Τετάρτη, Αυγούστου 15, 2018

Η δολοφονία της Ωραίας Ελένης


Ιστορίες της θάλασσας


Η δολοφονία της Ωραίας Ελένης


 «Αν αποσυνθέσεις την Ελλάδα,

στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά,

ένα αμπέλι κι ένα καράβι.

Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις.»

 


Οδυσσέας Ελύτης 






   Η θάλασσα κινούνταν νωχελικά ανάμεσα από τα τσιμεντένια μπλόκια της προβλήτας. Στο λιμανάκι της Αιγιάλης ή Γιάλης στην λαλιά των ντόπιων, το νερό στριφογυρνούσε ήρεμο γύρω απ’ τις βάρκες, γυρνοβολούσε ανάμεσα απ’ τις καρίνες των μεγάλων αλιευτικών βάφοντας και ξαναβάφοντας τα πάντα με το υπέροχο τουρκουάζ χρώμα του. Ο κυρ Νικήτας ξεκουράζονταν στην πλώρη του ξύλινου ψαροκάικου του. Ώρα πολύ είχε ασχοληθεί με το μπάλωμα των διχτυών του και με τα πανιά του κεντρικού καταρτιού κι είχε αποκάμει πια. Στο λυκόφως της ημέρας διαγράφονταν καθαρά οι βαθιές χαραγματιές και οι καφετιές πανάδες που είχε κεντήσει ο ήλιος δεκαετίες τώρα στο πρόσωπο και στα γυμνά του χέρια. Ένα με την θάλασσα και το ζεστό αγεράκι ρουφούσε αργά λίγο τσίπουρο καθώς κάπνιζε με απόλαυση το στριφτό του. Επάνω από την Αμοργό, ξεθώριαζε αργά αργά το φλογισμένο κόκκινο του Ιούνη. Καθώς προχωρούσε η ώρα, μέσα απ’ το σούρουπο αυτής της κουραστικής ημέρας έφτανε η νύχτα και τα φωτάκια του ουρανού ανάβανε ένα ένα μπρος στα κουρασμένα μάτια του.
     Καιρός ήταν τώρα που ο γιoς του, του έπαιρνε τα μυαλά. Καιρός πολύς που βαστούσε η κρίση και οι αναδουλειές, μεγάλα κεσάτια. Και ο κόσμος ζοριζόταν, μα και το ψάρι λιγοστό έπρεπε να ανοιχτεί στα βαθιά και ήταν πρόβλημα με το κακοσυντηρημένο πλεούμενο του. Χρόνια είχε να μπει σε ταρσανά, να το συνεφέρει ο μαστρο-Μιχάλης, ο γέρο καραβομαραγκός από την Ρόδο με τα μαγικά του χέρια. Δεν έβγαινε το μεροκάματο, μα δεν το κρατούσε το γέρικο σκαρί του μόνο για τα λεφτά. Ανάσαινε μέσα στην αλμύρα, του έδινε ζωή το απέραντο γαλάζιο του Αιγαίου, ανείπωτη ευτυχία. Είχε γεράσει πια και αυτός και η Ωραία Ελένη του. Έτσι το είχε ονομάσει το παραδοσιακό καΐκι του για να την νοιώθει πάντα δίπλα του, από τότε στα είκοσι δύο τους… μέχρι και τώρα στα εβδομήντα πέντε του. Ήταν το όνομα της μακαρίτισσας πια, της παντοτινής συντρόφου της ζωής του.
  “Επιδότηση πατέρα, επιδότηση” τον δασκάλευε συνέχεια ο γιός του “Δίνουν γερή επιδότηση από την Ευρώπη για την υπεραλίευση. Πεθαίνουν οι θάλασσες και θέλουν να τις σώσουν. Και εσύ γέρασες πια, κινδυνεύεις για το τίποτα. Σκούριασες από την αλμύρα και την υγρασία, πόσο θα αντέξεις ακόμα; Άντε να καταθέσεις την άδεια και να βοηθήσεις και εμένα” Κάθε μέρα με τα ίδια τον ζάλιζε. Και τι του έλεγε δηλαδή; Του ζητούσε να καταστρέψει το πλεούμενο του, να παρατήσει την θάλασσα και τα ζωντανά της. Από τις γεμάτες κασέλες με φρέσκο ψάρι στα αμπάρια του τον ανάστησε, αυτόν, τον μοναχογιό του, που τώρα ήθελε να το δολοφονήσει και εκείνον να τον κρατήσει στην στεριά, να τον φυλακίσει στο στέρεο έδαφος.
 “ Έχεις τα εγγόνια σου τώρα, τι τις θέλεις πια τις παλιές αγάπες;” του έλεγε εννοώντας την θάλασσα και τα ταξίδια του.
    Κάποτε στο χωριό, όλοι τον θυμόταν με μια βαλίτσα στο χέρι, ερχόταν ή έφευγε για τον Πειραιά μόνο για λίγο έμενε, και ξανά πίσω. Έπαιρνε την βαλίτσα του και χανόταν σε ταξίδια μακρινά. Αρμένισε μέχρι και στην άκρη του κόσμου με τα ποντοπόρα πλοία ενός Πειραιώτη εφοπλιστή. Κάποτε όμως ο Νικήτας αναγκάστηκε να επιστρέψει για πάντα, για την ωραία Ελένη του που μαράζωσε από την μοναξιά. Δεν άντεξε μόνη της με ένα μωρό. Αθηναία ήταν, τον παντρεύτηκε και μετά δυο χρόνια ήρθαν στο νησί. Σαν γύρισε πίσω ο Νικήτας, την βαλίτσα δεν την έφερε στο σπίτι του, την  κράτησε γεμάτη με τα ρούχα και τις λευκές αλλαξιές του στο ξύλινο καΐκι που αγόρασε πριν επιστρέψει από τις Σπέτσες, να νοιώθει πως δεν φυλακίστηκε για πάντα, η αποσκευή του για το ταξίδι στο όνειρο…
  Ο Θανάσης του, σε αντίθεση με εκείνον ποτέ δεν ερωτεύτηκε την θάλασσα, τον ζάλιζε παραπονιόταν. Μόνο για τον τουρισμό την έβρισκε γοητευτική και χρήσιμη, και τώρα με αυτά τα λεφτά που δίνανε για να καταστρέψει ο γέρος το σκαρί του θα μπορούσε να συμπληρώσει τα χρήματα και να πάρει εκείνο το ταβερνάκι που πουλιόταν στην πασίγνωστη απ’ την ταινία του Λικ Μπεσόν, παραλία της Αγίας Άννας. Σίγουρα λεφτά, από τον τουρισμό και το απέραντο γαλάζιο, δίχως ψάρια και φουρτούνες.


***


      Έπιασε κοντά δεκαπενταύγουστος, η ζέστη μόλις έσφιγγε, μετά από αρκετά μερόνυχτα με δυνατό μελτέμι στο Αιγαίο. Τον πίεζε αφόρητα πια ο γιός του, επιτακτικά ώστε να υπογράψει για την καταστροφή του σκαριού. Ήθελε διακαώς να του δώσει το ποσό της επιδότησης για να στήσει την ταβέρνα του, απ’ του χρόνου. Πίκρα έσταζε η καρδιά του γέρου, πώς να το έκανε αυτό; Πώς να πουλούσε για τριάντα αργύρια το πλεούμενο του, την Ελένη του; Πώς να επέτρεπε να την δολοφονήσουν, να την διαλύσουν μέσα σε λίγα λεπτά, να την αφανίσουν άσεβα, τα μεταλλικά μπράτσα του εκσκαφέα; Δεν θα το άντεχε να την παραδώσει ο ίδιος. Θα φεύγε μακριά, μα πρώτα θα παίρνε μαζί του τον σταυρό από το κατάρτι, την σημαία και την βαλίτσα του, να τα παραχώσουν μαζί του μεσ’ την γης, σαν ερχόταν η ώρα του.
   Ο Νικήτας πάλεψε μα δεν μπορούσε να κάμει διαφορετικά. Έτσι σαν κόπασε ο αγέρας ζήτησε απ’ τον γιό του να βγει έξω στα ανοιχτά, για μια τελευταία φορά. “Μια καλή ψαριά και θα γυρίσω πίσω” του υποσχέθηκε, “θα κάτσω όσο χρειαστεί, μην ανησυχήσεις, θα είμαι πίσω μέχρι της Παναγιάς” του είπε το βράδυ λίγο πριν να ανοιχτεί στην θάλασσα. 
  Το φεγγάρι είχε γεμίσει, σχεδόν πανσέληνος. Όμορφη βραδιά για ψάρεμα, γλυκιά, ανέφελη. Είχε πάει τρεις τα ξημερώματα, δυο τρία ζευγαράκια περπατούσαν, μιλούσαν, αγκαλιάζονταν, ονειρευόταν. Στο λιμανάκι μπουκάριζε ανάλαφρος ο Μπάτης. Όλα ήταν γαλήνια όμως από κάποια νυχτερινά μαγαζιά στο βάθος έφτανε θόρυβος, ήταν τα μπουμπουνητά των ηχείων με την ξενική μουσική που έμοιαζαν στα αυτιά του γέρο-θαλασσόλυκου σαν να ακούγονταν μακρινοί κεραυνοί. Ο κυρ Νικήτας ξέλυσε τον κάβο από την δέστρα του ντόκου έτοιμος να ανοιχθεί στην θάλασσα. Έβαλε μπρος το ταλαιπωρημένο μοτόρι και η προπέλα άφρισε τα νερά στριφογυρνώντας το πολυκαιρισμένο σώμα της. Το καΐκι κίνησε να ξανοίγετε πάνω εκεί που η γραμμή του φεγγαριού φώτιζε την σκοτεινή θάλασσα.  
   Ώρα μετά πέρασε την ακτογραμμή του νησιού και ανοίχθηκε στο Αιγαίο. Έσβησε την μηχανή, η θάλασσα είχε καταπιεί στα βάθη της όλη την φασαρία του νησιού. Πόσο του άρεσε αυτή η απέραντη ησυχία, αυτή η γαλήνια απεραντοσύνη που διακόπτονταν μόνο από τον ελαφρύ παφλασμό και από τα τριξίματα των ξύλων του καϊκιού, καθώς λικνίζονταν επάνω στο νερό. Ζωντανό πράμα είναι μωρέ το νερό, μα και το σκαρί μου, μιλάει, σκιρτάει η ψυχή του μέσα στο πέλαγος, συλλογίστηκε. Κοίταξε προς το νησί, ψηλά στον Στρούμπο. Στις δυνατές ακτίνες της πανσέληνου ίσα που ξεχώριζε το εκκλησάκι του Αϊ Νικήτα, του Γότθου. Στο νησί όλοι τον ευλαβούνταν, πολλοί γονείς σαν και τους δικούς του βάφτιζαν τα παιδιά τους στην χάρη του. Την γνώριζε καλά την ιστορία του Αγίου που είχε το όνομα του. Θυμόταν από παιδί τον παπά στο κατηχητικό να λέει πως ο Άγιος γεννήθηκε κάπου στην Ρουμανία. Από παιδί πίστεψε στον Χριστό και χρόνια μετά τον πιάσανε οι αλλόθρησκοι. Το φοβερίσανε να απαρνηθεί την πίστη του μα στάθηκε ακλόνητος σαν βράχος. Δίχως να φοβηθεί τον ηγεμόνα Αθανάριχο και τις απειλές του βασανίστηκε και κάηκε στο τέλος στην πυρά στις 15 Σεπτέμβρη του 372. Αυτή η αγάπη του για τον Θεό τον έφερε μέχρι και στις καρδιές των Αμοργιανών και στο εκκλησάκι του ψηλά να κοιτά όλο το Αιγαίο.
   Εκεί, καταμεσής του πελάγους, λίγο πριν το τελευταίο του ψάρεμα, του ήρθαν σκέψεις. Την σεβότανε την θάλασσα και τις ψυχές της ο κυρ Νικήτας. Συλλογιζότανε φορές φορές, πως απ’ την επιφάνεια μέχρι τα άπατα βάθη των ωκεανών που ταξίδεψε, τρισεκατομμύρια θα ήταν οι ψυχές, τρισεκατομμύρια μορφές του Θεού που ζούσαν μακριά απ’ την απληστία τ’ ανθρώπου. Ποτέ δεν τις κυνήγησε με μπαμπεσιά, πάντα με τον παραδοσιακό τρόπο, ούτε συρόμενα δίχτυα, ούτε δυναμίτες. Σαν τον πατέρα και τον παππού του, όλοι τους θαλασσινοί, τίμιοι κυνηγοί, μεροκαματιάρηδες. Χίλια χρόνια να ζούσαν ποτές τους δεν θα ξεκλήριζαν την ζωή του νερού, γιατί δεν είχαν απληστία. Για αυτό και δεν τον αφορούσαν  τα λόγια του γιού του και όλων των μορφωμένων που μιλάγανε για τα ζωντανά της θάλασσας και τον αφανισμό τους, ενώ αυτοί, μολύνανε τα νερά με χίλιους δυο τρόπους.
  Μιας και ήταν τελευταία φορά που θα ψάρευε μόνος, με το καΐκι του, οι θύμησες αναπόφευκτα τρέξανε τριγύρω του. Πόσα βράδια, πόσες μέρες δεν πάλεψε με την θάλασσα, δεν αγκομάχησε να τραβήξει τα δίχτυα με τα ροζιασμένα χέρια του για την λιγοστή - πολλές φορές – ψαριά, που καλά καλά ούτε το πετρέλαιο και τα δολώματα δεν άξιζε στην αγορά. Είπε να ετοιμάσει τα σύνεργα του για το ψάρεμα. Τα δίχτυα του ήταν έτοιμα για να τα ρίξει στο νερό, είχε ετοιμάσει και δυο τρεις μακριές πετονιές για κανένα μεγάλο ψάρι. Έπρεπε μόνο να τα ρίξει στο νερό όμως δεν είχε αποφασίσει ακόμη αν το ‘θελε, μέσα του η τελευταία ψαριά ήταν μια πρόφαση για να ανοιχτεί στο πέλαγος…
   Το φεγγάρι ασήμωνε ακόμη το νερό, αλλά, καθώς σήκωσε το κεφάλι του κατά την ανατολή, ο ορίζοντας είχε αρχίσει να βάφεται αχνά απ’ το φως της μέρας. Το βλέμμα του περιδιάβηκε τον σκοτεινό θόλο επάνω απ’ το κεφάλι του. Σπαρμένος ήταν από μυριάδες αστέρια, κάποια τα γνώριζε καλά και είχαν μεγάλη σημασία για έναν θαλασσινό, ήταν όμως απειροελάχιστα εμπρός στο άγνωστο του ουρανού.  Θυμήθηκε κάτι που του άρεσε πολύ, του το είχε πει στα νιάτα του ένας καπετάνιος, μια βραδιά στον Ινδικό, ανοικτά της Μπούρμα «Εργόχειρο του Θεού είναι, μικρές φλoγίτσες που τρεμοπαίζουν στο αχανές σύμπαν για να δείχνουν τον δρόμο σε εμάς τους ταξιδιώτες». Και σήμερα, ήταν λες το ίδιο αντράκι που μπάρκαρε στα καράβια, λες και δεν πέρασε μια μέρα. Το ίδιο εκστασιασμένος όπως και τότε στον Ινδικό, στον Ειρηνικό, στον Ατλαντικό, στον κόλπο του Άντεν και στις ζεστές θάλασσες της αραπιάς. Θαύμα ανείπωτο αυτή η απέραντη πλάση της αιώνιας νυχτιάς, αγκάλιαζε από απαρχής του χρόνου όλα τα ζωντανά του κόσμου, σαν και την δική του απειροελάχιστη ύπαρξη που τώρα πια έφτανε στο τέλος της ζωής της.
   Ώρα μετά, σηκώθηκε ένας μαΐστρος ελαφρύς που παρέσερνε την «Ωραία Ελένη» νοτιοανατολικά. Γλυκοχάραζε και το σκούρο μπλε της θάλασσας ρόδιζε απ’ τα χρώματα της αυγής. Πάνω από την Κω και τα βουνά της Μαρμαρίδας ο ήλιος πρόβαλε ολόχρυσος σαν αγγλικό φλουρί. Στα αριστερά του είδε να χαράζει πάνω απ’ την Κίναρο και την μοναδική ψυχή που κατοικούσε στο νησάκι, την φίλη του την κυρά Ειρήνη. Πέρα στην Αμοργό, μέσα στα βράχια έλαμπε ολόλευκη η μονή της Παναγίας της Χοζοβιώτισσας. Σταυροκοπήθηκε ευλαβικά, μεγάλη η χάρη της τέτοιες μέρες, τόσα χρόνια τον φύλαξε από τους κινδύνους.  Έβγαλε από το σακούλι του λίγο ψωμοτύρι και άρχισε να κολατσίζει. Πόσες και πόσες φορές μόνος ή με τους ανθρώπους που δούλεψαν μαζί στο ψαροκάικο του δεν έφαγαν αυτό το φτωχικό πρωινό καταμεσής της θάλασσας με φόντο τον ήλιο να ανατέλλει πίσω απ’ τα νησιά ή σαν χρυσός δίσκος μέσα από την θάλασσα; Αυτή η ανεπανάληπτη στιγμή πάντα το συνέπαιρνε. Μπορεί να μην γνώριζε από λογοτεχνία και ποίηση, μπορεί να μην είχε διαβάσει ούτε έναν στίχο από κάποιον σημαντικό ποιητή, όμως το μεγαλείο της φύσης καταμεσής του Αιγαίου δεν θα μπορούσε να το νοιώσει καλύτερα με οτιδήποτε άλλο πέρα από τις αισθήσεις του. Ήταν αυτή η εικόνα που πάντα τον άφηνε άφωνο, του έδινε την αίσθηση ότι ήταν ο πιο πλούσιος άνθρωπος στον κόσμο, απλά με ένα κομμάτι ψωμοτύρι.
  Ο ήλιος είχε ανεβεί ψηλά, έκαιγε, έπλεε σχεδόν στο ίδιο σημείο, αμίλητος με έναν σφιχτό κόμπο στον λαιμό. Ένα μικρό φουσκωτό φάνηκε στο βάθος, σίγουρα τίποτα τουρίστες θα ήταν που θα ψάρευαν υπολόγισε με το νου του. Πάντα είχε την προσοχή του, ειδικά τέτοιο καιρό, γιατί οι ψαράδες από την Τουρκία παραβίαζαν τα ελληνικά σύνορα ακόμα και τόσο βαθιά στο Αιγαίο. Αλλά εδώ είχε να κάνει με τουρίστες,  χόμπι σου λέει, να περάσει ευχάριστα ο χρόνος στις διακοπές… Όσο η ώρα περνούσε και ο ήλιος ανέβαινε αισθανόταν τον χρόνο του να τελειώνει, να μειώνεται δραματικά, σαν να του έκοβε κάποιος το οξυγόνο και να μετρούσε τα τελευταία του λεπτά με το αγαπημένο σκαρί του. Μπήκε στην καμπίνα και κάθισε στο τιμόνι, καταμεσής του πελάγους οι ξύλινοι τοίχοι γύρω του μοιάζαν με χρονομηχανή. Γύρω γύρω φωτογραφίες από διάφορες δεκαετίες, φωτογραφίες της Ελένης και του Θανάση του, αναμνήσεις, στιγμές από τα χρόνια που πέρασαν με φίλους και άντρες δυνατούς που τον συντρόφευσαν στην δουλειά. Δάκρυσε, σφίχτηκε να μην κλάψει.   
    Μια ριπή ανέμου ταρακούνησε το καΐκι. Από ένστικτο κράτησε σφικτά το πηδάλιο. Από τα δυτικά τον πλησίαζαν  μαύρα σύννεφα, από κάτω τους δυο δίδυμοι νεροσίφουνες, έγλυφαν το νερό και το αντάριαζαν.  Πίσω τους με απίστευτη δύναμη, βροχοκουρτίνες έριχναν το νερό που κουβαλούσαν τα νέφη ποιος ξέρει από ποια μέρη της γης να ήταν φερμένο; Δυνατό μπουρίνι, πρωτόγνωρο, αν τον προλάβαινε κάποιος από τους σίφουνες θα κομμάτιαζε και θα πέταγε δεξιά και αριστερά τα συντρίμμια απ’ το σκαρί του. Παρά τον κίνδυνο το μυαλό του πήγε στους τουρίστες. Το φουσκωτό τους παρασυρμένο από την καταιγίδα είχε φτάσει καμιά πεντακόσια μέτρα μακριά του, ξαπλωμένοι τρεις άνθρωποι μέσα του είχαν παραδοθεί στα στοιχεία της φύσης. “Πανάθεμα σας, που βρεθήκατε στην μέση της θεομηνίας; Παναγιά μου και Άη Νικήτα μου, βάλτε το χέρι σας και σώστε μας” παρακάλεσε και αμέσως σταυροκοπήθηκε. Τα κύματα είχαν γίνει θεόρατα, του θύμισε μια καταιγίδα στα ανοικτά της Μαγαδασκάρης που τους είχε βρει στα 1972, πάλι της Παναγιάς ήταν εκείνη την ημέρα, το θυμόταν πολύ καλά. Ήταν φορτωμένα τα αμπάρια με ακριβό σιδηρομετάλλευμα. Θεόρατο φορτηγό ήταν, μα πάνω στην τρικυμία, σαν παιδικό βαρκάκι το πέταγαν, πέρα δώθε τα κύματα. Πάλεψαν  ώρες πολλές μα η Παναγιά το έκανε το θαύμα της.    
   “Κάλλιο να το διαλύσει η θάλασσα και να το κομματιάσει ο αγέρας, αν είναι ας πάμε μαζί στο πάτο” Άκουσε την μηχανή του να δουλεύει λες και ξανάνιωσε, ίδια με εκείνον. Στριφογυρνούσε το τιμόνι του επιδέξια, έκανε μανούβρες για να προσεγγίσει το πλαστικό σκάφος. Με κόπο, τους έφτασε σε λίγα λεπτά. Σαν τον είδαν του φώναζαν στα Αγγλικά βοήθεια, από ότι θυμόταν απ’ τα καράβια. Όμως δεν ήταν εύκολη υπόθεση με τόση φουσκοθαλασσιά. Έφτασε κοντά μα το να ανέβουν στο καΐκι ήταν πολύ δύσκολο. Ήρθε αρκετές φορές πλάι τους αλλά όλο και του ξέφευγαν. Σαν αρχαίο Έλληνα Θεό τον κοιτούσαν οι ξένοι, εκείνος τους προσέγγιζε μα πάλι του μάκραιναν εκείνοι. Δεν το έβαζε κάτω, ξανά και ξανά προσπαθούσε. Το φουσκωτό τους είχε γεμίσει με νερά, κουνούσαν τα χέρια τους απελπισμένα “Κάντε κουράγιο παλικάρια δεν θα μας αφήσει η Παναγιά η Χοζοβιώτισσα να πάμε στον πάτο, εγώ θα σας πάω στο μοναστήρι της να ανάψουμε κερί, και στον Άη Νικήτα, εγώ” Οι ξένοι τον ακούγανε που φώναζε μέσα στην βουή της καταιγίδας και αν δεν καταλαβαίνανε, δεν πείραζε καθόλου, μόνο που τον βλέπανε να κάνει τον σταυρό του και να πολεμάει με τα κύματα κι αυτοί παίρνανε θάρρος.  
   Ανήμερα της Παναγίας, στην Γιάλη είχε πέσει μεγάλη στεναχώρια, ο κυρ Νικήτας δεν είχε επιστρέψει. Τέτοιος σίφουνας που είχε χτυπήσει την περιοχή έκαμε μεγάλη καταστροφή. Όσες φορές και να κάλεσε το λιμεναρχείο εκείνος δεν απαντούσε στο VHF, βγάλανε και σκάφος όμως δεν τον εντόπισαν. Ο λιμενάρχης προετοίμασε τον γιό του για τα χειρότερα. Ήτανε μεγάλη η θύελλα, δυστυχώς αυτός και άλλοι τρεις τουρίστες με ένα φουσκωτό που βρισκόταν για ερασιτεχνικό ψάρεμα στην περιοχή, ήταν αγνοούμενοι.
  Αργά το βράδυ του δεκαπενταύγουστου, ο Θανάσης καθόταν στο καφενείο του ξαδέρφου του, μαζί με όλους τους συγγενείς.
“Του τα έλεγα εγώ, δώστο βρε πατέρα, τι το θες στην ηλικία σου, έχεις τα εγγόνια σου να τα χαρείς. Θα έπαιρνα και εγώ εκείνη την ταβέρνα πάνω απ’ την Αγία Άννα. Δεν με άκουγε. Προχτές που έφυγε μου είπε. Θα είναι η τελευταία φορά στο υπόσχομαι… Άρε πατέρα, Άρε πατέρα” μονολογούσε απαρηγόρητος. Ο πρώτος ξάδερφος του κυρ Νικήτα κοντά στα ογδόντα του, ψαράς και εκείνος, ηλιοψημένος άντρας, σοβαρός και ντόμπρος στο φέρσιμο του, του είπε “Θανάση παιδί μου, κατάλαβε, αυτή ήταν η ζωή του, θα πέθαινε μακριά από την θάλασσα και το καΐκι του. Του ζητούσες να κάνει μεγάλο έγκλημα, δεν θα το άντεχε η καρδιά του, τουλάχιστον αν έχει γίνει το κακό, έφυγε παλικαρίσια στην αγκαλιά αυτής που αγαπούσε”.
   Περάσανε τα μεσάνυχτα και σκορπίσανε όλοι με βαριά καρδιά στα σπίτια τους. Ο Θανάσης μπαίνοντας στο δικό του αντίκρισε τον πατέρα του, στην φωτογραφία. Ήταν γύρω τα σαράντα του, είχε όμορφα καστανοπράσινα μάτια και πυκνά μαλλιά, το λεπτό μουστακάκι είχε φαρδύνει από το πλατύ χαμόγελο πλάι στην αγαπημένη του γυναίκα. “Πάει, ορφάνεψα πια” είπε σπασμένα και δάκρυσε.
   Το επόμενο πρωί νωρίς νωρίς καθώς ο ήλιος ασήμωσε τα νερά του λιμανιού ο κυρ Λευτέρης ο φούρναρης βγήκε να κάνει τσιγάρο μετά το πρώτο φούρνισμα. Μέσα στο φως είδε έκπληκτος την <<Ωραία Ελένη>> να μπαίνει με το πανί σηκωμένο στο λιμάνι και μια παρέα γλάρων να πετούν ολόγυρα της, λες και τιμητικό άγημα στο σκάφος και στον ήρωα του νησιού. Σε δέκα λεπτά όλη η Αιγιάλη είχε κατεβεί στο λιμανάκι. Πρώτα οι τρεις τουρίστες και ύστερα ο κυρ Νικήτας, πάτησε τελευταίος στην στεριά και έπεσε στην αγκαλιά του γιού του, που έκλαιγε σαν μικρό παιδί… 






  Την άλλη μέρα τα τηλεοπτικά κανάλια είχαν εκτενή ρεπορτάζ για τον Έλληνα ψαρά, τον ήρωα που με το ξύλινο σκαρί του έσωσε τρεις ζωές και την δική του. Αν και είχε χαλάσει και η μηχανή και ο ασύρματος, τους γύρισε στο νησί σώους με τα πανιά, όπως οι πρόγονοι του διέσχιζαν όλοι την Μεσόγειο. Τους έδειξε μαζί να μπαίνουν στον Αη Νικήτα και στην Παναγιά και να ανάβουν το κερί που τους είχε υποσχεθεί μέσα στην τρικυμία. Η είδηση έπαιξε και στην Γερμανία, στην Γαλλία και στο Βέλγιο χώρες καταγωγής των τριών φίλων και ανωτάτων υπαλλήλων στην ευρωπαϊκή ένωση. Μάθανε όλη για τον ηρωισμό του κυρ Νικήτα μα και για το ψαροκάικο του που μαζί με τόσα άλλα πριν θα καταστρέφονταν, θα δολοφονούνταν και αυτό, σκοτώνοντας παράλληλα και την ναυτική κληρονομιά αυτού του τόπου. Και η αλήθεια είναι πως η γενναία ψυχή του κυρ Νικήτα και η κατακραυγή από την απορία του γιατί να δολοφονείται κάθε <<Ωραία Ελένη>> αυτού του τόπου έφερε και την κατάργηση αυτού του νόμου, άλλα και άλλες μορφές αξιοποίησης αυτών των παραδοσιακών σκαφών, αυτής της μεγάλης κληρονομιάς.
   Ο κυρ Νικήτας έζησε χρόνια ακόμη και με δωρεά των τριών διασωθέντων και φίλων καρδιάς, ως ελάχιστη ένδειξη της ευγνωμοσύνης τους, η Ωραία Ελένη επισκευάσθηκε και με νέα άδεια τουριστικού πλοίου με καπετάνιο τον κυρ Νικήτα και άξιο βοηθό του τον Θανάση ξεναγούσαν στις ομορφιές της Αμοργού και των κοντινών νησιών τους τουρίστες…     
  
   
Α.  Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ
15 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 2018


    Αφιερωμένο στους Έλληνες αλιείς που βγάζουν τίμια και με δυσκολία το μεροκάματο τους στις ελληνικές θάλασσες. Στους αλιείς που βοηθούν σε κάθε δύσκολη στιγμή με το πλεούμενο και την ψυχή τους τον συνάνθρωπο όπως και πρόσφατα διέσωσαν εκατοντάδες ανθρώπους και κατοικίδια στην φονική πυρκαγιά τον Ιούλιο του 2018 στην Αττική. 

  Σε όλους τους ανθρώπους και φορείς στην Ελλάδα που προσπαθούν να σταματήσουν το έγκλημα της καταστροφής των παραδοσιακών σκαφών.

   Θερμές ευχαριστίες στην Χριστίνα Λαμπίρη, στον Νίκο Μάνεση, στους συνεργάτες τους καθώς και στους δημοσιογράφους της “Καθημερινής”  διότι με τα ρεπορτάζ τους υπήρξαν οι πηγές της έμπνευσης μου για αυτό το διήγημα. Στην εκπομπή του Νίκου Μάνεση στον τηλεοπτικό σταθμό Alpha 60΄ Ελλάδα καθώς και στην ιστοσελίδα http://www.amorgos-news.gr για τις πληροφορίες που άντλησα σχετικά με την Αμοργό.

Ζωγραφική Ντίνος Παπασπύρου
1.       ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-201,  Καράβια, τέμπερα, 2001
2.       ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-44, Εκκλησάκι στο Αιγαίο, τέμπερα, 12Χ12 εκ., 2011, Κωδ. 837







Σάββατο, Ιουνίου 23, 2018

Το “σπίτι” πλάι στο νεκροταφείο


Γυναίκα

Κάθε μικρή σου υποταγή
μειώνει την δική μου ελευθερία
εμένα ταπεινώνει.
Κάθε χαμένο σου δικαίωμα
πληγώνει τη δική μου αξιοπρέπεια.

Τόλης Νικηφόρου



Το “σπίτι” πλάι στο νεκροταφείο





    Χρόνια στα μπορντέλα της Θεσσαλονίκης η Σταματίνα. Στα δεκαεπτά της, κορίτσι ακόμη, το έσκασε από έναν καταυλισμό Ρομά στον Πύργο της Ηλείας. Το ‘σκασε με μόνη της αποσκευή ένα χοντροκομμένο μάλλινο ταγάρι, με λίγο ψωμοτύρι μέσα, δυο αλλαξιές ρούχα, λίγες χιλιάδες δραχμές που είχε δικά της και λίγο φεγγαρόσκονη για να φωτίζει τον δρόμο προς τα νεανικά της όνειρα. Μέχρι εκείνη την ημέρα έμενε σε ένα τσαντίρι, σαν όλα τα άλλα καμωμένο από σπασμένα κοντραπλακέ, φθαρμένους μουσαμάδες και χοντρό καραβόπανο, να μην μουσκεύει το εσωτερικό του. Ζούσε εκεί μέσα μαζί με τον Καμπέρη, τον πατέρα της, τα αδέρφια και όλο το νοικοκυριό τους. Πολύχρωμα κιλίμια και ολόμαλλα περσικά χαλιά σκέπαζαν το χωμάτινο πάτωμα του τσαντιριού. Στην μια γωνιά του υπήρχε μια υποτυπώδης κουζίνα με ένα τέντζερη και λίγα πιατικά καθώς και ένα κρεβάτι για τον πατέρα. Στην μέση ένα τραπέζι και γύρα του σκαμνιά για τα παιδιά. Υπήρχε και μια καρέκλα, μόνο για τον πατέρα και αυτή από λευκό λιγδιασμένο πλαστικό σαν όλα τα άλλα. Από την άλλη μεριά του τσαντιριού το “δωμάτιο” για τα παιδιά. Αραδιασμένα καθόταν πάνω σε καλαμένιες ψάθες. Παίζανε επάνω τους όλη την μέρα και σαν έπεφτε η νυχτιά κοιμόταν και σε δαύτες στρώνοντας κουβέρτες μαλακές από την Νάουσα.
   Ορφανή μεγάλωσε από μάνα η Σταματίνα, μια κιτρινισμένη φωτογραφία της την θύμιζε και όσα θολά αναθυμόταν απ’ τα όμορφα φερσίματα της. Εκείνη Βασιλική την λέγανε την μάνα της, όμορφη μα και τόσο εύθραυστη, φιλάσθενη. “Ε σαλονίσια σάνας…” (Για τα σαλονάκια ήσουν) της έλεγε υποτιμητικά πολλές φορές πάντα κουνώντας το κεφάλι του, ο πατέρας της. Το έλεγε θέλοντας να της δείξει ότι αυτή δεν ταίριαζε στα τσαντίρια, στην λεύτερη μα και σκληρή ζωή του τσιγγάνου.     
   Ο Καμπέρης ήταν κάμποσα χρόνια μεγαλύτερος της Βασιλικής, ψηλός και γεροδεμένος, ομορφάντρας. Έλιωναν οι τσιγγάνες για τα πράσινα μάτια του, το σκληρό, αλύγιστο πρόσωπο με τις μακριές μουστάκες και τα πλούσια μαλλιά. Έμοιαζε σαν οπλαρχηγός του εικοσιένα, λες και βγαλμένος από τις ελληνικές υπερπαραγωγές του Τζέιμς Πάρις. Ερωτεύτηκαν με την Βασιλική και εκείνος δίχως δεύτερη σκέψη λίγο καιρό μετά την έκλεψε από τους δικούς της. Δεν ταίριαζαν, άλλοι χαρακτήρες, διαφορετικοί, όμως τους ένωσε η νιότη και η ορμή της που δεν έχει λογική. Τρία παιδιά έκαναν μαζί, τα υπεραγαπούσε η Βασιλική. Ο Καμπέρης με τον καιρό σαν καταλάγιασε ο έρωτας απομακρύνθηκε, πάντα στο περιθώριο, στις δουλειές του.
   Ήταν στα εικοσιπέντε της η Βασιλική και η Σταματίνα η πρωτότοκη μόνο στα επτά της. Εκείνη την χρονιά της πήρε την μάνα μια βαριά αρρώστια, το κακό που λέγανε όλοι. Έτσι απλά, ούτε όνομα είχε η αρρώστια, ούτε τίποτα άλλο. Μόνο ο μπαλαμός, ο γιατρός, ήξερε, αλλά και ποιος να καταλάβει τα λόγια του κατάλαβαν όμως το θανατικό που έφερε στο τσαντίρι του Καμπέρη. Η απώλεια της μάνας, της στέρησε την παιδική ηλικία βίαια, μέσα σε μια βραδιά. Η Σταματίνα με τον πατέρα της δεν είχε αγάπες, ήταν σκληρός άνθρωπος εκείνος. Όταν έφευγε κάποιες φορές για την θεία της στο Αγρίνιο ανάσαινε, όμως ήταν μόνο για λίγο, ο Καμπέρης σύντομα την ζητούσε πίσω. Ήθελε να τον υπηρετεί και αυτόν και τα δυο μικρότερα αδέρφια της. Ούτε στον δάσκαλο δεν την άφηνε να πάει, να μάθει δυο γράμματα, ίσα να διαβάζει μια πινακίδα…   
     Από τα δεκαπέντε της η Σταματίνα ήταν πια σωστή γυναίκα, σμιλεμένο θαρρείς από αρχαίο γλύπτη το κορμί της. Τα μαλλιά της ολόμαυρα σαν καταρράκτης έπεφταν από το κεφάλι και αφού στεφάνωναν το πρόσωπο σφιχταγκάλιαζαν πρώτα τους ώμους κι ύστερα το πλούσιο στήθος. Συνέχιζαν με χάρη και έφταναν πέρα απ’ την μέση του κορμιού της, στο αρχίνημα των γλουτών. Στο στρογγυλό της πρόσωπο με το ανάλαφρο πηγούνι τα χείλη της πρόβαλαν φιλήδονα, κατακόκκινα σαν  ζουμερά κεράσια. Σε αντίθεση, τα μάτια της μοιάζαν με φλογισμένα σμαράγδια, φωλιασμένα μέσ’ την μελαμψή επιδερμίδα. Σ’ αυτό το πρόσωπο κάθε αυγή ανέτειλε κεχριμπαρένιος o ήλιος της Ανατολής που θάμπωνε όποιον το κοιτούσε. Μα και τα βράδια, ένα ολόγιομο αυγουστιάτικο φεγγάρι θαρρείς και φώτιζε το σμαραγδένια μάτια της που έλαμπαν μαγικά μέσ’ το ημίφως απ’ τα φανάρια των τσαντιριών.
   Όλοι οι άντρες του καταυλισμού την κοιτάγανε με πόθο κρυφό, δεν τον φανερώνανε όμως γιατί τρέμαν τον πατέρα της τον άγριο Καμπέρη, όπως τον ξέραν όλοι τους. Αυτό το παρατσούκλι το είχε “κερδίσει” μετά από ένα διπλό φονικό που είχε κάνει στα νιάτα του. Ατιμώρητος παρέμεινε αφού δεν υπήρξαν αποδείξεις και ο ίδιος το ’πνιξε μέσα του, μ’ όλο που ποτέ του δεν μετάνιωσε για εκείνους τους δυο «Τσουχαραλέδες» (Αστυνομικούς)…

***

   Κάθε χρόνο στην μεγάλη εμποροπανήγυρη του Αιγινίου ανέβαιναν καραβάνια οι τσιγγάνοι με τις πραμάτειες τους. Ο Καμπέρης πήρε και αυτός τα κανάτια, τα χαλιά και τα παιδιά του και ανηφόρισε με το ξεχαρβαλωμένο αγροτικό του για το μεγάλο ταξίδι προς τον Βορρά. Πολύς ο κόσμος, λογής λογής ανθρώπων μαζεύονταν κάθε χρονιά για τις εμπορικές τους συμφωνίες αλλά και για να περάσουν καλά στα γλέντια που στηνόταν εδώ και εκεί.
   Εκείνο το ζεστό σεπτεμβριάτικο βράδυ μόλις μάζεψαν τις πραμάτειες τους οι Ρομά, με γεμάτες τις τσέπες από τις πωλήσεις στο Αιγίνιο, γύρισαν στην μεγάλη αλάνα όπου έμεναν για τις μέρες του πανηγυριού. Κάτω από μια συστάδα γέρικων πλατανιών άναψαν δυο φωτιές και έστρωσαν κόκκινα κιλίμια, έπειτα αράδιασαν πάνω τους διάφορα φαγητά ότι έβρισκαν φρέσκο και ότι περίσσευμα υπήρχε, τίποτα δεν πετιόταν.  Σαν τα ετοίμασαν όλα οι γυναίκες, στρώθηκαν καταγής οι άντρες τους μαζί με ένα τσούρμο μυξιάρικα μωρά, λερωμένα, άπλυτα από τις λάσπες και τα χώματα που κυλιόταν ανέμελα, μόνα τους ολημερίς. Παντού οχλοβοή, συζητήσεις, πειράγματα και γέλια στο φως που έσπερναν δεξιά κι αριστερά οι κιτρινοκόκκινες γλώσσες της φωτιάς, φουντωμένη από τα ξύλινα τελάρα που καίγονταν στα σωθικά της. 
   Δεν είχαν αποφάει ακόμη και φανήκανε τρεις γύφτοι, πλανόδιοι οργανοπαίχτες κατσίβελοι όπως τους φώναζαν εκείνα τα χρόνια. Ξέραν καλά την τσιγγάνικη ψυχή και ότι εδώ θα βρίσκανε σίγουρο μεροκάματο.  Παραφύλαξαν για λίγο και σαν είδαν πως αποσώνουν τα φαγητά τους αρχίνισαν από μακριά να βαρούνε τα νταούλια και τους ζουρνάδες τους και μέχρι να πλησιάσουνε κοντά, ήδη είχαν ξεσηκώσει όλα τα κορίτσια που δεν το είχαν και πολύ. Μεμιάς, σαν κύμα η αλάνα γιόμισε από τις πολύχρωμες φορεσιές των γυναικών μεγάλες και μικρές και στήθηκε χορός.   
   Ξεχώριζε η Σταματίνα μέσα σε όλες τις τσιγγανοπούλες, ψηλή και λυγερόκορμη κουνιόταν πυρετικά, συνεπαρμένη από τον ρυθμό. Μέσα σε αυτό το θηλυκό η ζωή έκαιγε, φλόγιζε τα σωθικά της. Τους ζάλισε όλους εκείνο το βράδυ με την ομορφιά της και τους ξετρέλανε με τον λάγνο χορό της, μαζί και έναν πλούσιο έμπορο Λαρισαίο Ρομ που ήρθε να δει κάποιους συγγενείς του.
    Εκείνος, από όταν την πρωτοείδε δεν σταμάτησε να κοιτάει επίμονα και λαίμαργα το κορμί της που πάλλονταν στον πυρετό των οργάνων.  Ήταν καμιά πενηνταριά χρονών και είχε χηρέψει πρόσφατα. Εκτός από κιλίμια και χαλιά, έψαχνε και νύφη στο Αιγίνιο. Η μακαρίτισσα η γυναίκα του ήταν πολύ όμορφη και σαν είδε την Σταματίνα λιγώθηκε, όπως και στα νιάτα του για την συχωρεμένη. Ήτανε ψηλός και παχύς, με στραβά χοντρόποδα, με μάγουλα φουσκωμένα και κατακόκκινα. Κρεμόταν τα προγούλια του σαν και την καλοθρεμμένη απ’ το φαί και το ποτό, κοιλιά του. Οι μουστάκες του κιτρινισμένες απ’ την λίγδα και τον καπνό των σέρτικων κρύβανε τα χοντρά, βλάσφημα χείλη του που θέλανε να φιλήσουν αυτό το αμόλυντο λουλούδι. Η Σταματίνα τον σιχάθηκε έτσι αχόρταγα που την κοιτούσε με τα ξεπλυμένα μάτια του. Στον γερό Καμπέρη, που αμέσως έμαθε ποιος ήταν, άρεσε που κοιτούσε την κόρη του, μόνο για νύφη όμως. Του είπαν του Καμπέρη πως ήταν χήρος και είχε πολλά λεφτά ο λεγάμενος και ήταν γλεντζές και κουβαρντάς.
    Όταν μετά από λίγες μέρες ο Λαρισαίος κατέβηκε στον Πύργο και την ζήτησε γυναίκα του, ο τσιγγάνος το βρήκε μεγάλη τύχη για την Σταματίνα και τιμή για την οικογένεια του. Δεν κρατιόταν απ’ την χαρά του ο Καμπέρης, κάλεσε όλο τον καταυλισμό και κάποιους από άλλους στην περιοχή που ήταν και συγγενείς. Ήθελε να το μάθουν οι πάντες, να γλεντήσουν για την χαρά του. Η Σταματίνα όμως είχε άλλα όνειρα, δεν άντεχε να γίνει γυναίκα αυτού του χοντράνθρωπου. Το έσκασε το παρ’ άλλο βράδυ, δεν θα είχε άλλη ευκαιρία. Σε λίγες μέρες θα γινόταν ο γάμος και ύστερα θα την φόρτωνε στο αμάξι του ο Λαρισαίος σαν γουρούνα από το παζάρι και θα την έπαιρνε μακριά απ’ τον Πύργο. Με το πολύχρωμο ταγάρι της μητέρας της στον ώμο, κρυφά, αξημέρωτα, άφησε πίσω της τα τσαντίρια και κίνησε μαζί με τα όνειρα της για τον Βορρά, για την όμορφη Σελανίκο Θεσσαλονίκη.  Ήθελε να φύγει μακριά, να χάσουν τα ίχνη της, να γλυτώσει από τον χοντρό, τον λιγδιάρη, που θα της έκλεβε τα νιάτα, την ζωή της …

***

   Στην πλατεία Αριστοτέλους, στην παραλία, με ήλιο ή υπό το φως των πολυκαιρισμένων φωτιστικών πάντα κοντά στην θάλασσα που την γοήτευε, έκοβε άσκοπα βόλτες για λίγες ημέρες. Κοιμόταν αργά το βράδυ όπου έβρισκε καμιά γωνιά, κάτω από τις σκοτεινές καμάρες της πλατείας με το ταγάρι για μαξιλάρι της. Χειμώνιαζε όμως σιγά – σιγά, το κρύο και εκείνη η αναθεματισμένη υγρασία την τρυπάγανε μέχρι το μεδούλι. Τα λιγοστά λεφτά της που είχε για το φαγητό της είχαν σωθεί σχεδόν, αγωνία την είχε κυριεύσει. Μια χειμωνιάτικη μέρα που φύσαγε τρελός Βαρδάρης τριγυρνούσε ξυλιασμένη, με το ταγάρι της στον ώμο, κοντά στην Εγνατία. Εκεί γνώρισε την Νίτσα.
   Αυτή, την είδε που περπάταγε παγωμένη, μόνη, και απελπισμένη. Κατάλαβε πολλά με μια ματιά, ήταν συνηθισμένη άλλωστε. Της πρότεινε να κάτσουν εκεί κοντά, σε ένα ζαχαροπλαστείο, να την κεράσει ένα γλυκό και να πιούν έναν ζεστό καφέ. Η Σταματίνα δέχθηκε με χαρά την καλοσύνη αυτής της άγνωστης κοπέλας.  Ήταν όμορφη η Νίτσα, καλοντυμένη με ωραίους τρόπους και προπάντων έμπειρη στο ξελόγιασμα των κοριτσιών. Δούλευε για μια μια τσατσά στο Βαρδάρη και τον διαβόητο Χατζό, τον πιο σκληρό νταβατζή της Θεσσαλονίκης. Την θάμπωσε η Νίτσα με το παρουσιαστικό της, τα καμώματα και τις υποσχέσεις της για μια όμορφη ζωή σαν και την δική της. Κάπως έτσι λίγο με τον θαυμασμό, λίγο με το ξελόγιασμα, λίγο με την ανάγκη και ύστερα με τον φόβο, και την απελπισία, εγκαταστάθηκε στο πρώτο της “σπίτι”.  
    Η τσιγγανοπούλα από τον Πύργο γνώρισε μεγάλες δόξες την δεκαετία του ΄80 σε διάφορα “σπίτια” του Βαρδαρίου που ανήκαν στον Χατζό. Τον Καμπέρη δεν τον ξαναείδε ποτέ της, ίσως και να πέθανε πια συλλογιζόταν. Μέρες μέρες έπαιρνε στα πόδια της το πολύχρωμο ταγάρι και σκεφτόταν ότι ίσως να ήταν καλύτερα να μην έφευγε, να έπαιρνε εκείνον τον Λαρισαίο έμπορο, όσο και να τον σιχαινόταν.  Αλλιώς τα υπολόγιζε, αλλιώς ήρθαν. Τώρα πια δεν μπορούσε να αλλάξει την ζωή της, τι θα έκανε άλλο, ούτε μια λέξη δεν ήξερε να διαβάζει. Άγνωστη μεταξύ αγνώστων με μια ψεύτικη ταυτότητα που της έβγαλε ο Χατζό(πουλος) για τα “χαρτιά” της…
    Με τα χρόνια έκανε σταθερή πελατεία. Απαρτίζονταν από ευυπόληπτους άνδρες της πόλης, πλούσιοι, «πετυχημένοι» της κοινωνίας που έψαχναν να χορτάσουν πρόσκαιρα τα πάθη τους με την πανέμορφη τσιγγάνα. Άφηναν έξω από την πόρτα της τον καθωσπρεπισμό τους και γδύνονταν δίχως τύψεις για να απολαύσουν την πληρωμένη ηδονή στο σπίτι με το κόκκινο φανάρι.  Έπειτα ντύνονταν ξανά με τα ευπρεπή κουστούμια τους για να γυρίσουν στις κυρίες και στα όμορφα σπιτικά τους.
   Τέλη της δεκαετίας του ΄90 η Σταματίνα “ξύπνησε”. Πια είχε ισχυρούς φίλους και μπορούσε να αυτονομηθεί πάντα μέσα στα όρια που της άφηναν οι άνθρωποι της νύχτας. Αφού λοιπόν πήρε την “άδεια” τους, άνοιξε το δικό της “σπίτι”. Ήταν ένα παλιό διώροφο, παρατημένο από καιρό σε ένα στενό πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό. Θα το αγόραζε εύκολα για μερικές χιλιάδες δραχμές, μα έδωσε πολλά παραπάνω. Το πούλαγε ένας γέρος που τα είχε ανάγκη τα χρήματα ήταν χρόνια άρρωστος και πια δεν μπορούσε να τον φροντίζει η γριά του. Μαζί αγόρασε κι ένα μικρό σπιτάκι στην Αλεξάνδρεια που είχε η γριά, προίκα της. Δεν είχε καμιά αξία για την ίδια, ποτέ δεν θα πήγαινε μα το έκανε έτσι για να τους δώσει περισσότερα. Μάλιστα  ενώ το αγόρασε, τους το παραχώρησε να ζούνε δωρεάν μέχρι τον θάνατο τους όπως είχε κανονίσει ο συμβολαιογράφος. Τα γεροντάκια είχαν μια ανιψιά στην Αλεξάνδρεια και αν και δεν μπορούσε η ίδια να τους φροντίζει, θα είχε τουλάχιστον στην προσοχή της -  και μαζί όλα τα πρακτικά θέματα - τα γεροντάκια. Έτσι έγινε και το χαίρονταν μέσα της καθώς έλεγε,  “Η Σταματίνα η πόρνη, μέσα στην σαπίλα, κράτησε την συμπόνια στην καρδιά της που είναι δώρο της μάνας της”. Και η γριά σκεφτόταν πως θα μπορούσε να είναι η δική της μάνα και έτσι κατάφερε και της έδωσε ένα ποτήρι νερό στον άλλο κόσμο...
   Το σουλούπωσε όμορφα από μέσα το παλιό διώροφο, του πέρασε και δυο χέρια χρώμα μέσα - έξω και φάνηκε παστρικό. Κρέμασε και το ταγάρι της στον τοίχο, αφού πια είχε ένα δικό της “λιμάνι”. Σπίτωσε δυο κορίτσια που είχαν γίνει φίλες μέσα από την δουλειά και άναψαν το κόκκινο φανάρι μια Πέμπτη βράδυ, Ιούνης ήταν.

***
     Πέρασαν σχεδόν είκοσι χρόνια εκεί στο διώροφο, πίσω από τον σταθμό των τρένων. Είκοσι χρόνια ανάμεσα στους θορύβους των μηχανών που αγκομαχούσαν να κερδίσουν ταχύτητα, να σηκώσουν στις σιδερένιες ρόδες το ανθρώπινο φορτίο με τις θλίψεις και τις χαρές του για το ταξίδι που ξεκινούσε από τούτο τον σταθμό της Θεσσαλονίκης. Μακρόσυρτα σφυρίγματα, αποχωρισμοί και ανταμώσεις μια ανάσα από το “σπίτι” της. Ποτέ δεν ανέβηκε σε ένα τρένο και ας τα άκουγε κάθε μέρα τόσες φορές που έμπαιναν και έβγαιναν από τον σταθμό. Που να πάει, κανέναν δεν είχε. Γνώρισε μόνο τον πληρωμένο έρωτα στην ζωή της και ας έφυγε από τον καταυλισμό για να μην θαφτεί πλάι σε έναν χοντροκομμένο, λιγδιάρη που θα την αγόραζε απ’ τον Καμπέρη. Δεν γνώρισε ποτέ της τον πραγματικό έρωτα μα δεν πουλήθηκε στα αρπακτικά της πόλης γιατί το ’θελε, έγινε μόνο απ’ τον φόβο, την ανάγκη, την συνήθεια που την φυλάκισε τόσα χρόνια στα μπουρδέλα, στην λήθη, σε μια ζωή που της την έκλεψαν για χάρη της ομορφιάς της…  
    Χρόνια ήταν που είχε ξεχάσει ολοκληρωτικά το σπιτάκι στην Αλεξάνδρεια. Της το θύμισε όμως η κρίση, αυτή η οικονομική λαίλαπα που σάρωσε την χώρα και συνεπακόλουθα την ίδια και τους πελάτες της. Οι φόροι είχαν πλημμυρίσει κάθε νοικοκυριό στην Ελλάδα. Έτσι και αυτή έπρεπε να πληρώσει τον νέο φόρο για τα σπίτια της. Μέσα από την φορολογική δήλωση θυμήθηκε ξανά την ύπαρξη του. Πέρασαν δυο χρόνια και ο λογιστής της, της πρότεινε “Πούλα το, τι το κρατάς;” Δεν ήξερε το πώς και το γιατί αλλά αυτό δεν θα το έκανε για τίποτα στον κόσμο. Η αλήθεια ήταν πως είχε ξεχάσει την γριούλα και τον γέρο της όμως μετά από τον φόρο ακινήτων μαζί με το σπίτι θυμήθηκε και αυτούς.

    Ιούλης μήνας,  έβραζε ο δρόμος, η άσφαλτος έλιωνε κι άχνιζε σαν ζεματιστή σούπα. Αργά μεσημέρι ήταν όταν χτύπησε η πόρτα. Η Σταματίνα νόμισε ότι ήταν κανείς φουριόζος πελάτης. Όμως όχι, ένας αστυνομικός, μαζί με ένα δημοτικό υπάλληλο ζητάγανε την ιδιοκτήτρια του σπιτιού. Της επέδωσαν ένα χαρτί, αν και με τα λιγοστά μαθήματα που της έκανε μια κοπέλα, φίλη της απ’ την δουλειά  - και λίγο από μόνη της - κάτι ήξερε να διαβάζει, έτσι για να μην την γελάνε οι επιτήδειοι, το αρνήθηκε πως γνώριζε ανάγνωση και πως δεν ξεχωρίζει ούτε το Α απ’ το Β.  Τότε αναγκάστηκε ο υπάλληλος να της εξηγήσει ότι με απόφαση του Δημάρχου Θεσσαλονίκης έπρεπε να μετακομίσουν σύντομα. Όλοι οι οίκοι ανοχής με την νέα απόφαση του δημοτικού συμβουλίου έπρεπε να κλείσουν και να μεταφερθούν σε ένα άλλο σημείο, όλοι μαζί σε έναν δρόμο, όπως στην Ευρώπη, «καθαρά και τακτοποιημένα σαν τον προοδευμένο κόσμο» όπως της τόνισε ο δημοτικός υπάλληλος. Σαν έφυγαν η Σταματίνα σωριάστηκε στην κόκκινη πολυθρόνα απέναντι από τον καναπέ που καθόταν οι πελάτες περιμένοντας να δουν τα κορίτσια, να μείνουν ή να φύγουν για το επόμενο “σπίτι”. Ο δρόμος που θα μαζευόταν όλα τα “σπίτια” θα λεγόταν λέει Νικηφόρου Ουρανού. Ουρανός χωρίς αστέρια της έκανε, που αντί για αστέρια είχε έναν πηχτό βούρκο που κάθε τόσο έσταζε στα κεφάλια των ανθρώπων που ζούσαν στην σκέπη του. Αυτός ο δρόμος με όλα τα κορίτσια μαζεμένα, της Σταματίνας της θύμισε το Καπάνι, με τις πραμάτειες των μαγαζιών απλωμένες στους πάγκους, δίπλα δίπλα. Έτσι το φαντάστηκε, εκεί όμως θα ήταν “απλωμένα” στην σειρά τα κορμιά των γυναικών και οι τσατσάδες στην θέση των εμπόρων θα διαλαλούσαν την πραμάτεια τους, να διαλέξει άνετα ο πελάτης ότι επιθυμούσε…
   “Πως θα φύγουμε από εδώ, χρειάζονται ένα σωρό χρήματα, και μετά, τι; Δεν γίνεται…” μονολογούσε η Σταματίνα. “Να φύγω από εδώ και να πάω που; Πέρασαν τα χρόνια μου θέλω να ησυχάσω πια“ Δεν ήταν ούτε τα χρήματα, ούτε κάτι τέτοιο που την απασχολούσε. Μεγάλωσε και από καιρό μέσα της κάτι είχε ξυπνήσει, κάτι που δεν μπορούσε να προσδιορίσει όμως ένοιωθε καθαρά την ανάγκη να φύγει και τώρα αυτή η ευκαιρία της δίνονταν. Κάποιες φορές τα βράδια δεν την άφηνε να κοιμηθεί ή άλλες πάλι αυτό το κάτι δημιουργούσε μέσα της ένα αβάσταχτο κενό…
    Το συζήτησε και με τα άλλα κορίτσια, να δουν τι θα κάνουν και εκείνες και από εκεί και πέρα το πήρε απόφαση. Θα έφευγε από τον Βαρδάρη μα δεν θα πήγαινε στο Καπάνι του αγοραίου έρωτα. Αυτό το κεφάλαιο έκλεινε για αυτήν. Εκείνο το σπιτάκι στην Αλεξάνδρεια της είχε κολλήσει στην σκέψη. Και τα τρένα, αυτά τα τρένα που κάθε μέρα σφύριζαν περνώντας από μπροστά της, αυτήν την φορά θα ανέβαινε σε ένα από αυτά.
   Μια Κυριακή πρωί, μήνες μετά, αρχές της Άνοιξης με το μάλλινο, χρωματιστό ταγάρι της στον ώμο ανέβηκε στο τρένο. Δίχως σχέδιο, ντύθηκε και στολίστηκε για να φύγει προς την Αλεξάνδρεια. Παρά τα χρόνια που πέρασαν ήταν ακόμη εντυπωσιακή η ομορφιά της, και ας είχε πάντα εκείνο το βαρύ, καθόλου διακριτικό ντύσιμο με τα πολλά και μεγάλα κοσμήματα, το βαρύ μακιγιάζ και το έντονο κόκκινο χρώμα που έβαφε τα χείλη και τα νύχια της. Μαζί με τα άλλα απαραίτητα για το ταξίδι της, πήρε και κάτι που χρόνια πίσω της είχε αφήσει η γριά. Ήταν ένα βιβλίο πολυκαιρισμένο, φθαρμένο στις άκρες. Ήταν ένα μαύρο βιβλίο με έναν σταυρό ξεθωριασμένο απέξω. Τότε δεν μπορούσε να το διαβάσει όμως ακόμα και τώρα θυμόταν τα λόγια της όταν της το έδινε. “Κράτα το ευαγγέλιο, να σε φυλάει ο Θεός κόρη μου για το καλό που μας έκανες”
   Είχε αποφασίσει πως έπρεπε να φύγει, να ζήσει ίσως στην Αλεξάνδρεια σε αυτό το σπίτι, ίσως, ίσως και να την οδηγούσε ο δρόμος της ζωής κάπου αλλού. Όταν το τρένο για Αθήνα αναχώρησε σφυρίζοντας και αγκομαχώντας, ήταν πια επιβάτης. Από το παράθυρο μπορούσε να δει να χάνεται το “σπίτι” που τόσα χρόνια έζησε και πούλησε το σώμα της. Και αν όλα αυτά τα χρόνια είχε μαζέψει αρκετά χρήματα στην τράπεζα για το αύριο της, για ένα πράγμα ήταν υπερήφανη. Η λεύθερη ψυχή της ήταν ότι πιο ακριβό είχε.
   Το ταξίδι με το intercity ήταν σύντομο, με το που είδε να χάνεται πίσω της η πόλη και να εμφανίζεται ο κάμπος πέρασαν από το Άδενδρο - Λουδία - Πλατύ - Λιανοβέργι και έφθασαν στην Αλεξάνδρεια. Μικρό μέρος, όλοι γνωρίζονταν. Με το που πάτησε το πόδι της στον σταθμό όλοι την κοίταγαν απ’ την κορφή μέχρι τα νύχια και σχολίαζαν ψιθυριστά την εμφάνιση της. Κάποιοι προσφέρθηκαν να την βοηθήσουν με τις λιγοστές αποσκευές που είχε φέρει μαζί της προσωρινά. Βρήκε ένα ξενοδοχείο πολύ κοντά στο κέντρο της πόλης και κράτησε ένα δωμάτιο στον τελευταίο όροφο για έναν ολόκληρο μήνα. Ο ξενοδόχος χάρηκε για το καπάρο που πήρε, όμως την κοίταξε αρκετά καχύποπτα καλά τα χρήματα όμως δεν ήθελε μπελάδες με την αστυνομία.
   Το παλιό σπίτι βρισκόταν πάνω σε έναν αγροτικό δρόμο που συνέδεε την Αλεξάνδρεια με τα Γιαννιτσά, λίγο πιο πάνω από την παλιά εθνική οδό Θεσσαλονίκης - Αθηνών και αρκετά κοντά στο ξενοδοχείο. Όταν εκείνη ρώτησε που βρίσκεται η διεύθυνση του σπιτιού ο ξενοδόχος προσφέρθηκε να την συνοδεύσει ο ίδιος, όχι γιατί ήθελε να εξυπηρετήσει την περίεργη νεοφερμένη, αλλά μόνο και μόνο για την δική του αδιακρισία που έφτανε στα άκρα.
    Στον δρόμο όλοι την κοιτούσαν, το άγνωστο πρόσωπο της και η έντονη εμφάνιση, το κραυγαλέο μακιγιάζ, έκανε κάποιους να την κοιτούν και να μουρμουρίζουν διάφορα. Ευτυχώς λίγο πιο κάτω βρήκαν και έναν κλειδαρά για να ανοίξει την πόρτα του παρατημένου σπιτιού. Δεν άργησαν να φτάσουν, ήταν ένα ευρύχωρο πορτοκαλί σπίτι με κήπο. Ο κλειδαράς άνοιξε εύκολα και άρχισε να περνάει την νέα κλειδωνιά. Το σπίτι είχε δική του τουαλέτα, δυο κάμαρες, ξέχωρα έναν χώρο με τζάκι για καθιστικό και μια μεγάλη κουζίνα. Ήταν αδειανό από οτιδήποτε, μόνο δυο πλαστικές καρεκλίτσες της θύμισαν στο τσαντίρι, την καρέκλα του Καμπέρη, και ένα σκοροφαγωμένο τραπέζι είχε απομείνει. Φαίνεται πως η ανιψιά των γερόντων είχε πάρει ότι υπήρχε στο σπίτι. Οι γέροι είχαν φύγει απ’ την ζωή πριν αρκετά χρόνια πρώτα ο γέρος και μετά η γριά του και το σπίτι χρειαζόταν αρκετές επισκευές, ευτυχώς όμως όχι μεγάλες. Όταν τoν ρώτησε αν γνώριζε τους δυο ηλικιωμένους, ο ξενοδόχος απάντησε πως δεν τους γνώριζε, όμως της είπε χαρακτηριστικά «Να εδώ μια ανάσα παραπάνω είναι το νεκροταφείο, αν πέθαναν εδώ όπως λες σίγουρα εκεί θα αναπαύονται». «Θέλω να δω τους τάφους τους» σκέφτηκε η Σταματίνα. Ο κλειδαράς τελείωνε όμως ο ξενοδόχος δεν έλεγε να το κουνήσει, την κοιτούσε από πάνω ως κάτω και έκανε όλο ερωτήσεις, πως και γιατί. Η Σταματίνα υποκρίνονταν πως δεν ακούει μα στο τέλος του είπε, “Ευχαριστώ”. Στο έντονο της βλέμμα έλαβε το μήνυμα και γύρισε πίσω στην ρεσεψιόν του μαζί με τον κλειδαρά που της έδωσε τα καινούργια της κλειδιά.
  Η Σταματίνα σαν ξεφορτώθηκε τον αδιάκριτο ξενοδόχο βγήκε έξω. Το σπίτι είχε ένα μεγάλο κήπο περιφραγμένο με συρματόπλεγμα. Ήταν γεμάτος με αγριολούλουδα και δέντρα παρατημένα που άρχιζαν να γεμίζουν με πολύχρωμους ανθούς. Παντού σωροί από σπασμένα κλαδιά, και αγριόχορτα. Όλα ήταν παρατημένα, χρειαζόταν αρκετή δουλειά για να φανεί και πάλι ένα όμορφο περιβόλι. Η ίδια, το μόνο που ήξερε και γνώριζε να φροντίζει ήταν τα λιγοστά λουλούδια που είχε στις γλάστρες του μικρού μπαλκονιού της στην Θεσσαλονίκη.
  Το νεκροταφείο ήταν όντως μια ανάσα μακριά, ήδη έβλεπε τα ψηλά κυπαρίσσια που στεκόταν ανάμεσα στα μνήματα και γύρω - γύρω στην περίφραξη του. Αποφάσισε να περπατήσει μέχρι εκεί, μήπως βρει τους τάφους των γερόντων να τους ανάψει ένα κερί. Βγαίνοντας απ’ την περίφραξη του κήπου, στην απέναντι πλευρά του δρόμου παρατήρησε μια καντίνα. Παρέες αντρών έτρωγαν, γέλαγαν ή μάλωναν για τα ποδοσφαιρικά. Εκείνη την ώρα ψήνονταν σε μια τεράστια σχάρα, μπριζολάκια, σουβλάκια, λουκάνικα που τσιτσίριζαν με θόρυβο, σηκώνοντας ντουμάνια τσίκνας. Μια μεγάλη παρέα ξέχωρα από τους υπόλοιπους πελάτες έτρωγε και έπινε σε δυο τραπέζια. Ο Δουναβάς ο μεγαλογαιοκτήμονας με τα απέραντα θερμοκήπια, εκείνη την ώρα βρέθηκε τυχαία στην καντίνα με φίλους. Η Σταματίνα τον κοίταξε στην αρχή αδιάφορα μα στην συνέχεια επίμονα. Κοίταζε αυτόν τον εύσωμο άντρα με την τεράστια καράφλα που καθόταν ακριβώς στο κέντρο της παρέας.  Παρότι ο χρόνος και οι καταχρήσεις του είχαν φερθεί σκληρά, τον αναγνώρισε. Ήταν σίγουρη, τον γνώριζε από τα “σπίτια” του Βαρδαρίου πιο νέος τότε, τακτικός πελάτης. Γεροντοπαλίκαρο έμεινε και γλεντούσε την ζωή του ακόμη με τα χρήματα του, αυτό γνώριζαν όλοι για εκείνον. Μεγαλοεισοδηματίας, ανάγκη δεν είχε νοίκαζε χωράφια σε μικρούς αγρότες και παράλληλα εκμεταλλεύονταν και ο ίδιος πολλές εκατοντάδες στρέμματα γης, για καλλιέργεια  αγροτικών προϊόντων σε θερμοκήπια. Εκτός από αυτά όμως είχε και το πάθος του για τις γυναίκες, για αυτό τον έβλεπαν στην πόλη να έχει επαφές με ανθρώπους της νύχτας. Γνωρίζονταν απ’ τα “μπουρδέλα” της περιοχής, όπως τα πρόφερε με την χαρακτηριστική προφορά του.
  Ένα μηχανάκι εμφανίστηκε με ταχύτητα από το βάθος του δρόμου και σταμάτησε εμπρός στην καντίνα. Ο αναβάτης κατέβηκε και κάθισε δίπλα στον Δουναβά, εκείνος τον χαιρέτησε θερμά και του έβαλε μπύρα να ξεδιψάσει. Η Σταματίνα παρακολουθούσε από απόσταση, η σημερινή μέρα ήταν απίστευτη. Ο άντρας που είχε έρθει με την μηχανή ήταν και αυτός ένα γνωστό της πρόσωπο. Τον φώναζαν Ολλανδό, κάποτε ήταν πρωτοπαλίκαρο του Χατζό. Ένα ξημέρωμα Δεκέμβρη μήνα, τον βρήκαν μαχαιρωμένο εμπρός σε έναν κάδο σκουπιδιών. Τρεις μήνες νοσηλεύτηκε, γλύτωσε, η Σταματίνα δεν τον είδε ξανά. Στην πιάτσα είπαν πως έκλεβε τον Χατζόπουλο αλλά τίποτα παραπάνω. 
   “Διψώ”, ο κουρελής, ψηλόλιγνος γέροντας κόντεψε να πέσει πάνω της, “διψώ” της ξαναείπε παρακλητικά. Η Σταματίνα τον κοίταξε με συμπόνια, τα ρούχα του ήταν λερά και κατασκισμένα. Φορούσε ένα νάιλον μπουφάν με μια τεράστια διαγώνια χαραγματιά που άφηνε τον λιγοστό υαλοβάμβακα που είχε απομείνει να κρέμεται μετέωρος. Τα παπούτσια του εντελώς ξεκολλημένα δεμένα πρόχειρα με σπάγκους, έχασκαν σε κάθε κίνηση αποκαλύπτοντας τα γυμνά του πόδια. Κάθε βήμα του και ένας μικρός άθλος και όμως μέσα στα χιόνια ή στον καυτό ήλιο αυτός περπατούσε αξημέρωτα για να φτάσει στην εκκλησία. Αφού παρακολουθούσε ανελλιπώς, ολόκληρη την λειτουργία, έπειτα γυρνούσε στους δρόμους της Αλεξάνδρειας. Κάποιοι τον κοιτούσαν σαν κάτι αξιοπερίεργο, άλλοι με αηδία, άλλοι αδιάφορα και λιγοστοί με οίκτο. Είχε κυκλοφορήσει η φήμη ότι στα νιάτα του ήταν καθηγητής, χημικός. Έμενε στην Θεσσαλονίκη, όταν τρελάθηκεγια άγνωστο λόγο, έφυγε και άρχισε να γυρνάει στην Ελλάδα. Ο εφημέριος της εκκλησίας, ο παπά Πέτρος, το πρώτο διάστημα έβλεπε με πόσο ευλάβεια ερχόταν στην εκκλησία. Ήταν εκεί κάθε μέρα ούτε οι παπάδες, σκεφτόταν δεν έδειχναν τόση συνέπεια στην λατρεία τους. Κάποτε ο παπά Πέτρος που ήταν νέος άντρας και τον συμπαθούσαν όλοι, προσπάθησε να του μιλήσει. Τον πήρε με γλυκό τρόπο, με εκείνο το καλοσυνάτο του χαμόγελο τον κοίταξε στα μάτια, με αληθινό ενδιαφέρον. Σκόπευε να μάθει ποιός ήταν, να τον ρωτήσει αν χρειάζεται βοήθεια. Στις ερωτήσεις του άκουσε μόνο ένα “Ευχαριστώ”.  Το περίεργο για όλους ήταν πως δεν ζητιάνευε. Απεναντίας ο παπά Πέτρος τον είχε δει αρκετές φορές να ρίχνει χρήματα στο παγκάρι, έτσι και αυτός πίστεψε πως ίσως όντως στο παρελθόν να ήταν καθηγητής και να είχε μια σύνταξη. Όσο για το μυαλό του, αυτός είχε άλλη αίσθηση για τον αυτόν τον “τρελό”… 
   “Διψώ παιδί μου” Η Σταματίνα ήθελε να αποφύγει την καντίνα όμως δεν μπορούσε να αφήσει άλλο να την παρακαλάει αυτός ο ταλαιπωρημένος άνθρωπος. Δίχως άλλη σκέψη διέσχισε τον δρόμο για να του αγοράσει νερό. Η εντυπωσιακή μα και τόσο διαφορετική σε εκείνα τα μέρη παρουσία της δεν θα μπορούσε να περάσει απαρατήρητη και έγινε αμέσως αντιληπτή από τις αντροπαρέες. Ο Δουναβάς την κοίταξε από πάνω ως κάτω, η αλήθεια είναι ότι δεν την αναγνώρισε όμως κάτι του θύμισε πολύ έντονα και σίγουρα του κίνησε το ενδιαφέρον. Ο Ολλανδός όμως δαγκώθηκε.
    Ένας κοντρόχοντρος τύπος, γύρω στα πενήντα, άφησε κάτω το κομμάτι κρέας που κρατούσε και φωνάζοντας ένα μακρύ <<Οοοοοοοο>> της σφύριξε, βάζοντας τα λαδωμένα δάκτυλα στο στόμα του. Οι υπόλοιποι της παρέας του γέλασαν με την εξυπνάδα του φίλου τους. Η Σταματίνα έκανε πως δεν καταλαβαίνει, πέρασε ανάμεσα τους και ζήτησε δυο μπουκαλάκια νερό απ’ την κυρία που δούλευε στην καντίνα. Ο Ολλανδός κοίταξε άγρια τον κοντόχοντρο άντρα και έκανε να σηκωθεί να τον πιάσει απ’ τον λαιμό. Ο Δουναβάς όμως τον έπιασε απ’ το χέρι, ύστερα γύρισε και κοίταξε αυτόν που σφύριξε αυστηρά. Όλοι σώπασαν μια και οι περισσότεροι είχαν ανάγκη τον πλούσιο άντρα για διάφορους λόγους. Το επεισόδιο είχε λήξει. Η Σταματίνα πλήρωσε και γύρισε πίσω στον γέροντα για να του δώσει το νερό. Είχε ανοίξει όμως η γη και τον κατάπιε, αν και ο δρόμος ήταν μακρύς δεν φαινόταν πουθενά. Πίσω από το νέο σπίτι της όμως περνούσε ένα δρομάκι, φαίνεται πως θα είχε φύγει προς τα εκεί σκέφτηκε…
   Οι μέρες περνούσαν και η Σταματίνα άρχισε να συμμαζεύει το σπίτι, εντελώς μόνη της. Δεν ήθελε να μπλέκονται αδιάκριτα βλέμματα. Φτάνει το σούσουρο που σήκωνε από όπου περνούσε και τα μισόλογα που άκουγε για την εμφάνιση της. Οι μικρές κοινωνίες είναι δύσκολες, το καταλάβαινε. Ακόμη και στην Θεσσαλονίκη συνέβαιναν τα ίδια. Θα την συνήθιζαν όμως αργά ή γρήγορα και αυτή θα ρίζωνε εδώ. Το πολύχρωμο ταγάρι της ήταν το πρώτο πράγμα που κρέμασε στον φρεσκοβαμμένο τοίχο. Στο νεκροταφείο δεν είχε πάει, όλο το σκεφτόταν μα με τις δουλειές όλο το ανέβαλε. Εξάλλου είχαν περάσει τόσα χρόνια και ίσως πια δεν υπήρχαν οι τάφοι των γερόντων μα και να υπήρχαν, μέσα σε μια νεκρόπολη  -  “ Το πανεπιστήμιο της σιωπής” όπως το ονόμαζε κάποιος παλιός πελάτης της - θα ήταν δύσκολο να βρει που τους είχαν ενταφιάσει.
    Εκείνο το μεσημέρι κατά τις 13.30 μόλις είχε γυρίσει από την αγορά. Εδώ τα μαγαζιά έκλειναν πολύ νωρίς, οι κάτοικοι ήταν μαθημένοι αλλιώς, ζούσαν ανθρώπινα. Αυτή η κατάσταση άρεσε στην Σταματίνα απλά έπρεπε να προσαρμοστεί και σ’ αυτό. Η ζωή της έστω και μέσα από αυτό το δύσκολο κλίμα, άρχισε να αποκτά νόημα. Γυρίζοντας στο σπίτι την περίμενε μια μεγάλη έκπληξη, βρήκε τον άνθρωπο με τα κουρελιασμένα ρούχα καθιστό στα σκαλιά της. “Πεινώ” της είπε αυτήν την φορά, “Πεινώ πολύ”. Τον έπιασε απ΄την μασχάλη για να τον βοηθήσει να σηκωθεί, να τον οδηγήσει μέσα στο σπίτι. Το χέρι του ισχνό, αφανισμένο από την στερημένη ζωή. Δεν σιχαινόταν τόσα χρόνια στα πορνεία είχε πλαγιάσει με τόσα κορμιά. Αυτός ο γέροντας θα περίμενε κανείς να μυρίζει, να μυρίζει το σώμα του από την απλυσιά. Απεναντίας όμως η Σταματίνα ένοιωσε λες και τον περιέβαλε μια ευωδία ανεξήγητη, λες και μύριζαν τα γιασεμιά του μικρού μπαλκονιού της, απέναντι από τον σιδηροδρομικό σταθμό. Τον έβαλε μέσα στο σπίτι, τον έβαλε να κάτσει στο καινούργιο της τραπέζι και εκείνη πήγε να του βάλει ζεστό, μαγειρεμένο φαγητό.
«Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή την σην αισθομένη Θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη, μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει…»
  Η Σταματίνα άκουσε, το τροπάριο της Κασσιανής που ψέλλισε χαμηλόφωνα ο γέροντας χωρίς να καταλαβαίνει τα λόγια, το νόημα τους, τις λέξεις, όμως μέσα της ένοιωθε μια ανεξήγητη αγαλλίαση. Ξαφνικά την έπιασε τρόμος, “Παππούλη έρχομαι αμέσως, ξέχασα το πορτοφόλι μου” του φώναξε καθώς έκλεισε πίσω της την πόρτα. Σε δέκα λεπτά είχε επιστρέψει αφού πρώτα έβαλε στην θέση τους κάποια γυμνασιόπαιδα που γιουχάιζαν και χασκογελούσαν διάφορα και της πέταξαν περιπαικτικά σχόλια για το ντύσιμο και το βάψιμο της. Ήξεραν ποια ήταν η Σταματίνα, η “πουτάνα” από την Θεσσαλονίκη. Ακόμα και τα παιδιά στην μικρή τους κοινωνία είχαν μάθει για εκείνη απ’ τα στόματα των μεγάλων.
   “Σου έφερα και παγωμένη πορτοκαλάδα να δροσιστείς” είπε μπαίνοντας στο σπίτι, όμως δεν πήρε απάντηση. Στο σπίτι δεν υπήρχε κανείς εκτός από την ίδια, ο γέροντας είχε φύγει για ακόμη μια φορά. Στο τραπέζι το ευαγγέλιο της γριάς ήταν ανοικτό. Επάνω του βρήκε έναν μικρό ξύλινο σταυρό, το ξύλο του γυάλιζε σαν να ήτανε χρυσός. Ήταν περασμένος σε ένα κομμάτι σχοινί για να κρεμαστεί στον λαιμό. Σηκώνοντας τον σταυρό διάβασε στην σελίδα   «ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ, ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ ΙΔ»
   « Επειτα από δύο ημέρας, ήτο Πασχα και τα άζυμα. Και εζητούσαν οι αρχιερείς και οι γραμματείς, πως με απάτην και χωρίς θόρυβον να τον πιάσουν και να τον θανατώσουν.. Και όταν αυτός ευρίσκετο εις την Βηθανίαν, στο σπίτι Σίμωνος του λεπρού, την ώραν που είχε γείρει και έτρωγε στο τραπέζι ήλθε μια γυναίκα, που εκρατούσε ένα αλαβάστρινον δοχείον γεμάτο μύρον..»

    Κάποιες μέρες αργότερα η πόρτα του σπιτιού της τραντάχτηκε από μακρόσυρτα χτυπήματα, ήταν ο Ολλανδός. Η Σταματίνα του άνοιξε και εκείνος μπήκε στο σπίτι χωρίς να μιλήσει, την κοίταξε με σκληρότητα, με το ύφος του ανθρώπου που δεν δέχεται αντιρρήσεις,
“Νομίζω δεν χρειάζονται χαιρετούρες, γνωριζόμαστε καλά. Δεν ξέρω πως και γιατί έφυγες από την Θεσσαλονίκη, καρφί δεν μου καίγετε. Εδώ όμως κουμάντο κάνω εγώ. Τα κορίτσια θα είναι δικά μου και θέλω τα μισά ” Την κοίταξε άγρια μέσα στα μάτια για να παραδώσει και έτσι το μήνυμα του. Στο τραπέζι της κουζίνας εκεί που πριν λίγες μέρες είχε κάτσει ο ρακένδυτος γέροντας άφησε ένα χαρτί με το νούμερο του κινητού του, έπειτα άνοιξε την πόρτα για να φύγει. Στο πλατύσκαλο γύρισε και την κοίταξε ξανά με εκείνο το απειλητικό βλέμμα που η Σταματίνα γνώριζε καλά. Ύστερα ανέβηκε στην μηχανή του και εξαφανίστηκε. Μέσα στο σπίτι η Σταματίνα κοίταξε το πρόσωπο της στον καθρέπτη.   “Αυτός ο μπάσταρδος κατάλαβε αυτό που ήθελε” μονολόγησε.  Το πρόσωπο της ήταν ήρεμο όμως τα σμαραγδένια μάτια της πετούσαν φλόγες, είχε γίνει και πάλι πόρνη...
  Την άλλη μέρα κάλεσε έναν κηπουρό για να συμμαζέψει το μικρό περιβόλι και έναν μπογιατζή που έβαψε το σπίτι απ’ έξω, ροζ. Ένας ηλεκτρολόγος τράβηξε μια ηλεκτρολογική γραμμή μέχρι έξω για να ανάψει όταν όλα θα ετοιμάζονταν, το κόκκινο φανάρι του πορνείου και την επιγραφή του. Οι γυναίκες από τα κοντινά σπίτια που κατάλαβαν τι ετοίμαζε η Σταματίνα το έκαναν βούκινο. Ένα πορνείο ετοιμαζόταν να ανοίξει ακριβώς δίπλα στο νεκροταφείο, να διαφθείρει την κοινωνία, ύβρις, κατάπτωση, εξευτελισμός, μια ανάσα απ’ τα ιερά και τα όσια των προγόνων τους. Σύντομα μετά από μια  ανώνυμη καταγγελία εμφανίστηκε η αστυνομία μα φάνηκε πως όλα ξεκινούσαν νομότυπα. Ο δήμαρχος απάντησε σε δημότες που διαμαρτυρήθηκαν πως θα δει το θέμα της αδείας αυτού του οίκου ανοχής με μεγάλη αυστηρότητα και ευαισθησία, προσπαθώντας να καθησυχάσει τις ανησυχίες των δημοτών του.
   Τον πήρε τηλέφωνο ένα βραδάκι γύρω στις εννιά και έκλεισαν το ραντεβού. Ξεκίνησε περασμένα μεσάνυχτα από το σπίτι, είχαν ραντεβού μαζί του σε ένα καφέ μέσα στην πόλη. Εκείνη την ώρα ένα ελαφρύ αεράκι φύσαγε από το όρος Πάικο δροσίζοντας την ατμόσφαιρα μετά την καυτή μέρα που ζεμάτισε τον κάμπο. Είχαν κανονίσει να δει τα κορίτσια, να διάλεγε πια θα έφερναν τους πελάτες και το χρήμα. Του Ολλανδού δεν του έπεφτε λόγος σε αυτό, ας έπαιρνε όποιες ήθελε, χρήμα να φέρνανε μόνο και σίγουρα εκείνη ήξερε καλά τι ζητάγανε οι πελάτες.
    Την κέρασε ένα ποτό σε ένα μπαρ στο κέντρο της πόλης. Εκείνη το ήπιε μόνο από υποχρέωση, τον σιχαινόταν. Στο βάθος του μαγαζιού έπινε το ουίσκι του ο Δουναβάς. Η Σταματίνα του έριξε μια κλεφτή ματιά, ευτυχώς τα βλέμματα τους δεν συναντήθηκαν. Σηκώθηκαν σύντομα και μπήκαν στο αμάξι του Ολλανδού. Σε λίγο είχαν αφήσει πίσω τους την Αλεξάνδρεια και διέσχιζαν μια σκοτεινή έκταση. Περνούσαν από δρόμους αγροτικούς με συστάδες από χαμηλά δέντρα. Σκοτάδι, που και που μόνο κάποια λάμπα έφεγγε μόνο στις διασταυρώσεις αυτού του αγροτικού δικτύου. Έστριψαν σε ένα χωματόδρομο, διέκρινε μια ταμπέλα στο βάθος του δρόμου. Ίσα που ξεχώριζε τι έγραφε, πρόλαβε όμως να την διαβάσει, «Κοτόπουλα Ξάνθος» Το αμάξι τρανταζόταν στον γεμάτο λακούβες χωματόδρομο, σε λίγο σταμάτησαν μπροστά σε μια διώροφη αγροτική κατοικία. “Κατέβα” της φώναξε σαν προσταγή…
   Από εκείνο το βράδυ της συνάντησης με τον Ολλανδό πέρασαν αρκετές ημέρες. Προχωρημένες επτά το απόγευμα ήταν, καθώς συμμάζευε τον κήπο της άκουσε, έντονους θορύβους, μαρσαρίσματα, φωνές και γιουχαΐσματα. Από περιέργεια διέσχισε τον κήπο και βγήκε στο πίσω μέρος του σπιτιού. Μέσα από το δρομάκι που οδηγούσε στα γειτονικά σπίτια, είδε πάλι εκείνον τον ταλαιπωρημένο άνθρωπο. Μια παρέα από νεαρούς καβάλα στα μηχανάκια τους τον είχαν περικυκλώσει και γελούσαν μαζί του. Εκείνος σαν να μην αντιλαμβανόταν τι γίνεται δίπλα του περπατούσε ατάραχος, γαλήνιος. Καθώς τα μηχανάκια στριφογυρνούσαν γύρω του εκείνος περπατούσε αργά, ένα βήμα την φορά με εκείνα τα καταξεσκισμένα παπούτσια που τα συγκρατούσαν σπάγκοι. Τα αγόρια χασκογελούσαν με τον γέροντα και του φώναζαν βρισιές και προσβλητικά σχόλια  “Πλύσου ρε φρικιό” “Πως περπατάει ρε αυτός ο τρελός;” “Ψόφα κωλόγερεεεε”
   Η Σταματίνα έγινε κόκκινη απ’ τον θυμό της και έτρεξε να βγει από το περιβόλι της, να φτάσει τον γέροντα. Εκείνος συνέχισε να περπατάει γαλήνιος μα τόσο κοντά στην πτώση, έτοιμος να καταρρεύσει. Σχεδόν ρυθμικά κάθε πόδι του έκανε ένα μικρό τόξο, βήμα, βήμα ξεσκάλωνε με κόπο από την βαρύτητα. Σήκωνε ελάχιστα τα παπούτσια που έχασκαν πάνω απ’ την άσφαλτο σαν ξεχαρβαλωμένα στόματα καθώς ανοιγόκλειναν στην κίνηση των ποδιών του.  Ανάμεσα από τις πολυκατοικίες ο ήλιος φάνηκε στο τελευταίο κομμάτι του ορίζοντα πριν από την δύση του. Οι ηλιαχτίδες έλουσαν τον γέρο με ένα ιλαρό φως. Η Σταματίνα κοντοστάθηκε από μακριά είδε το πρόσωπο του φωτεινό, λουσμένο από το τελευταίο φως της ημέρας. Άξαφνα η μορφή του έχασε τις λεπτομέρειες της, μόνο μια σιλουέτα διαγράφονταν στα μάτια της που σιγά σιγά έπαιρνε ξανά μορφή. “Μητέρα” φώναξε και άπλωσε το χέρι της στον αέρα. “Μητέρα”…  Ήταν εκεί λαμπερή, όμορφη σαν κορίτσι όπως την γνώρισε παιδί μέσα στην αγκαλιά της. “Μητέρα, σ’ αγαπώ, συγχώρεσε με” Εκείνο το υπέροχο χαμόγελο της, εκείνη η γλυκύτητα του βλέμματος της που όλα τα συγχωρούσε ζωντάνεψε και πάλι στα μάτια, στην καρδιά της Σταματίνας...
    Ένα μηχανάκι καθώς πήγε να κάνει μια περιστροφή γύρω του, τον χτύπησε στην πλάτη. Η ψιλόλιγνη, ασκητική μορφή σωριάστηκε στην άσφαλτο, έπεσε μπρούμυτα, το κεφάλι του σύρθηκε στην τραχιά επιφάνεια, αίμα κατακόκκινο, λαμπερό έτρεξε. Η μητέρα της χάθηκε μεμιάς και η Σταματίνα τινάχθηκε, σοκαρισμένη. Βλέποντας τον γέροντα στο οδόστρωμα έτρεξε με όλη της την δύναμη ουρλιάζοντας με βρισιές και κατάρες. Οι μηχανές σκορπίσανε στους γύρω δρόμους και χαθήκανε αστραπιαία. Έπιασε το σώμα του γέροντα και το γύρισε ανάσκελα, το μέτωπο του ήταν γεμάτο αίματα, τα μάτια του ανοικτά, χαμογελούσαν. Οι περίοικοι βγήκαν έξω ανάστατοι, κάποιοι πήραν τηλέφωνο για ασθενοφόρο. Θα αργούσε τους είπαν το μοναδικό όχημα που λειτουργούσε μόλις είχε φύγει στα Καβάσιλα σε περιστατικό. Η Σταματίνα κρατούσε σφικτά το χέρι του και του έδινε κουράγιο, του έλεγε πως όλα θα πάνε καλά, πως θα τον πάρει στο σπίτι να της, να τον προσέχει σαν το πατέρα της και εκείνος να της διαβάζει απ’ το Άγιο Βιβλίο.  Οι γειτόνισσες στα σιγομουρμουρίσματα τους δεν ασχολούνταν τόσο με τον γέροντα όσο με την “παστρικιά”. Σε λίγο έφτασε η αστυνομία, ως εκ θαύματος κανείς από τους περίοικους δεν γνώριζε τους επιβαίνοντες στις μηχανές, ούτε είχε συγκρατήσει έστω μια πινακίδα των δικύκλων. Η Σταματίνα φώναξε έξαλλη, “Δικοί σας είναι, για αυτό δεν μιλάτε”.
   Όσο περνούσε η ώρα τόσο ο γέροντας βυθιζόταν, ο ήλιος είχε πια καθίσει πάνω στις κορφές των βουνών έτοιμος να βυθιστεί. Καθώς αυτός ο ταλαίπωρος  άνθρωπος ψυχορραγούσε έφτασε και ο Πάτερ Πέτρος που εν τω μεταξύ είχε πληροφορηθεί το συμβάν. Λίγη ώρα πριν είχε δει τον γέροντα στην εκκλησία και έπειτα καθώς έφευγε μετά την ολοκλήρωση του εσπερινού. Ήρθε πίσω απ’ την πλάτη της Σταματίνας και κοίταξε τα μάτια αυτού του παράξενου γέροντα. Εκείνη την στιγμή βασίλευαν σαν τον ήλιο, είχαν την γλυκύτητα, την πραότητα ενός αγίου που πια παρέδιδε το πνεύμα του. Το σώμα του κείτονταν σχεδόν ακίνητο, μόνο το στήθος του πάλλονταν αργά-αργά, γαλήνια. Κάτι ακούστηκε από τα χείλη του. Η Σταματίνα που έκλαιγε βουβά γονατισμένη πλάι στον γέροντα ακούγοντας το ανεπαίσθητο ψιθύρισμα τον ρώτησε “Τι είναι παππούλη;” Οι άνθρωποι τριγύρω με τις διάφορες συζητήσεις τους έκαναν πολύ φασαρία “Ησυχία” φώναξε αυστηρά σε όλους ο ιερέας. Ο πάτερ Πέτρος άκουσε τώρα καθαρά, μια ψαλμωδία έβγαινε αργά από τα χείλη του, ήταν ίσως άγνωστη στους πολλούς μα όχι και στον ίδιο.        
«Ἐλέησόν με, ὁ Θεός, κατὰ τὸ μέγα ἔλεός σου καὶ κατὰ τὸ πλῆθος τῶν οἰκτιρμῶν σου ἐξάλειψον τὸ ἀνόμημά μου·  ἐπὶ πλεῖον πλῦνόν με ἀπὸ τῆς ἀνομίας μου καὶ ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας μου καθάρισόν με. ὅτι τὴν ἀνομίαν μου ἐγὼ γινώσκω, καὶ ἡ ἁμαρτία μου ἐνώπιόν μού ἐστι διαπαντός…»
   Μέσα στην ησυχία ακούστηκε καθαρά η σειρήνα του ασθενοφόρου που πλησίαζε. Ήταν πια όμως αργά, ο γέροντας είχε αφήσει την τελευταία του πνοή. Καθώς οι διασώστες του ΕΚΑΒ τοποθετούσαν το σώμα του στο φορείο, η Σταματίνα έκλαιγε απαρηγόρητη σαν να θρηνούσε τον δικό της γονιό.
  Ο πάτερ Πέτρος κοιτούσε δακρυσμένος τους διασώστες να μεταφέρουν το άψυχο σώμα του γέροντα στο ασθενοφόρο. Μέσα στην ψυχή του ήταν πια σίγουρος, αυτός ο «τρελός» λίγο πριν φύγει απ’ την γη ζητούσε απ’ το Θεό του να τον συγχωρέσει με τον 50ο ψαλμό της μετανοίας του Δαυίδ. Με όλα όσα είχε δει, με όλα όσα είχε ακούσει μέχρι σήμερα δεν είχε πια αμφιβολία,  ήταν ένας άγιος, ένας «Δια Χριστόν Σαλός» Την άλλη μέρα το πρωί τον κήδευσαν στο νεκροταφείο, πλάι από το σπίτι…
   Το κόκκινο φανάρι είχε βιδωθεί στον τοίχο, το “σπίτι” ήταν σχεδόν έτοιμο να λειτουργήσει “Τι δουλειά έχεις εσύ μωρή με τους παπάδες; Και αυτούς έχωσες στο…” Γέλασε τρανταχτά ο Ολλανδός. Η Σταματίνα δεν τον κοίταξε, απλά του είπε “Σε λίγες μέρες παίρνω τα χαρτιά, θέλω να δω πάλι τις γυναίκες… και τις καινούργιες που μου είπες” Δώσανε ραντεβού στο ίδιο μπαρ. Ήπιαν δυο ποτά και έπειτα την έβαλε στο αμάξι του και εξαφανίστηκαν μέσα στον σκοτεινό κάμπο. Όντως ο Ολλανδός δεν έλεγε ψέματα, σήμερα στο σπίτι υπήρχαν πολλές ακόμη γυναίκες. Αυτήν την φορά είδε νεαρά κορίτσια, με μελαμψή επιδερμίδα, πρόσωπα φοβισμένα, βλέμματα χαμένα σε αναμνήσεις αγαπητικιές, που δεν θα γυρνούσαν. Κατάλαβε αμέσως, ήταν νεαρές προσφυγοπούλες από τους πολέμους στην Συρία και στο Ιράκ. Οι διακινητές τις είχαν αρπάξει με την βία ή με υποσχέσεις. Κάποιες πρέπει να ήταν και κάτω από τα δεκαοχτώ, ίσως και μικρότερες. Το μάτι της έπεσε σ’ ένα κορίτσι, στάθηκε να το κοιτάει. Της έμοιαζε αρκετά, ήταν λες και με κάποιο τρόπο μαγικό μπορούσε να δει τον εαυτό της, τον ίδιο φόβο, την ίδια απελπισία, στην πρώτη μέρα στο μπουρδέλο του Βαρδαρίου. Το κορίτσι όμως αυτό είχε φουσκωμένη κοιλιά, ήταν έγκυος, αβοήθητη και αυτή και το αγέννητο παιδί της στις ορέξεις των μαστροπών, αυτό που κάποτε έζησε και η ίδια…                                                                                                                                                                                                                                                                                             
    Λίγες μέρες μετά, η εφημερίδα «Τα νέα της Ημαθίας» έγραφε, “Στις πέντε τα ξημερώματα, κλιμάκιο αντρών από την ασφάλεια Θεσσαλονίκης  παρουσία εισαγγελέα, έκανε έφοδο σε αγροτική οικία στην περιοχή  όπισθεν της πτηνοτροφικής μονάδας «Κοτόπουλα Ξάνθος» στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας. Στο εσωτερικό της οικίας κρατούνταν φυλακισμένες είκοσι τέσσερις γυναίκες από διάφορα κράτη. Συνελήφθησαν οι μαστρωποί και οι συνεργοί τους, που βρέθηκαν επί τόπου καθώς και ακόμη έξι άτομα εκ των οποίων και ένας επίορκος αστυνομικός την επόμενη μέρα σε Αλεξάνδρεια, Βέροια και Θεσσαλονίκη. Ο εγκέφαλος του κυκλώματος διακίνησης λευκής σαρκός, ήταν άτομο υπεράνω υποψίας, μεγαλογαιοκτήμονας της περιοχής όπου και δραστηριοποιούνταν το κύκλωμα..”
   Όταν ο Δουναβάς συνελήφθηκε στην Βέροια και μαθεύτηκε όλοι έμειναν έκπληκτοι. “Τι ανάγκη είχε αυτός;” αναρωτιούνταν. Κάποιοι μίλησαν για την απληστία του, άλλοι για το πάθος του για τις γυναίκες. Το σίγουρο ήταν πως ο Γεράσιμος Δουναβάς θα περνούσε αρκετά χρόνια στην φυλακή. Το πρωτοπαλίκαρο του, ο επονομαζόμενος «Ολλανδός» κατά την προσπάθεια της συλλήψεως του προέβαλε αντίσταση και προσπαθώντας να διαφύγει άρπαξε το όπλο ενός αστυνομικού. Στην ανταλλαγή πυρών που επακολούθησε τραυμάτισε ελαφρά έναν αστυνομικό στο πόδι. Λίγο αργότερα ο ίδιος έπεσε νεκρός από τα πυρά των αστυνομικών. Στο ρεπορτάζ γράφτηκε επίσης “Tο κύκλωμα αποκαλύφθηκε μετά από το τηλεφώνημα άγνωστης γυναικός στην εισαγγελία Θεσσαλονίκης. Η γυναίκα αυτή παρείχε τις απαραίτητες πληροφορίες για να στηθεί υπό άκρα μυστικότητα η αστυνομική επιχείρηση εξάρθρωσης του αδίστακτου κυκλώματος εμπορίας γυναικών…”
      Η Σταματίνα μετά τον θάνατο του γέροντα είχε αρχίσει να εκκλησιάζεται πολύ συχνά. Όταν εξιστόρησε στον ιερέα το περιστατικό με τον γέροντα και το ανοικτό ευαγγέλιο  ο πάτερ Πέτρος συγκλονισμένος της εξήγησε τι σήμαιναν τα λόγια από το ΙΔ κεφάλαιο του κατά Μάρκον ευαγγελίου που της άφησε να διαβάσει αυτός ο άγιος άνθρωπος. Αν και δεν γινόταν αντιληπτό απ’ τους πολλούς, εκείνος ενεργούσε στην ζωή του με την χάρη και την πρόνοια του Θεού. Της εξήγησε για το μήνυμα του γέροντα στην ίδια την Σταματίνα και την ομοιότητα της στην ζωή με την γυναίκα του ευαγγελίου την  ανώνυμη «πόρνη» που έφερε το μύρο και έπλυνε τα πόδια του Χριστού λίγο πριν την ταφή του. Της μίλησε θερμά ενώ εκείνη τον κοιτούσε συνεπαρμένη απ’ αυτά που συνέβαιναν τον τελευταίο καιρό στην ζωή της. Της έδωσε να διαβάσει τον βίο της Οσίας της Μαρίας της Αιγυπτίας, για να πιστέψει πως η δύναμη της συγχώρεσης, η αγάπη, είναι η ουσία του Θεού.

«Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα γυνή την σην αισθομένη Θεότητα, μυροφόρου αναλαβούσα τάξιν, οδυρομένη, μύρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει…»

   Μέχρι τα βαθειά της γεράματα κάθε απόγευμα λίγο πριν να πέσει το σκοτάδι, η Σταματίνα «Η γυναίκα με την χρυσή καρδιά» όπως την αποκαλούσαν πια στην Αλεξάνδρεια, πήγαινε στο νεκροταφείο για να ανάψει τα καντήλια σε τρεις τάφους. Στην σκιά μια συστάδας ψηλών κυπαρισσιών αναπαύονταν ο Άγιος όπως τον αποκαλούσαν μετά τον θάνατο του πολλοί άνθρωποι στην περιοχή και το ζευγάρι των ηλικιωμένων που ανήκε κάποτε το σπίτι της. Το παράδοξο και το μεγάλο σοκ που υπέστη η Σταματίνα την ημέρα της κηδείας του γέροντα ήταν πως ανακάλυψε τους τάφους τους, που ήταν ακριβώς δίπλα στο δικό του μνήμα. Η Σταματίνα είχε πια την αποδοχή όλων αφού με την βοήθεια του ιερωμένου χάρισε τα χρήματα της σε ιδρύματα ανά την Ελλάδα ώστε να βοηθηθούν γυναίκες, θύματα μαστροπών.
     Τα βράδια όσοι τύχαινε και περνούσαν από εκείνο τον δρόμο έβλεπαν ένα κόκκινο φανάρι, να ανάβει έξω από ένα σπίτι, πλάι στα καντηλάκια του νεκροταφείου. Όλοι γνώριζαν, μα και όποιος περαστικός δεν γνώριζε και νόμιζε ότι εκεί λειτουργούσε ένα πορνείο σύντομα θα μάθαινε. Σ’ αυτό το σπίτι θα έβρισκε μόνο μια γυναίκα που καθόταν σε μια παλιά πολυθρόνα με ένα παραφθαρμένο ευαγγέλιο στα χέρια. Στον λαιμό της απ’ ένα σχοινάκι κρεμόταν ένας ξύλινος σταυρός που λαμποκοπούσε σαν χρυσός. Ένα πολύχρωμο ταγάρι ήταν κρεμασμένο στον τοίχο πίσω της. Ήταν μια γερόντισσα με μακριά μαλλιά και ένα βαρύ μακιγιάζ γύρω απ’ τα έντονα εκφραστικά της μάτια. Ήταν η “πουτάνα” από την Θεσσαλονίκη, η γυναίκα που θα του μιλούσε για την ιστορία ενός κοριτσιού, που κάποτε έχασε τα όνειρα και την ελευθερία της. Θα του μιλούσε για την τραγική ιστορία εκατομμυρίων κοριτσιών στον κόσμο... 
   

  Α.  Δ. Ε. ΒΑΛΜΑΣ
   Ιούνιος 2018

Αφιερωμένο στις γυναίκες, στα παιδιά θύματα του trafficking. Στους ανθρώπους που τους τείνουν το χέρι να πιαστούν…

  Εύχομαι κάθε πατέρας να μεγαλώνει το αγόρι του μαθαίνοντας του πρώτα από όλα την ουσία των στίχων του Τόλη Νικηφόρου από το ποίημα του Γυναίκα.
           

Στους εξαιρετικούς μου φίλους Ντίνο Παπασπύρου και Τόλη Νικηφόρου για την αγάπη τους.

Ζωγράφος, Ντίνος Παπασπύρου
ΠΙΝΑΚΑΣ-Αρχοντικό στην περιοχή Πυλαίας, τέμπερα, 28Χ38 εκ., 1994

Ποίηση, Τόλη Νικηφόρου

Ποίημα: Γυναίκα
Το μαγικό χαλί 1980

ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΓΗ