μόνο για τσιγάρα που πολλές φορές του τα έφερνε η κυρά Ελπινίκη. Χρωστούσε πολλά, στον Αυστραλό με το όνομα, τον σκληρό τοκογλύφο. Τα άλογα που είχε ποντάρει τον τελευταίο καιρό, όχι μόνο δεν ήταν γκανιάν, αντιθέτως τον κάψανε ολοσχερώς. Χρωστούσε τουλάχιστον δέκα χιλιάρικα, τα οκτώ περίπου στον Αυστραλό και τα υπόλοιπα σε κάτι φίλους που δεν είχε μούτρα να τους δει και φυσικά δεν μπορούσε να περιμένει και δανεικά από κανέναν. Έλα όμως που ο Αυστραλός ήθελε τα λεφτά του και δεν αστειευόταν καθόλου. Στην κυρά Ελπινίκη φυσικά είχε πει πως χάλασε μια δουλειά που περίμενε – μια οικοδομή για βάψιμο - και τώρα ούτε για τσιγάρα δεν είχε.
   Και ενώ ο Μέμος κρυβότανε κανονικά και είχε μπει σε οικειοθελή απομόνωση, λίγο μετά την πρωτοχρονιά άρχισε το κακό. Μια ολόκληρη επαρχία με δεκάδες εκατομμύρια Κινέζους μπήκε σε καραντίνα. Ένας άγνωστος ιός, σκότωνε αδιακρίτως νέους και γέρους. Η κυβέρνηση απαγόρεψε την κυκλοφορία σε μια τεράστια περιοχή και όλος ο πλανήτης παρακολουθούσε με λίγη ανησυχία, αν και η επαρχία Χουμπέι στην Κίνα, φαινόταν πολύ μακριά. Πέρασαν λίγες μέρες και τα τηλέφωνα στην PharmaGo άρχισαν σιγά σιγά να χτυπάνε ζητώντας διάφοροι μάσκες. 
    Τούτες τις μέρες ήταν που βρήκε την ευκαιρία η πονηρή η κρητικιά και έκανε την κίνηση που περίμενε από καιρό. Το έβλεπε το παλικάρι και έλειωνε μέσα στο σπίτι, αχ αυτά τα πράσινα ματάκια του συνεχώς πεσμένα στο πάτωμα και εκείνο το “Κοριτσάρα” είχε ξεχαστεί πια. Τότε έβαλε το σχέδιο της σε δράση. Αφού ήξερε πως τον καλοβλέπει η Άντα∙ ποτέ δεν θα παραδεχόταν η ίδια τον έρωτα της μα οι ερωτήσεις της πολλές, την ειδοποίησε ότι τάχα της χρειαζότανε μια βοήθεια στο σπίτι, οπότε μόλις θα σχολούσε το απόγευμα την κάλεσε να περάσει. Βεβαίως την ώρα που θα ερχότανε, κανόνισε να κεράσει έναν καφέ και τον Μέμο…
   Δεν ήθελε και πολύ ο Μέμος, όχι μόνο πνιγμένος στα χρέη, κινδύνευε η ζωή του και η Άντα έτοιμη σαν ώριμο φρούτο να πέσει στην αγκαλιά του. Πλατωνικά φυσικά, γιατί η Άντα είχε δραγουμάνο πάνω απ’ το κεφάλι της, αφού η κυρά Ελπινίκη ήταν παλαιών αρχών και είχε λέει δώσει και λόγο στους γονείς της, ότι θα την προσέχει. Ο Μέμος το λοιπόν άρχισε να την επισκέπτεται συχνά στο διώροφο, πολλές φορές με την συνοδεία της κρητικιάς και πράγματι είχε μπει για καλά στον ρόλο του. Το έπαιζε καλό παιδί και άξιο παλικάρι, που Άσσο και Βαλέ δεν είχε πιάσει ποτέ στα χέρια του και άλογο δεν είχε δει στην ζωή του, πόσο μάλλον να τρέχει και στον ιππόδρομο. Για τις ανάγκες της σχέσης του με την Άντα, πήρε και την μπατανόβουρτσα και ανέβηκε στην σκάλα πάλι, γιατί ήταν ένας μικρομεσαίος εργολάβος ελαιοχρωματισμών. Ναι ένας τίμιος και συνάμα άτυχος οικοδόμος ήταν, που τον χτύπησε η κρίση ανελέητα και βρέθηκε σε μεγάλη ανάγκη τα τελευταία χρόνια, μέχρι και την μεζονέτα του στα Γλυκά Νερά είχε πουλήσει για να καλύψει τα χρέη του. Η Άντα δεν δίστασε να του δώσει δυο χιλιάδες ευρώ, κρυφά, για να ρυθμίσει τις δόσεις του στην εφορία. Ο ίδιος ξελάφρωσε αφού τις έστειλε αμέσως στον Αυστραλό, σε ένδειξη καλής θελήσεως, με το μήνυμα πως σύντομα θα ξεχρεώσει, αφού είχε κερδίσει το “Λαχείο”…
   
    Αρχές Φεβρουαρίου, ένα απόγευμα μετά την δουλειά της, η Άντα πέρασε να τον δει. Πίνανε καφεδάκι με την νοικοκυρά του. Και όπως σύμφωνα με τους αρχαίους ενός κακού μύρια έπονται, τους ξεφούρνισε το νέο. Για εκείνη την παραγγελία του Στεφάνογλου που έμεινε στις αποθήκες και τώρα ήταν χρυσός για την εταιρεία, για τα πλήθη των Κινέζων που έψαχναν μάσκες για την καραντίνα. Ο Μέμος ξεροκατάπιε, όχι, όχι, δεν έφταιγε το γλυκό νερατζάκι της κυρά Ελπινίκης που τον χτυπούσε με όλη την δύναμη της στην πλάτη για να ξεκολλήσει από τον λαιμό του. Το βράδυ που πήγε να ξαπλώσει ονειρευόταν μετρητά. Τα είχε μάθει και ο ίδιος τα νέα στην πιάτσα και να που τώρα είχε έρθει η ευκαιρία που έψαχνε χρόνια. Σίγουρα και δίχως τζόγο.
“Άρε Λίτσα τώρα να δεις τι θα πει Μέμος…”

   “θέλω να σε έχω πριγκίπισσα, στο σπίτι μας. Η γυναίκα του Μέμου δεν μπορεί να δουλεύει…” έλεγε στην Άντα και σιγά σιγά της το έσκασε το παραμύθι. Τέτοιο κορίτσι ποιος δεν θα το ήθελε; Όμως για να παντρευτούν έπρεπε να ορθοποδήσει η δουλειά του, μια φορά δέχθηκε χρήματα από τον άνθρωπο του, της έλεγε, για να γίνουν όλα όπως πρέπει, χρειαζόταν αρκετά χρήματα και ήθελε να είναι βγαλμένα όλα από τον δικό του κόπο. Η πρόταση του ήταν απλή και η Άντα και πολύ ερωτευμένη και πολύ παραμυθιασμένη. Η αποθήκη είχε αρκετό εμπόρευμα λόγω της ακυρωμένης παραγγελίας και οι κινέζοι ζητούσαν μάσκες, πολλές μάσκες και το χρήμα πολύ και ζεμάταγε. Θα τιμολογούσε η Άντα στην καλύτερη τιμή που μπορούσε σε μια εταιρεία ενός αδελφικού φίλου του Μέμου και έπειτα οι μάσκες θα πωλούνται σε μια κινεζική εταιρεία που είχε έδρα την Αθήνα. Τα κέρδη θα ήταν τεράστια γιατί οι κινέζοι πάνω στον πανικό τους να βρουν ποσότητες αγόραζαν όσο - όσο. Μόλις τους πλήρωναν θα κάλυπταν στην Άντα την πίστωση των 30 ημερών και ο φίλος θα έπαιρνε ένα μερίδιο για να βγάλει την εφορία του μοναχά, έτσι όλα τα άλλα κέρδη θα έμεναν στον Μέμο. Θα ξεχρέωνε σε εφορίες, ΙΚΑ, προμηθευτές και θα έπαιρνε και πάλι την εταιρεία και την τύχη στα χέρια του. Μετά το συντομότερο δυνατό θα παντρευόταν με τραγούδια και χαρές…

***
Μπήκε η Μεγάλη Εβδομάδα, τον Απρίλιο του 2020 εκτός από τα ανθισμένα δέντρα και τα ταπεινά αγριολούλουδα τίποτα άλλο δεν θύμιζε την θλιμμένη ανοιξιάτικη γιορτή της χριστιανοσύνης. Λόγω της απαγόρευσης κυκλοφορίας και του συνόλου των περιοριστικών μέτρων, τα Θεία Πάθη θα έφταναν στους πιστούς μέσα από τις κάμερες, οι εκκλησίες θα λειτουργούσαν κλειδωμένες, με έναν παπά και ένα ψάλτη. Οι επιτάφιοι θα παρέμεναν αστόλιστοι από τις γυναίκες, μέσα στους ναούς, απροσκύνητοι. Οι γειτονιές δεν θα πλημμύριζαν ούτε από τους θρησκευόμενους, μήτε από τις γυναικείες φωνές που κάθε χρόνο έψελναν ακολουθώντας τον Επιτάφιο το «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος; Υιέ Θεού παντάναξ, Θεέ μου πλαστουργέ μου, πώς πάθος κατεδέξω;» Η Ανάσταση θα τελούνταν δίχως πιστούς και μεταλαβιά, δίχως αγκαλιές και φιλιά, δίχως τσουγκρίσματα και μαγειρίτσες με όλη την οικογένεια γύρω από το τραπέζι. Το Πάσχα δεν θα γιορτάζονταν φέτος παραδοσιακά, ούτε οι οικογένειες έπρεπε να ανταμώσουν, οι παππούδες και οι γιαγιάδες δεν θα αγκάλιαζαν τα εγγόνια τους, μόνο από τις οθόνες έπρεπε να δουν τα αγαπημένα πρόσωπα και τις φωνές τους να ακούσουν από τα τηλέφωνα.

   Την Μ. Πέμπτη μίλησε με τους γονείς της στο τηλέφωνο, οι δυο τους ήταν αποκλεισμένοι στο χωριό της ορεινής Αρκαδίας όπου κατοικούσαν τα τελευταία χρόνια. Όσο δύσκολο και να ήταν δεν θα μπορούσαν να βρεθούν με την μοναχοκόρη τους μέχρι οι γιατροί να σιγουρευτούν ότι έχει περάσει η καταιγίδα. Η Άντα ήταν χαμογελαστή, δεν της ξέφυγε κουβέντα, δεν ήθελε να μάθουν τίποτα που θα τους στεναχωρούσε. Τους ευχήθηκε καλή Ανάσταση αν και θα τα ξαναέλεγαν. Όταν έκλεισε η γραμμή, τότε βούρκωσε. Πάνε όλα τα όνειρα που είχε κάνει. Πόσο άμυαλη ήταν, πόσο πίστεψε τα λόγια του, τον εμπιστεύτηκε σαν μικρό παιδί. Έφυγε από την δουλειά ντροπιασμένη, ζήτησε από τον κύριο Γιώργο στο λογιστήριο, να κάνει έναν διακανονισμό και έφυγε παραιτούμενη από όλα τα δικαιώματα της, ενώ ο Καλίτσης έλειπε και ακόμη δεν είχε μάθει τίποτα περί Μέμου και λοιπών. Τώρα εκείνος θα γελούσε με την Λίτσα, την μεγάλη αγάπη του, αλλά ποιος ξέρει μήπως την κορόιδευε και αυτήν;

   Της κυράς Ελπινίκης, κόντεψε να της έρθει εγκεφαλικό, αυτήν τον ξεσκέπασε. Κρυφάκουσε τρία τηλεφωνήματα του με την λεγάμενη για να είναι σίγουρη. Ο Μέμος χαχάνιζε και μιλούσε τόσο δυνατά που εκείνη άκουσε όλο το σχέδιο του ώστε να ξεκοκαλίσει το θύμα του. Και μετά περίμενε λίγο για να τον ξεσκεπάσει και να τον διώξει με τις κλωτσιές από το σπίτι. Το κακό όμως είχε γίνει, οι μάσκες είχαν πουληθεί σε μια εταιρεία φάντασμα και είχαν αφήσει στην Άντα ανεξόφλητα τα τιμολόγια.
   Ευτυχώς η απάτη του αποκαλύφθηκε σύντομα∙ αν και άφησε πίσω του κάπου στα 15000 €. Ο Μέμος όμως ήδη είχε βγάλει αρκετά, πουλούσε τις μάσκες πανάκριβα τώρα και στην μαύρη αγορά του κέντρου της Αθήνας. Αμέσως μόλις ξέσπασε η επιδημία και στην Ελλάδα, εκμεταλλεύτηκε την ανασφάλεια των ανθρώπων και έκανε χρυσές δουλειές με τις μάσκες της Άντας και εντός των συνόρων. Για να την πείθει να τιμολογεί στην εταιρεία φάντασμα και να αφήνει πίσω άλλες παραγγελίες ή να τους κόβει ποσότητες, όλο και την ενθάρρυνε. “Λίγο ακόμη μωρό μου, μόλις τελειώσει η καραντίνα θα ετοιμαστούμε σιγά σιγά για τον γάμο μας. Ξεχρέωσα την εφορία, να τελειώσω και με το ΙΚΑ και κάποιους προμηθευτές, να έχω πρόσωπο να αγοράζω χρώματα, κόλλες και στόκους και μετά ποιος με πιάνει” Τέλειωσε όμως γρήγορα αλλά και άδοξα η καριέρα του ως εμπόρου αναλωσίμων. Μετά από ένα τηλεοπτικό ρεπορτάζ τον πήρε και αυτόν η μπάλα. Λίγο πριν την Μεγάλη Εβδομάδα, ένας ασφαλίτης τελικά τον έπιασε για τα καλά, αφού πουλούσε εν μέσω της απαγόρευσης κυκλοφορίας μάσκες στο μοναστηράκι, φυσικά σε εξωφρενικές τιμές και φυσικά, δίχως παραστατικά. Του κόλλησαν και δυο τρεις άλλες παραβάσεις και έμπλεξε εκεί που όλα πήγαιναν πρίμα…       
  Το βράδυ της Μ. Παρασκευής, κατά τις οκτώ, χτύπησε το κουδούνι της, ήταν ο Μενέλαος, ο αποθηκάριος.
- Μενέλαε, ρώτησε έκπληκτη η Άντα.
- Μπορώ να περάσω μέσα;
Ο Μενέλαος, ο συνάδελφος της ήταν ένας άντρας σοβαρός λίγο πάνω απ΄ τα σαράντα. Λιγομίλητος, δεν ανοιγόταν εύκολα. Στην Άντα μιλούσε επίσης πολύ λίγο και σπάνια για κάτι εκτός δουλειάς. Εκείνη ποτέ δεν τον είχε ρωτήσει για τα προσωπικά του, όμως σίγουρα καταλάβαινε πως ήταν ένας γλυκός άνθρωπος.
- Πως είσαι Άντα;
- Πως να είμαι Μενέλαε, χάλια, τα έκανα όλα,
- Άντα, την διέκοψε εκείνος, θέλω να ξέρεις πως δεν σε κατηγορώ για τίποτα και κανείς στην εταιρεία. Ερωτεύτηκες αυτό είναι όλο και εγώ κάποτε έτσι ακριβώς εμπιστεύτηκα μια κοπέλα και… άστα, κοινές ιστορίες. Δυστυχώς ήταν ένα μούτρο, όταν ερχόταν στην εταιρεία να παραλάβει εμπορεύματα μου ερχόταν να τον χτυπήσω. Η Άντα τώρα έβλεπε έναν διαφορετικό Μενέλαο, δεν ήταν αυτός ο κλειστός, λιγομίλητος τύπος. Το έβλεπε στα μάτια του, το άκουγε στον ήχο, στο χρώμα, στον τόνο της φωνής του. Ήταν πληγωμένος σαν και εκείνη,
- Και ξέρεις ποιος δεν σε κατηγορεί, πρώτος πρώτος; Την ρώτησε. Εκείνη σήκωσε τους ώμους,
- Ο κύριος Καλίτσης. Ναι αυτός !!!! Και μου είπε ότι δεν κάνει δεκτή την παραίτηση σου, την Τρίτη το πρωί σε περιμένει στην εταιρεία. Ούτε έκλεψες ούτε έκανες κάτι τόσο κακό εκτός του να φερθείς ηλίθια σαν μια ερωτευμένη γυναίκα. Και από έρωτες ξέρει καλά και έχει πληρώσει ακριβά και ο ίδιος τόσα χρόνιααααα. Ο Μενέλαος χαμογέλασε τόσο πολύ θυμούμενος τα λόγια του εργοδότη του και παράλληλα τις τόσες ερωτικές του περιπέτειες. Βλέπεις πολλές φορές τον έστελνε για θελήματα και άθελα του μάθαινε πρόσωπα και καταστάσεις. Η Άντα τώρα έβλεπε έναν άλλο άνθρωπο πια, έναν άντρα σοβαρό, γλυκό αλλά και με χιούμορ.
- Ξέρεις ποιος ήρθε από την δουλειά και ξεκαθάρισε την υπόθεση και τα είπε όλα με το νι και με το σίγμα;
- Ποιος; Αναρωτήθηκε εκείνη με έκδηλη απορία.  
Η γειτόνισσα σου, η κυρά Ελπινίκη, ήρθε σήμερα πριν κλείσουμε για να πληρώσει την ζημιά, όπως είπε στον Καλίτση, τα απλήρωτα τιμολόγια και με κέρδος.
- Μα πως; Όχι τι έκανε δεν το δέχομαι.
- Θα σου τα πει, όλα η ίδια…
Κάθισαν μαζί αρκετά εκείνο το βράδυ και συζήτησαν μέχρι αργά, είπαν και προσωπικές ιστορίες.
   Το βράδυ της Ανάστασης ήρθε πάλι ο Μενέλαος. Του μίλησε για την κυρά Ελπινίκη που της εξήγησε τα πάντα. Αφού έπιασαν τον Μέμο, μετά δυο μέρες την πήρε τηλέφωνο, την κάλεσε για να της πει, “Κοριτσάρα μου εντάξει, έσφαλα, όμως δεν είμαι και κακούργος, ένας Αγαμέμνονας δεν πέφτει τόσο χαμηλά. Και αν η Λίτσα βγήκε σκάρτη, ακόμη μια φορά, η Άντα είναι ψυχούλα και εσύ ένας κορίτσαρος που δεν περιγράφεται. Άκουσε με λοιπόν, υπάρχουν αρκετά λεφτά στο σπίτι, εγώ έχω πληρώσει τα χρέη μου στους τοκογλύφους, έχω και στην τράπεζα, οπότε ξεμπέρδεψα. Όσα βρεις δώστα να πληρώσω το εμπόρευμα και με το παραπάνω. Τι φταίει το κορίτσι να πληρώσει και για αυτό, φτάνει η δική μου απάτη”. Όταν η σπιτονοικοκυρά άνοιξε το σπίτι, βρήκε μέσα τριάντα χιλιάδες ευρώ όπως της είχε υποδείξει ο πρώην νοικάρης της και αμέσως εκείνη προσωπικά της πήγε στον Καλίτση, για να του εξηγήσει πως έγιναν όλα. Να συγχωρέσει το κορίτσι, να αλαφρύνει και η δική της η καρδιά, η αλαφρόμυαλη, που έμπλεξε την κοπέλα…
   Μ’ αυτόν τον τρόπο όλα είχαν τακτοποιηθεί, όλα εκτός από την πικρή γεύση που είχε ακόμη η Άντα στο στόμα της. Σίγουρα χρειαζόταν τον καιρό της, όμως είχε πια έναν άνθρωπο που συμπαθούσε, που γνώριζε χρόνια και ίσως…
- Έλα, Μενέλαε, γύρισε από την κουζίνα με δυο λευκά κεριά, έλα, φέτος όλοι θα βγουν στα μπαλκόνια τους πάμε και εμείς πιο ψηλά, έλα μαζί μου.
    Όλη η γειτονιά πλάι στον λόφο Φιλοπάππου είχε βγει στα μπαλκόνια, οι δυο τους ανέβηκαν στην ταράτσα της μονοκατοικίας. Από εκεί ψηλά έβλεπες μεγάλο μέρος της Αθήνας προς την Ακρόπολη, τον Λυκαβητό αλλά και κάτω προς την θάλασσα, το Φάληρο και τον Πειραιά. Από κάποια τηλεόραση είχαν βάλει την λειτουργία από την Μητρόπολη Αθηνών στην διαπασών. Τι περίεργη, πόσο διαφορετική νυχτιά. Οι δρόμοι έρημοι και όμως ο κόσμος είχε βγει στα μπαλκόνια. Δυο εδώ, τέσσερις, πέντε αλλού, σε όλη την Αθήνα ίδια εικόνα. Πρόσωπα που άλλη φορά μπορεί να μην είχες δει ποτέ, να μην είχες ανταλλάξει μια καλημέρα, τώρα στεκόταν με τα κεριά αναμμένα και περίμεναν το Χριστός Ανέστη, έτοιμη να μιλήσουν να σπάσουν την καραντίνα, να διαλύσουν την μαυρίλα.
   Η φωνή του Αρχιεπισκόπου ακούστηκε δυνατά μέσα από την τηλεόραση, φέρνοντας το μήνυμα της Αναστάσεως, την νίκη της ζωής επί του θανάτου, επί της φθοράς, επί της λήθης. Η Άντα και ο Μενέλαος αντάλλασσαν ευχές με όλους τους γείτονες, ήταν εκπληκτικό το πως μέσα σε ένα βράδυ οι δυο τους γινήκαν ένα, κάτω από το Αναστάσιμο Φως. Ο Μενέλαος χαμογελούσε ευτυχισμένος κι Άντα έλαμπε από την χαρά της, λες και δεχόταν τα συγχαρητήρια για τους αρραβώνες με αυτόν που έμελλε να γίνει ο σύντροφος της ζωής της…

“Χριστός Ανέστη”   -  “Αληθώς Ανέστη”


    Δυο χρόνια μετά η Άντα με το Μενέλαο είχαν αποκτήσει το πρώτο τους παιδί, ήταν Μεγάλη Εβδομάδα πάλι, μια κανονική Μ. Εβδομάδα με τους πιστούς στις εκκλησίες και τις οικογένειες και πάλι αγκαλιά γύρω απ’ τα πασχαλινά τραπέζια. Τώρα η διώροφη μονοκατοικία είχε πλημμυρίσει από γέλια και ευτυχία, ο Μέμος και οι μάσκες είχαν ξεχαστεί. Το ζευγάρι με το παιδάκι τους ετοιμαζόταν να κατεβούν για να προσκυνήσουν τον Χριστό στον επιτάφιο, στην Εκκλησία των Τριών Ιεραρχών λίγο πιο κάτω από το σπίτι τους και μετά σίγουρα σε δυο ακόμη εκκλησίες, ίσως με τα πόδια ή το αυτοκίνητο αν γκρίνιαζε ο μικρός.
Το κουδούνι χτύπησε δυο τρεις φορές νευρικά, ήταν η κυρά Ελπινίκη.
- Άντα, Άντα. Η κοπέλα έτρεξε να ανοίξει.
- Καλημέρα και του χρόνου, πήγες στην εκκλησία ήδη; Τι συμβαίνει και είσαι τόσο βιαστική.
- Γράμμα, γράμμα από τον Αγαμέμνων, από την Αμερική, μόλις μου το έφερε ο ταχυδρόμος. Η Άντα άνοιξε τον φάκελο με μεγάλη απορία, η κυρά Ελπινίκη το ίδιο.


“Αγαπημένα μου κορίτσια Ελπινίκη και Άντα. Μην νομίζετε πως επειδή λείπω μακριά δεν μαθαίνω τα νέα σας, καλά να είναι ο κυρ Κώστας. Άντα να σου ζήσει το αγοράκι σου, εύχομαι να είναι καλόκαρδο όπως εσύ. Φαίνεται όταν έκανα και εγώ μια καλή πράξη στην ζωή μου, κάποιος είπε να μου δώσει πίσω ένα κομμάτι από αυτήν την δύσκολη ζωή που έζησα στα ορφανοτροφεία. Μέσα από μια εκπομπή με έπιασαν με τις μάσκες, αλλά μέσα από την τηλεόραση με είδε και η μητέρα μου που με αναζητούσε χρόνια τώρα. Βλέπεις λέει είμαι ίδιος ο πατέρας μου, δεν χρειάστηκε και πολύ. Την αγκαλιά της μάνας μου που έχασα τόσα χρόνια, την έχω πια και με το παραπάνω. Δεν της κρατώ κακία που κάποτε αναγκάστηκε να με αφήσει, η ζωή είναι δύσκολη και κάπως έτσι γίνονται πολλά, εγώ το ξέρω αυτό πολύ καλά. Πριν λίγους μήνες ήρθα να την βρω στην Αμερική, να ξεκινήσω μια νέα ζωή. Η φτωχή εργάτρια, τώρα έχει ένα τεράστιο και πολύ όμορφο σπίτι στα προάστια της Νέας Υόρκης και μια αλυσίδα από ζαχαροπλαστεία, έχω και δυο αδέρφια, το πιστεύετε; Για ακόμη μια φορά σας ζητώ συγνώμη και μέρες του Πάσχα που έρχονται ελπίζω ότι θα την έχω.

Με αγάπη

Μέμος

Αφιερωμένο σε όλους τους συναδέλφους μου…

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ
19/4/2020


Ζωγραφική Ντίνος Παπασπύρου
1. ΤΜΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑ - ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ-61, Αρχοντικό στην Πάνω Πόλη, τέμπερα, 22Χ31 εκ., 1996
2. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-105, Μεγάλη Πέμπτη σε εκκλησάκι στο Ντουμπρόβνικ, τέμπερα, 38Χ18 εκ., 2011, Κωδ. 777

3. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ-71, Η εκκλησία Μεταμορφώσεως στην Καλαμαριά, τέμπερα, 21.5Χ14 εκ., 1997  






Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2020

Απαγόρευση Κυκλοφορίας


Ιστορίες της Απομόνωσης
αν είναι να χαθούμε για πάντα στο σκοτάδι,
τότε γιατί ανοίγει μέρα και νύχτα ο ουρανός.
γιατί η ψυχή μας δειλά προφέρει τα μυστικά
φωνήεντα, γιατί αλάνθαστα γνωρίζει την
πατρίδα.
αν είναι να χαθούμε για πάντα στο
σκοτάδι, γιατί ο δρόμος με τα χίλια αινίγματα,
η μουσική, τα χρώματα, η ποίηση γιατί. αν
είναι να χαθούμε για πάντα στο σκοτάδι,
τότε γιατί μας δόθηκε το φως

Τόλης Νικηφόρου

Απαγόρευση Κυκλοφορίας







   Ήταν η πρώτη μέρα απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Ποιος να το περίμενε λίγο καιρό πριν;
«Με εντολή της κυβερνήσεως απαγορεύεται η κυκλοφορία εκτός…»
   Αυτήν την πρωτάκουστη είδηση, την άκουσε το προηγούμενο βράδυ στο ραδιόφωνο, από τα χείλη ενός νεαρού μουσικού παραγωγού που αστειευόταν με το γεγονός, και εμψύχωνε τους ακροατές γιατί όπως έλεγε “ότι και να γίνει το ελληνικό καλοκαιράκι είναι δικό μας.”      
   Πέρα όμως από την επιπόλαιη αντιμετώπιση του νεαρού, το γεγονός ήταν πως από τις έξι το πρωί της επομένης, με εντολή του πρωθυπουργού είχε απαγορευθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών εκτός ειδικών εξαιρέσεων. Μετά την υιοθέτηση των αυξημένων περιοριστικών μέτρων που είχε λάβει η κυβέρνηση λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, σε όλη την χώρα απαγορεύονταν οποιαδήποτε άσκοπη κίνηση. Οι παραβάτες θα τιμωρούνταν με χρηματικό πρόστιμο 150 € και με αυστηρότατες διοικητικές κυρώσεις στην περίπτωση διασποράς του ιού. Λίγο αργότερα θα ανακοινώνονταν και οι ειδικές διαδικασίες που θα έπρεπε να ακολουθήσει κάποιος για να μπορεί να βγει για ειδικούς και μόνο λόγους.
   Για εκείνη ήταν σαν να μην άκουσε αυτή την είδηση, σαν να μην την αφορούσε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα πιθανά, ζωής ή θανάτου…

   Την πρώτη μέρα τήρησης του μέτρου, ξύπνησε αργά το πρωί με την ησυχία της, δεν εργαζόταν εδώ και καιρό εξάλλου. Ήπιε μόνο λίγο νερό μαζί με τις βιταμίνες της και ετοιμάστηκε για να βγει. Φόρεσε την αγαπημένη της, μαύρη φούστα και την κόκκινη μπλούζα που της είχε αγοράσει πριν δυο χρόνια η αδερφή της. Χτενίστηκε και βάφτηκε για να γίνει μια κούκλα,  περιποιήθηκε με επιμέλεια τον εαυτό της όπως πάντα, όπως έκανε απαρέγκλιτα πριν βγει έξω, έστω και για να πάει μέχρι το μικρομάγαζο της γειτονιάς.
   Κατά της 10 το πρωί βγήκε απ’ το σπίτι της και κατέβηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Είχε πάρει στην τσάντα της και το σπαστό μπαστούνι πεζοπορίας μόνο σε περίπτωση που θα το χρειαζότανε. Έξω δεν κυκλοφορούσε ψυχή, ούτε πεζοί, ούτε τροχοφόρα. Αν και σίγουρα δεν είχε τόσο ζέστη, η μέρα ήταν υπέροχη, ανοιξιάτικη, μαγιάτικη. Φαινομενικά τουλάχιστον έμοιαζε με μια αυγουστιάτικη μέρα που οι πόλεις αδειάζουν για να γεμίσουν οι παραλίες. Και στην πραγματικότητα δεν απείχε και πολύ, όπως το ένοιωθε τώρα. Ο ήλιος θερμός, αγκάλιαζε απαλά μα ζεστά το σώμα της. Άνετα θα μπορούσε να βγάλει και την καφέ, μακριά ζακέτα της, αυτήν την σχεδόν καλοκαιρινή ημέρα.    
   Καθώς άρχισε σιγά σιγά να βαδίζει και να κοιτά τα κλειστά καταστήματα στην γειτονιά της, να μην συναντάει ούτε έναν αγαπημένο άνθρωπο, ένοιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. Ο κυρ Γρηγόρης ο γείτονας, με την γυναίκα του την Βιολέτα, συνήθως καθόταν στο πεζοδρόμιο στα καρεκλάκια τους και την καλημέριζαν καθημερινά. Τώρα όπως όλοι, κι αυτοί οι δυο ηλικιωμένοι φίλοι της είχαν κλειστεί στα σπίτια τους, σύμφωνα με  τις συστάσεις των γιατρών.
   Σκεφτόταν πως όχι μόνο η χώρα που είχε περάσει μια τραγική δεκαετία, αλλά και ολόκληρος ο πλανήτης ζούσε πρωτοφανείς στιγμές περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας, σε περίοδο δημοκρατίας. Τα οργουελικά σενάρια και οι συνωμοσιολογίες κατέκλυζαν το διαδίκτυο. Η πραγματικότητα όμως ήταν απερίγραπτα τραγική. Στα 39 της χρόνια δεν είχε ξαναζήσει ποτέ τέτοια κατάσταση και ήταν σίγουρη ότι δεν θα ξαναζούσε κάτι ανάλογο. Μικρούλι κοριτσάκι, θυμόταν λίγο αμυδρά να μιλούν οι μεγάλοι έντρομοι για την ραδιενέργεια από το Τσέρνομπιλ, τον διατροφικό πανικό, κι ύστερα για τις γρίπες και τις άλλες μολυσματικές ασθένειες που απειλούσαν κάθε τόσο την ανθρωπότητα. Τώρα όμως ήταν κάτι το διαφορετικό, κάτι το ανεπανάληπτο. Ήταν τόσο άγριο όλο αυτό που γινόταν και στην Ελλάδα λόγω του ιού και των αυστηρότερων μέτρων, όμως άγριος ήταν και ο φόβος πως η κατάσταση θα μπορούσε να γίνει τραγικά ανεξέλεγκτη όπως στην Κίνα, αλλά πια και στην γειτονική Ιταλία, την Ισπανία, την Γαλλία, την Αγγλία, τις ΗΠΑ. Αυτή η επιβεβλημένη καραντίνα, η απομόνωση, η απαγόρευση, η ερήμωση των δρόμων, ο φόβος της επίσκεψης στους αγαπημένους γονείς και παππούδες, η έλλειψη της αγκαλιάς, του χαμόγελου, της ματιάς τους, ανήκαν σε μια νέα και τόσο τρομακτική περίοδο.

***

    


   Κατηφόρισε την έρημη Παρασκευοπούλου. Λίγο κάτω από το Ράδιο Σίτυ στάθηκε ευλαβικά και άναψε ένα κεράκι στο μικρό παρεκκλήσιο της Αγίας Σολομονής, πλάι στην λεωφόρο. Βγήκε από το παρεκκλήσι και πέρασε απέναντι κι ύστερα κινούμενη αργά, ανέμελα, έφτασε στην επόμενη διασταύρωση όπου η Βασίλισσα Όλγα δίνει την σκυτάλη της κυκλοφορίας στον σύζυγο της τον Γεώργιο τον Ά. Λίγο πιο κάτω η θάλασσα λαμπύριζε στο βάθος, ανάμεσα σε δέντρα, παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τις ψηλές πολυκατοικίες της παραλιακής και τον επιβλητικό όγκο του Μακεδονία Παλλάς.  Σ’ αυτή την διασταύρωση, δύο αστυνομικοί, ελέγχαν την κίνηση των πολιτών.
   Ο Στρατής, ήταν αστυνομικός στην ομάδα ΔΙ.ΑΣ. Μόλις είχε συμπληρώσει τα 33 του χρόνια, δυναμικός τύπος, ψηλός, γεροδεμένος. Από τις έξι το πρωί ήταν με τον συνάδελφο του στην διασταύρωση της Αγίας Τριάδος με την Όλγας και την Γεωργίου, για να ελέγξουν την τήρηση των μέτρων απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Φαίνεται πως οι περισσότεροι που δεν είχαν να πάνε στην εργασία τους, είχαν παγώσει από την απαγόρευση, ίσως κάποιοι να είχαν μπερδευτεί και με την φόρμα για την μετακίνηση που έπρεπε να συμπληρώνουν κάθε φορά που ήθελαν να βγουν από το σπίτι. Έτσι οι αστυνομικοί είχαν ελέγξει κατά βάση οδηγούς αυτοκινήτων και δικύκλων και ελάχιστους πεζούς. Δεν έλλειπαν όμως και τα ευτράπελα, πριν λίγο ο Στρατής είχε κάνει αυστηρή σύσταση σε δυο νεαρούς που δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν τα περιοριστικά μέτρα και ήθελαν να πάνε λέει απλά για μονόζυγο στο πάρκο της ΧΑΝΘ. Κανονικά θα τους έκοβε από δυο εκατοπενηντάρια πρόστιμα, αλλά ήταν πρώτη μέρα και τους την χάρισε.

   Την είδε να έρχεται προς το μέρος του, ήταν μια κοπέλα μετρίου αναστήματος, καλοντυμένη. Σαν πλησίασε είδε καλύτερα το πρόσωπο της, χαμογελούσε, το βλέμμα της ήταν τόσο όμορφο…
- Καλημέρα σας,
- Καλημέρα του απάντησε εκείνη,
- Παρακαλώ μπορώ να ελέγξω την φόρμα μετακίνησης σας; Την ρώτησε ευγενικά ο Στρατής, θα χρειαστώ και την ταυτότητα σας πρόσθεσε. Την είχε σταματήσει για τον έλεγχο ακριβώς στο παρκάκι με τα κυπαρίσσια και τα δυο αγάλματα, κάτω από τα περίεργα βλέμματα του Γεωργίου και της Όλγας. Τα πουλιά που φώλιαζαν στα ψηλά κυπαρίσσια του πάρκου έκαναν φασαρία, σίγουρα θα κουτσομπόλευαν τους δυο τους με τις λεπτές φωνίτσες τους, κρυμμένα πίσω από τα βελονοειδή φυλλώματα και τα κουκουνάρια.
Εκείνη τον κοίταξε μέσα στα μάτια με ένα απελπισμένο, βλέμμα και του είπε,
-  Δεν έχω χρόνο…
Ο Στρατής την κοίταξε τώρα κάπως θυμωμένα,
- Δεν έχετε χρόνο να συμπληρώσετε μία φόρμα; Έστω να στείλετε ένα μήνυμα στο 13033;;; Δεν ακούσατε ότι πρέπει να συντρέχει ειδικός λόγος για να βρίσκεστε από σήμερα εκτός σπιτιού και ότι θα έπρεπε να ακολουθήσετε την ειδική διαδικασία; Την ρώτησε λίγο αυστηρά ο αστυνομικός.
- Μια μικρή βόλτα μόνο ήθελα να πάω, μέχρι την θάλασσα, να δω το γαλάζιο, τα γλαροπούλια, τα καραβάκια που κόβουν βόλτες, σας παρακαλώ είπε ικετευτικά τώρα εκείνη και χωρίς διακοπή συνέχισε.
- Το άκουσα… το άκουσα στο ραδιόφωνο μα δεν έδωσα άλλη σημασία, δεν βλέπω καν τηλεόραση.
- Είναι υποχρέωση σας, απάντησε εκνευρισμένος με την απάθεια της το όργανο της τάξης και έβαλε το χέρι του να τραβήξει το μπλοκ για το πρόστιμο.
- Έχετε δίκιο, όλοι πρέπει να κάτσουμε στο σπίτι μας, μα δεν μπορούσα να χάσω αυτή την βόλτα, δεν έχω άλλο χρόνο για να ακούω ειδικές διαδικασίες, να συμπληρώνω φόρμες του απάντησε εκείνη αφοπλιστικά. Δεν έχω χρόνο όπως οι περισσότεροι για να κλειστώ στο σπίτι μου, να βγω έξω δυο μήνες μετά, να χαρώ έστω το καλοκαίρι… καταλαβαίνετε… ΠΕΘΑΙΝΩ… του ψιθύρισε.
   Η ησυχία του πρωινού έσπασε με κρότο στα αυτιά του, διαλύθηκε εκκωφαντικά σε χιλιάδες μικρά κοφτερά κομμάτια. Τα χαρούμενα τιτιβίσματα των πουλιών εξαφανίστηκαν.   
    Το βλέμμα του όσο σκληρό μπορούσε να γίνει, τόσο μπορούσε να γεμίσει καλοσύνη και ανθρωπιά και αυτή την στιγμή η λέξη “ΠΕΘΑΙΝΩ” σε ενεστώτα χρόνο τον τράνταξε σαν σιδερογροθιά στο σαγόνι. Την κοίταξε με μια τεράστια απορία. Ως αστυνομικός απ’ το μυαλό του περνούσαν χίλια διαφορετικά σενάρια, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτή η όμορφη κοπέλα με την μαύρη εφαρμοστή φούστα, την κόκκινη μπλούζα και την καφέ ζακέτα που ήταν τόσο θελκτική, πέθαινε…  
- Είμαι βαριά άρρωστη, χρόνια πολέμησα με τον καρκίνο, μα τώρα πια οι γιατροί δεν μου δίνουν παρά λίγες μέρες, ίσως λίγες ώρες πριν χειροτερέψω, πριν να μην μπορώ καν να σηκωθώ από το κρεβάτι μου. Το Πάσχα είναι τόσο κοντά για τους περισσότερους, μα τόσο μακριά για μένα…
    Ο Στρατής ένοιωσε να πνίγεται, δεν ήταν δυνατόν, ήταν μια αστεία δικαιολογία. Αυτό ήταν, ναι σίγουρα, αυτό ήταν. Το βλέμμα όμως αυτής της κοπέλας δεν έλεγε ψέματα και το Πάσχα απείχε τόσο απελπιστικά κοντά…
- Ο Νάσος σου μοιάζει λίγο, του είπε και χαμογέλασε αμήχανα… ο αρραβωνιαστικός μου… ήταν… χαμογέλασε πάλι. Έφυγε πρώτα από κοντά μου όταν άρχισε η μάχη μου, πριν έξι χρόνια και ύστερα κι απ’ την χώρα, δεν άντεχε. Μου το έλεγε κάθε τόσο, δεν άντεχε τις μάχες, τα νοσοκομεία, τα χειρουργεία. Ήταν άδικο για μένα το παραδεχόταν όμως και για εκείνον, δεν είχε δυνάμεις να παλέψει στο πλάι μου. Λιποτάκτησε μια νύχτα, άνοιξε την πόρτα και έτρεξε όσο πιο μακριά μπορούσε… Και όμως παρά την προδοσία, τον αγαπούσα και συνέχισα να τον αγαπώ. Μα πως είναι δυνατόν θα μου πεις. Κι όμως είναι, πόσο θα ήθελα να ήταν εδώ τώρα, έστω να κάναμε αυτήν την τελευταία βόλτα μαζί… Δικό του δώρο είναι αυτή η ζακέτα για αυτό την φορώ, να τον νοιώθω… δεν πειράζει, έτσι είναι η ζωή…  ψέλλισε και χαμήλωσε το κεφάλι της για να μην φανούν τα δυο λαμπερά δάκρυα ...
     Ο νεαρός αστυνομικός είχε πραγματικά παγώσει και ας φορούσε την μαύρη, ενισχυμένη στολή των μοτοσικλετιστών της αστυνομίας και ας ήταν αυτό το πρωινό τόσο ζεστό. Τα μάτια του ήταν έτοιμα να βουρκώσουν κοιτώντας αυτό το κορίτσι. Οι φόρμες μετακίνησης, τα SMS είχαν χάσει κάθε σημασία. Τώρα έβλεπε καθαρά την λαβωμένη μορφή της, την πολεμίστρια που μέχρι την τελευταία στιγμή δεν ήθελε να παραδοθεί, λες και με αυτό το μακιγιάζ καμουφλαριζόταν από τον αδυσώπητο εχθρό, απ’ τα μάτια των ανθρώπων που δεν πονούν, μόνο διεκπεραιωτικά συλλυπούνται.
- Μισό λεπτό, περίμενε με, της είπε και έτρεξε μακριά της. Μίλησε στον συνάδελφο του που στεκόταν παραπέρα στην μοτοσυκλέτα τους. Εκείνος τον άκουσε κατάπληκτος… σε ένα λεπτό επέστρεψε κοντά της, όπως υποσχέθηκε.
- Ξέρω ότι το μόνο που μπορώ να κάνω και θα ήθελα τόσο πολύ αυτή την στιγμή, είναι να πάρω την θέση του Νάσου…
    Η Ευαγγελία αυτή η τόσο δυνατή πολεμίστρια, μα και τόσο ευάλωτη, λύγισε εμπρός στο μεγαλείο της ψυχής του. Ο Στρατής σήκωσε το δακρυσμένη πρόσωπο της και με ένα πλατύ χαμόγελο άπλωσε το δεξί του χέρι σε ορθή γωνία,
- Μου επιτρέπεις να σε συνοδέψω;

    Την πρώτη μέρα της απαγόρευσης της κυκλοφορίας, οι δυο τους απομακρύνθηκαν αγκαζέ για να περπατήσουν μαζί στην τελευταία βόλτα της, που ήταν όμως η δική τους πρώτη. Καθώς χάνονταν προς το γαλάζιο, ο πρωινός ήλιος τους τύλιξε στην αγκαλιά του και τα πουλιά πέταγαν ψηλά πάνω από τα κυπαρίσσια, με τιτιβίσματα τρελά απ’ την χαρά τους. Τα λυγερά κυπαρίσσια υποκλίθηκαν καθώς τα δυο αγάλματα κοιτιόντουσαν σαν να είχαν ζωντανέψει από την παντοτινή τους λήθη… 


   Η συγγραφή αυτού του διηγήματος ξεκίνησε λίγο πριν την ανακοίνωση από τον πρωθυπουργό της απαγόρευσης της κυκλοφορίας λόγω του πανδημικού ιού COVID 19. Eίναι αφιερωμένο σε μια νεαρή κοπέλα που βασανίστηκε από τον καρκίνο για χρόνια. Τυχαία πριν δυο μήνες, καθώς περίμενα μέσα σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων, διάβασα την συνέντευξη αυτής της γυναίκας όπου εξιστορούσε όλη αυτήν την πορεία πόνου, μα και δύναμης, θέλησης για την ζωή. Ανέφερε ότι το Πάσχα του 2020, ο γιατρός την προετοίμασε ότι ίσως δεν θα το προλάβαινε. Καθώς όλοι συζητούσαν στην χώρα ότι θα απαγορευθεί η ελεύθερη κυκλοφορίας μας και θα έπρεπε οικειοθελώς να κλειστούμε στα σπίτια μας άγνωστο πόσο, η σκέψη μου έτρεξε σε εκείνη. Ελπίζω με όλη μου την ψυχή να ζει και εύχομαι μέσα από την καρδιά μου ένα ιατρικό θαύμα να της δώσει πολλά πολλά χρόνια ακόμη…


Α.  Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ
21 - 25/3/2020


Ποίηση Τόλη Νικηφόρου
Ποίημα, τα μυστικά φωνήεντα  από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999

Ζωγράφική Ντίνος Παπασπύρου
1. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-213, Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, τέμπερα, 22Χ17 εκ., 1995, Κωδ. 528
2. ΠΙΝΑΚΑΣ "Κινηματογράφος Πατέ", τέμπερα 20Χ16 εκ., 2016, Κωδικός 1524.

ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΓΗ