Τετάρτη, Μαρτίου 25, 2020

Απαγόρευση Κυκλοφορίας


Ιστορίες της Απομόνωσης
αν είναι να χαθούμε για πάντα στο σκοτάδι,
τότε γιατί ανοίγει μέρα και νύχτα ο ουρανός.
γιατί η ψυχή μας δειλά προφέρει τα μυστικά
φωνήεντα, γιατί αλάνθαστα γνωρίζει την
πατρίδα.
αν είναι να χαθούμε για πάντα στο
σκοτάδι, γιατί ο δρόμος με τα χίλια αινίγματα,
η μουσική, τα χρώματα, η ποίηση γιατί. αν
είναι να χαθούμε για πάντα στο σκοτάδι,
τότε γιατί μας δόθηκε το φως

Τόλης Νικηφόρου

Απαγόρευση Κυκλοφορίας







   Ήταν η πρώτη μέρα απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Ποιος να το περίμενε λίγο καιρό πριν;
«Με εντολή της κυβερνήσεως απαγορεύεται η κυκλοφορία εκτός…»
   Αυτήν την πρωτάκουστη είδηση, την άκουσε το προηγούμενο βράδυ στο ραδιόφωνο, από τα χείλη ενός νεαρού μουσικού παραγωγού που αστειευόταν με το γεγονός, και εμψύχωνε τους ακροατές γιατί όπως έλεγε “ότι και να γίνει το ελληνικό καλοκαιράκι είναι δικό μας.”      
   Πέρα όμως από την επιπόλαιη αντιμετώπιση του νεαρού, το γεγονός ήταν πως από τις έξι το πρωί της επομένης, με εντολή του πρωθυπουργού είχε απαγορευθεί η ελεύθερη κυκλοφορία των πολιτών εκτός ειδικών εξαιρέσεων. Μετά την υιοθέτηση των αυξημένων περιοριστικών μέτρων που είχε λάβει η κυβέρνηση λόγω της πανδημίας του κορονοϊού, σε όλη την χώρα απαγορεύονταν οποιαδήποτε άσκοπη κίνηση. Οι παραβάτες θα τιμωρούνταν με χρηματικό πρόστιμο 150 € και με αυστηρότατες διοικητικές κυρώσεις στην περίπτωση διασποράς του ιού. Λίγο αργότερα θα ανακοινώνονταν και οι ειδικές διαδικασίες που θα έπρεπε να ακολουθήσει κάποιος για να μπορεί να βγει για ειδικούς και μόνο λόγους.
   Για εκείνη ήταν σαν να μην άκουσε αυτή την είδηση, σαν να μην την αφορούσε ένα τόσο σημαντικό ζήτημα πιθανά, ζωής ή θανάτου…

   Την πρώτη μέρα τήρησης του μέτρου, ξύπνησε αργά το πρωί με την ησυχία της, δεν εργαζόταν εδώ και καιρό εξάλλου. Ήπιε μόνο λίγο νερό μαζί με τις βιταμίνες της και ετοιμάστηκε για να βγει. Φόρεσε την αγαπημένη της, μαύρη φούστα και την κόκκινη μπλούζα που της είχε αγοράσει πριν δυο χρόνια η αδερφή της. Χτενίστηκε και βάφτηκε για να γίνει μια κούκλα,  περιποιήθηκε με επιμέλεια τον εαυτό της όπως πάντα, όπως έκανε απαρέγκλιτα πριν βγει έξω, έστω και για να πάει μέχρι το μικρομάγαζο της γειτονιάς.
   Κατά της 10 το πρωί βγήκε απ’ το σπίτι της και κατέβηκε στην είσοδο της πολυκατοικίας. Είχε πάρει στην τσάντα της και το σπαστό μπαστούνι πεζοπορίας μόνο σε περίπτωση που θα το χρειαζότανε. Έξω δεν κυκλοφορούσε ψυχή, ούτε πεζοί, ούτε τροχοφόρα. Αν και σίγουρα δεν είχε τόσο ζέστη, η μέρα ήταν υπέροχη, ανοιξιάτικη, μαγιάτικη. Φαινομενικά τουλάχιστον έμοιαζε με μια αυγουστιάτικη μέρα που οι πόλεις αδειάζουν για να γεμίσουν οι παραλίες. Και στην πραγματικότητα δεν απείχε και πολύ, όπως το ένοιωθε τώρα. Ο ήλιος θερμός, αγκάλιαζε απαλά μα ζεστά το σώμα της. Άνετα θα μπορούσε να βγάλει και την καφέ, μακριά ζακέτα της, αυτήν την σχεδόν καλοκαιρινή ημέρα.    
   Καθώς άρχισε σιγά σιγά να βαδίζει και να κοιτά τα κλειστά καταστήματα στην γειτονιά της, να μην συναντάει ούτε έναν αγαπημένο άνθρωπο, ένοιωσε ένα σφίξιμο στο στήθος. Ο κυρ Γρηγόρης ο γείτονας, με την γυναίκα του την Βιολέτα, συνήθως καθόταν στο πεζοδρόμιο στα καρεκλάκια τους και την καλημέριζαν καθημερινά. Τώρα όπως όλοι, κι αυτοί οι δυο ηλικιωμένοι φίλοι της είχαν κλειστεί στα σπίτια τους, σύμφωνα με  τις συστάσεις των γιατρών.
   Σκεφτόταν πως όχι μόνο η χώρα που είχε περάσει μια τραγική δεκαετία, αλλά και ολόκληρος ο πλανήτης ζούσε πρωτοφανείς στιγμές περιορισμού της προσωπικής ελευθερίας, σε περίοδο δημοκρατίας. Τα οργουελικά σενάρια και οι συνωμοσιολογίες κατέκλυζαν το διαδίκτυο. Η πραγματικότητα όμως ήταν απερίγραπτα τραγική. Στα 39 της χρόνια δεν είχε ξαναζήσει ποτέ τέτοια κατάσταση και ήταν σίγουρη ότι δεν θα ξαναζούσε κάτι ανάλογο. Μικρούλι κοριτσάκι, θυμόταν λίγο αμυδρά να μιλούν οι μεγάλοι έντρομοι για την ραδιενέργεια από το Τσέρνομπιλ, τον διατροφικό πανικό, κι ύστερα για τις γρίπες και τις άλλες μολυσματικές ασθένειες που απειλούσαν κάθε τόσο την ανθρωπότητα. Τώρα όμως ήταν κάτι το διαφορετικό, κάτι το ανεπανάληπτο. Ήταν τόσο άγριο όλο αυτό που γινόταν και στην Ελλάδα λόγω του ιού και των αυστηρότερων μέτρων, όμως άγριος ήταν και ο φόβος πως η κατάσταση θα μπορούσε να γίνει τραγικά ανεξέλεγκτη όπως στην Κίνα, αλλά πια και στην γειτονική Ιταλία, την Ισπανία, την Γαλλία, την Αγγλία, τις ΗΠΑ. Αυτή η επιβεβλημένη καραντίνα, η απομόνωση, η απαγόρευση, η ερήμωση των δρόμων, ο φόβος της επίσκεψης στους αγαπημένους γονείς και παππούδες, η έλλειψη της αγκαλιάς, του χαμόγελου, της ματιάς τους, ανήκαν σε μια νέα και τόσο τρομακτική περίοδο.

***

    


   Κατηφόρισε την έρημη Παρασκευοπούλου. Λίγο κάτω από το Ράδιο Σίτυ στάθηκε ευλαβικά και άναψε ένα κεράκι στο μικρό παρεκκλήσιο της Αγίας Σολομονής, πλάι στην λεωφόρο. Βγήκε από το παρεκκλήσι και πέρασε απέναντι κι ύστερα κινούμενη αργά, ανέμελα, έφτασε στην επόμενη διασταύρωση όπου η Βασίλισσα Όλγα δίνει την σκυτάλη της κυκλοφορίας στον σύζυγο της τον Γεώργιο τον Ά. Λίγο πιο κάτω η θάλασσα λαμπύριζε στο βάθος, ανάμεσα σε δέντρα, παρκαρισμένα αυτοκίνητα, τις ψηλές πολυκατοικίες της παραλιακής και τον επιβλητικό όγκο του Μακεδονία Παλλάς.  Σ’ αυτή την διασταύρωση, δύο αστυνομικοί, ελέγχαν την κίνηση των πολιτών.
   Ο Στρατής, ήταν αστυνομικός στην ομάδα ΔΙ.ΑΣ. Μόλις είχε συμπληρώσει τα 33 του χρόνια, δυναμικός τύπος, ψηλός, γεροδεμένος. Από τις έξι το πρωί ήταν με τον συνάδελφο του στην διασταύρωση της Αγίας Τριάδος με την Όλγας και την Γεωργίου, για να ελέγξουν την τήρηση των μέτρων απαγόρευσης της κυκλοφορίας. Φαίνεται πως οι περισσότεροι που δεν είχαν να πάνε στην εργασία τους, είχαν παγώσει από την απαγόρευση, ίσως κάποιοι να είχαν μπερδευτεί και με την φόρμα για την μετακίνηση που έπρεπε να συμπληρώνουν κάθε φορά που ήθελαν να βγουν από το σπίτι. Έτσι οι αστυνομικοί είχαν ελέγξει κατά βάση οδηγούς αυτοκινήτων και δικύκλων και ελάχιστους πεζούς. Δεν έλλειπαν όμως και τα ευτράπελα, πριν λίγο ο Στρατής είχε κάνει αυστηρή σύσταση σε δυο νεαρούς που δήλωσαν ότι δεν γνώριζαν τα περιοριστικά μέτρα και ήθελαν να πάνε λέει απλά για μονόζυγο στο πάρκο της ΧΑΝΘ. Κανονικά θα τους έκοβε από δυο εκατοπενηντάρια πρόστιμα, αλλά ήταν πρώτη μέρα και τους την χάρισε.

   Την είδε να έρχεται προς το μέρος του, ήταν μια κοπέλα μετρίου αναστήματος, καλοντυμένη. Σαν πλησίασε είδε καλύτερα το πρόσωπο της, χαμογελούσε, το βλέμμα της ήταν τόσο όμορφο…
- Καλημέρα σας,
- Καλημέρα του απάντησε εκείνη,
- Παρακαλώ μπορώ να ελέγξω την φόρμα μετακίνησης σας; Την ρώτησε ευγενικά ο Στρατής, θα χρειαστώ και την ταυτότητα σας πρόσθεσε. Την είχε σταματήσει για τον έλεγχο ακριβώς στο παρκάκι με τα κυπαρίσσια και τα δυο αγάλματα, κάτω από τα περίεργα βλέμματα του Γεωργίου και της Όλγας. Τα πουλιά που φώλιαζαν στα ψηλά κυπαρίσσια του πάρκου έκαναν φασαρία, σίγουρα θα κουτσομπόλευαν τους δυο τους με τις λεπτές φωνίτσες τους, κρυμμένα πίσω από τα βελονοειδή φυλλώματα και τα κουκουνάρια.
Εκείνη τον κοίταξε μέσα στα μάτια με ένα απελπισμένο, βλέμμα και του είπε,
-  Δεν έχω χρόνο…
Ο Στρατής την κοίταξε τώρα κάπως θυμωμένα,
- Δεν έχετε χρόνο να συμπληρώσετε μία φόρμα; Έστω να στείλετε ένα μήνυμα στο 13033;;; Δεν ακούσατε ότι πρέπει να συντρέχει ειδικός λόγος για να βρίσκεστε από σήμερα εκτός σπιτιού και ότι θα έπρεπε να ακολουθήσετε την ειδική διαδικασία; Την ρώτησε λίγο αυστηρά ο αστυνομικός.
- Μια μικρή βόλτα μόνο ήθελα να πάω, μέχρι την θάλασσα, να δω το γαλάζιο, τα γλαροπούλια, τα καραβάκια που κόβουν βόλτες, σας παρακαλώ είπε ικετευτικά τώρα εκείνη και χωρίς διακοπή συνέχισε.
- Το άκουσα… το άκουσα στο ραδιόφωνο μα δεν έδωσα άλλη σημασία, δεν βλέπω καν τηλεόραση.
- Είναι υποχρέωση σας, απάντησε εκνευρισμένος με την απάθεια της το όργανο της τάξης και έβαλε το χέρι του να τραβήξει το μπλοκ για το πρόστιμο.
- Έχετε δίκιο, όλοι πρέπει να κάτσουμε στο σπίτι μας, μα δεν μπορούσα να χάσω αυτή την βόλτα, δεν έχω άλλο χρόνο για να ακούω ειδικές διαδικασίες, να συμπληρώνω φόρμες του απάντησε εκείνη αφοπλιστικά. Δεν έχω χρόνο όπως οι περισσότεροι για να κλειστώ στο σπίτι μου, να βγω έξω δυο μήνες μετά, να χαρώ έστω το καλοκαίρι… καταλαβαίνετε… ΠΕΘΑΙΝΩ… του ψιθύρισε.
   Η ησυχία του πρωινού έσπασε με κρότο στα αυτιά του, διαλύθηκε εκκωφαντικά σε χιλιάδες μικρά κοφτερά κομμάτια. Τα χαρούμενα τιτιβίσματα των πουλιών εξαφανίστηκαν.   
    Το βλέμμα του όσο σκληρό μπορούσε να γίνει, τόσο μπορούσε να γεμίσει καλοσύνη και ανθρωπιά και αυτή την στιγμή η λέξη “ΠΕΘΑΙΝΩ” σε ενεστώτα χρόνο τον τράνταξε σαν σιδερογροθιά στο σαγόνι. Την κοίταξε με μια τεράστια απορία. Ως αστυνομικός απ’ το μυαλό του περνούσαν χίλια διαφορετικά σενάρια, δεν μπορούσε να πιστέψει ότι αυτή η όμορφη κοπέλα με την μαύρη εφαρμοστή φούστα, την κόκκινη μπλούζα και την καφέ ζακέτα που ήταν τόσο θελκτική, πέθαινε…  
- Είμαι βαριά άρρωστη, χρόνια πολέμησα με τον καρκίνο, μα τώρα πια οι γιατροί δεν μου δίνουν παρά λίγες μέρες, ίσως λίγες ώρες πριν χειροτερέψω, πριν να μην μπορώ καν να σηκωθώ από το κρεβάτι μου. Το Πάσχα είναι τόσο κοντά για τους περισσότερους, μα τόσο μακριά για μένα…
    Ο Στρατής ένοιωσε να πνίγεται, δεν ήταν δυνατόν, ήταν μια αστεία δικαιολογία. Αυτό ήταν, ναι σίγουρα, αυτό ήταν. Το βλέμμα όμως αυτής της κοπέλας δεν έλεγε ψέματα και το Πάσχα απείχε τόσο απελπιστικά κοντά…
- Ο Νάσος σου μοιάζει λίγο, του είπε και χαμογέλασε αμήχανα… ο αρραβωνιαστικός μου… ήταν… χαμογέλασε πάλι. Έφυγε πρώτα από κοντά μου όταν άρχισε η μάχη μου, πριν έξι χρόνια και ύστερα κι απ’ την χώρα, δεν άντεχε. Μου το έλεγε κάθε τόσο, δεν άντεχε τις μάχες, τα νοσοκομεία, τα χειρουργεία. Ήταν άδικο για μένα το παραδεχόταν όμως και για εκείνον, δεν είχε δυνάμεις να παλέψει στο πλάι μου. Λιποτάκτησε μια νύχτα, άνοιξε την πόρτα και έτρεξε όσο πιο μακριά μπορούσε… Και όμως παρά την προδοσία, τον αγαπούσα και συνέχισα να τον αγαπώ. Μα πως είναι δυνατόν θα μου πεις. Κι όμως είναι, πόσο θα ήθελα να ήταν εδώ τώρα, έστω να κάναμε αυτήν την τελευταία βόλτα μαζί… Δικό του δώρο είναι αυτή η ζακέτα για αυτό την φορώ, να τον νοιώθω… δεν πειράζει, έτσι είναι η ζωή…  ψέλλισε και χαμήλωσε το κεφάλι της για να μην φανούν τα δυο λαμπερά δάκρυα ...
     Ο νεαρός αστυνομικός είχε πραγματικά παγώσει και ας φορούσε την μαύρη, ενισχυμένη στολή των μοτοσικλετιστών της αστυνομίας και ας ήταν αυτό το πρωινό τόσο ζεστό. Τα μάτια του ήταν έτοιμα να βουρκώσουν κοιτώντας αυτό το κορίτσι. Οι φόρμες μετακίνησης, τα SMS είχαν χάσει κάθε σημασία. Τώρα έβλεπε καθαρά την λαβωμένη μορφή της, την πολεμίστρια που μέχρι την τελευταία στιγμή δεν ήθελε να παραδοθεί, λες και με αυτό το μακιγιάζ καμουφλαριζόταν από τον αδυσώπητο εχθρό, απ’ τα μάτια των ανθρώπων που δεν πονούν, μόνο διεκπεραιωτικά συλλυπούνται.
- Μισό λεπτό, περίμενε με, της είπε και έτρεξε μακριά της. Μίλησε στον συνάδελφο του που στεκόταν παραπέρα στην μοτοσυκλέτα τους. Εκείνος τον άκουσε κατάπληκτος… σε ένα λεπτό επέστρεψε κοντά της, όπως υποσχέθηκε.
- Ξέρω ότι το μόνο που μπορώ να κάνω και θα ήθελα τόσο πολύ αυτή την στιγμή, είναι να πάρω την θέση του Νάσου…
    Η Ευαγγελία αυτή η τόσο δυνατή πολεμίστρια, μα και τόσο ευάλωτη, λύγισε εμπρός στο μεγαλείο της ψυχής του. Ο Στρατής σήκωσε το δακρυσμένη πρόσωπο της και με ένα πλατύ χαμόγελο άπλωσε το δεξί του χέρι σε ορθή γωνία,
- Μου επιτρέπεις να σε συνοδέψω;

    Την πρώτη μέρα της απαγόρευσης της κυκλοφορίας, οι δυο τους απομακρύνθηκαν αγκαζέ για να περπατήσουν μαζί στην τελευταία βόλτα της, που ήταν όμως η δική τους πρώτη. Καθώς χάνονταν προς το γαλάζιο, ο πρωινός ήλιος τους τύλιξε στην αγκαλιά του και τα πουλιά πέταγαν ψηλά πάνω από τα κυπαρίσσια, με τιτιβίσματα τρελά απ’ την χαρά τους. Τα λυγερά κυπαρίσσια υποκλίθηκαν καθώς τα δυο αγάλματα κοιτιόντουσαν σαν να είχαν ζωντανέψει από την παντοτινή τους λήθη… 


   Η συγγραφή αυτού του διηγήματος ξεκίνησε λίγο πριν την ανακοίνωση από τον πρωθυπουργό της απαγόρευσης της κυκλοφορίας λόγω του πανδημικού ιού COVID 19. Eίναι αφιερωμένο σε μια νεαρή κοπέλα που βασανίστηκε από τον καρκίνο για χρόνια. Τυχαία πριν δυο μήνες, καθώς περίμενα μέσα σε ένα συνεργείο αυτοκινήτων, διάβασα την συνέντευξη αυτής της γυναίκας όπου εξιστορούσε όλη αυτήν την πορεία πόνου, μα και δύναμης, θέλησης για την ζωή. Ανέφερε ότι το Πάσχα του 2020, ο γιατρός την προετοίμασε ότι ίσως δεν θα το προλάβαινε. Καθώς όλοι συζητούσαν στην χώρα ότι θα απαγορευθεί η ελεύθερη κυκλοφορίας μας και θα έπρεπε οικειοθελώς να κλειστούμε στα σπίτια μας άγνωστο πόσο, η σκέψη μου έτρεξε σε εκείνη. Ελπίζω με όλη μου την ψυχή να ζει και εύχομαι μέσα από την καρδιά μου ένα ιατρικό θαύμα να της δώσει πολλά πολλά χρόνια ακόμη…


Α.  Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ
21 - 25/3/2020


Ποίηση Τόλη Νικηφόρου
Ποίημα, τα μυστικά φωνήεντα  από τη συλλογή Γαλάζιο βαθύ σαν αντίο, 1999

Ζωγράφική Ντίνος Παπασπύρου
1. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-213, Θέατρο Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, τέμπερα, 22Χ17 εκ., 1995, Κωδ. 528
2. ΠΙΝΑΚΑΣ "Κινηματογράφος Πατέ", τέμπερα 20Χ16 εκ., 2016, Κωδικός 1524.

Τετάρτη, Ιανουαρίου 01, 2020

SERVICE ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ



SERVICE ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ

Το κατάστημα με τα είδη κρυστάλλου, στην Προξένου Κορομηλά, πάντα είχε και πολλή δουλειά και εκλεκτή πελατεία. Ο Κώστας Κέπας, ήταν πολύ καλός τεχνίτης, αξεπέραστος. Μα και η σύζυγος του, η κυρία Βέρα, ιδανικό ταίρι στην ζωή, ευγενέστατη στην εξυπηρέτηση των πελατών, οργανωτική στο λογιστήριο, αλλά και σφήγκα με τους κακοπληρωτές και στους προμηθευτές.
   Ο Κέπας ή καλύτερα Ντίνος όπως του άρεσε να τον φωνάζουν, δεν ήταν τυχαία ένας τέτοιος εξαίρετος τεχνίτης. Είχε δουλέψει για χρόνια στην Γερμανία, στην γραφική πόλη Σελμπ. Είχε εργαστεί εκεί για την φίρμα Rosenthal, την θρυλική Βαυαρική βιομηχανία. Λίγο μετά την μεταπολίτευση, τον πήρε όμως το παράπονο, δεν άντεχε άλλο την ξενιτιά και η μάνα του ήταν στα τελευταία της, τον αναζήταγε συνεχώς.  Έτσι πήρε την τελευταία του άδεια Αύγουστο μήνα και δεν ξαναγύρισε στην Βαυαρία, πήρε την απόφαση και επέστρεψε στην πατρίδα. Λίγο καιρό μετά, μέσα στις γιορτές των Χριστουγέννων βρήκε αυτό το κατάστημα και χωρίς δεύτερη σκέψη το αγόρασε για να φτιάξει την δική του επιχείρηση και να εκμεταλλευτεί την μεγάλη εμπειρία του στον χώρο των υαλικών. Γρήγορα βρήκε και το ταίρι του, την όμορφη και συνετή Βέρα και όλα πήραν τον δρόμο τους.
   Στο εργαστήρι του∙ στο πίσω μέρος του καταστήματος, δημιουργούσε μοναδικά σχέδια από πορσελάνη και κρύσταλλο που αγόραζαν για τις εξαιρετικές στιγμές τους όλες οι καλές οικογένειες της πόλης. Στα καλύτερα σαλόνια της, δίπλα στα σερβίτσια, στα ποτήρια και στα κρυστάλλινα διακοσμητικά μεγάλων οίκων του εξωτερικού, υπήρχαν και επιλεγμένα κομμάτια του Ντίνου, πανάκριβα, μα και μοναδικά. Η φήμη του είχε εξαπλωθεί και στην πρωτεύουσα και είτε οι Θεσσαλονικείς που κατέβαιναν στην Αθήνα για ένα εκλεκτό δώρο ή Αθηναίοι που ανηφόριζαν για δουλειές και διήμερα, περνούσαν σίγουρα από το κατάστημα του.
  Όμως δεν ήταν μόνο οι πωλήσεις και οι υπέροχες δημιουργίες του, ήταν και αυθεντία στις επισκευές των κρυστάλλων ο Ντίνος. Πόσες φορές δεν έσωσε γάμους… και ζωές… από σπασίματα που συνέβησαν από μια απροσεξία. Με το αζημίωτο φυσικά, εκτός από καμιά υπηρέτρια, συνήθως κάποιο φτωχό κορίτσι από την επαρχία, που είχε την ατυχία να κάνει καμιά ζημιά στα ακριβά μπιχλιμπίδια της κυρίας του σπιτιού, εκεί δεν χρέωνε τίποτα και έτσι είχε αναγορευτεί ο προστάτης, κέντρου και Πανοράματος, του απανταχού υπηρετικού προσωπικού.           
***
   Παραμονή πρωτοχρονιάς απόγευμα, μουντή μέρα, κρύα. Τα γκριζωπά σύννεφα τρέχανε πάνω από τον ταραγμένο Θερμαϊκό καθώς τα παράσερνε ο γρέγος. Παγερός και  γεμάτος υγρασία, φερμένος τούτος ο γρέγος από τα βορειοανατολικά του κόσμου, τρύπαγε τα κόκκαλα μέχρι το μεδούλι.
  Ο ψηλός άντρας έστριψε από την Καρόλου Ντηλ και μπήκε στην Προξένου Κορομηλά. Πόσο είχαν αλλάξει τα καταστήματα στην περιοχή του, σκέφθηκε, είχαν χαθεί ένα σωρό όμορφα μαγαζιά μαζί με τους ανθρώπους τους και την θέση τους είχαν πάρει τα καφέ σαν τα μανιτάρια είχαν ξεφυτρώσει παντού. Στις στολισμένες καφετέριες και τα εστιατόρια είχε ακόμη πολύ κόσμο, οι μουσικές μπερδεύονταν μεταξύ τους καθώς τα μεσημεριανά πάρτι και τα φαγοπότια για την αλλαγή του χρόνου αλλά και της δεκαετίας, κρατούσαν ακόμη. Με τον ερχομό του είκοσι, έφευγε αυτή η δύσκολη του δυο χιλιάδες δέκα, της οικονομικής κρίσης. Για την ταλαιπωρημένη οικονομικά χώρα, η φουριόζα νέα δεκαετία, έμπαινε μαζί με τις πολλές προσδοκίες των ανθρώπων για κάτι καλύτερο, μια ανάσα για τους πολλούς.
   Για τον ίδιο δεν ίσχυε κάτι τέτοιο, η οικονομική κρίση δεν τον αφορούσε. Μόλις είχε προσγειωθεί προερχόμενος από Σουηδία.  Ήταν καθηγητής - ερευνητής σε διάφορα πανεπιστήμια σε Ευρώπη και ΗΠΑ, στον νέο και πολλά υποσχόμενο τομέα της νανοτεχνολογίας νέων υλικών. Έλειπε χρόνια, όμως ερχόταν τουλάχιστον μια φορά το έτος  να δει τους ηλικιωμένους γονείς του.
   Όπου και να είχε πάει σίγουρα ήταν όμορφη η αίσθηση του καινούργιου, του διαφορετικού, όμως η καρδιά του ήταν δεμένη με τους γενέθλιους για εκείνον, δρόμους του κέντρου. Ήταν η μεγάλη γειτονιά του, αυτό το ευρύ τετράγωνο απ’ την παλιά παραλία, την Αριστοτέλους, την Μητρόπολη, τον Λευκό Πύργο. Τα στενά που συνδέουν την Τσιμισκή με την παραλία σαν την Χρυσοστόμου Σμύρνης και την Μορκεντάου, ήταν η μνήμη της ματιάς του, που από τον πολύβουη Τσιμισκή γλιστράει στο στενό οδόστρωμα με τα φωτισμένα μαγαζάκια, τα λιανά δέντρα δεξιά και αριστερά και ανεβαίνει μέχρι τον Όλυμπο κι ύστερα πέφτει στο βαθύ μπλε του Θερμαϊκού. Όλοι αυτοί οι στενοί μονόδρομοι∙  πάνω από την πολυσύχναστη φωτεινή παραλία, σκιεροί ανάμεσα στις ψηλές πολυκατοικίες με σκεπή ένα μικρό κομμάτι ουρανού, του πρόσφεραν την αίσθηση της οικειότητας, της ασφάλειας, της σιγουριάς. Ήταν η όμορφη, αστική γειτονιά του, με τους ιδιαίτερους κατοίκους της, από μεγαλοαστούς μέχρι δημοσίους υπαλλήλους, εργάτες και φοιτητές, τους ανθρώπους των εμπορικών.  Ένας από αυτούς και ο κύριος Ντίνος, με τα κρύσταλλα του, ο καλλιτέχνης όπως τον ονόμαζε ο πατέρας του.
   Μετά την Αγίας Σοφίας ο ψηλός άντρας διέσχισε την πίσω πλευρά της Μητρόπολης, πέρασε και την διασταύρωση με την Βογατσικού και έφτασε στην γωνία με την Προξένου Κορομηλά που στέγαζε το κατάστημα με τα είδη σπιτιού. Κατάφωτο με χίλια λαμπιόνια μέσα και έξω, γεμάτο με πορσελάνες και κρύσταλλα που λαμποκοπούσαν στα φώτα. Η ματιά του έκανε μια περιστροφή λίγων μοιρών και τώρα πια κοιτούσε την απόλυτη αντίθεση, το γνώριμο κατάστημα του κ. Ντίνου. Πέρασε τον δρόμο και ανέβηκε στο αντικρινό πεζοδρόμιο, το πάλαι ποτέ λαμπερό κατάστημα έστεκε τώρα έρημο, σκοτεινό. Πίσω από τις βρώμικες βιτρίνες λες και ο χρόνος είχε παγώσει στα σκονισμένα ράφια, στους πάγκους, στο ταμείο. Με τάξη βαλμένα στις θέσεις τους υπήρχαν πορσελάνινα σερβίτσια, κρυστάλλινα ποτήρια, κανάτες, κηροπήγια, βάζα, σταχτοδοχεία, φοντανιέρες...  
   Μια ριπή του ανέμου ξέφυγε από την παραλία, ανέβηκε με μανία την Βογατσικού και ξεχύθηκε προς την Κούσκουρα και την Κορομηλά. Ο ψηλός άντρας καθώς κοιτούσε με στεναχώρια τα σκονισμένα ράφια, ανατρίχιασε, σήκωσε το φερμουάρ και το ανέβασε μέχρι ψηλά, να καλύψει τον λαιμό του. Στο τζάμι της βιτρίνας κάτω δεξιά υπήρχε μια γραμμή από κίτρινα γράμματα   “SERVICE ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ” …
   Λίγο μακρύτερα του, άκουσε ένα ακανόνιστο τακ… τακ… Πλησίαζε ένας ηλικιωμένος άντρας με το μπαστουνάκι του, με τέτοιο κρύο φορούσε μόνο την πυτζάμα του. Τραβήχτηκε και έκανε λίγο στην άκρη να περάσει. Ο ηλικιωμένος ήρθε κοντά του, είχε ένα τεράστιο μώλωπα στο μέτωπο, κοιτούσε με μάτια αδειανά, δεν γύρισε το κεφάλι του να τον δει, μόνο σαν έφτασε στην βιτρίνα κοντοστάθηκε.  
    Τόσα χρόνια μετά, δυσκολεύτηκε να τον αναγνωρίσει, είχε γεράσει πολύ μετά τον θάνατο της γυναίκας του, της κυρίας Βέρας. Τον θυμόταν μέσα στο κατάστημα, πίσω στο εργαστήρι του και πώς να μην το θυμάται δηλαδή. Όταν είχε σπάσει με την μπάλα του το μεγάλο κρυστάλλινο βάζο, κειμήλιο της γιαγιάς ευτυχώς ήταν πρωί και η μητέρα έλειπε από το ρετιρέ της Λασσάνη, στο πανεπιστήμιο. Ο μικρός άρπαξε τα τρία κομμάτια του βάζου και έτρεξε με κλάματα στον κ. Ντίνο. Δεν τον γνώριζε, μα επειδή ήξερε πόσο αγαπούσε η μαμά αυτό το βάζο και μιας και δεν είχε χρήματα, μπήκε στο μαγαζί με το θράσος της παιδικής του αθωότητας και του πρότεινε να τον πληρώσει σιγά σιγά, από το χαρτζιλίκι του. Φτάνει να επέστρεφε το βάζο σωστό σπίτι του και ας στερούνταν τα γλειφιτζούρια, τα παγωτά και τα γαριδάκια.
   Ο κ. Ντίνος έκανε τα μαγικά του και το βάζο τώρα φαινόταν σαν να ήταν του κουτιού. Και επιπλέον χωρίς αμοιβή, αφού το ενέταξε στην κατηγορία των εργατικών ατυχημάτων του προστατευόμενου του, υπηρετικού προσωπικού. Του ζήτησε όμως στο τέλος της σχολικής χρονιάς να του φέρει έλεγχο με όλα δέκα – πράγμα πολύ εύκολο για τον ευφυή πιτσιρίκο – και τότε δεν θα πλήρωνε τίποτα. Σε μια τόσο ευαίσθητη ηλικία ήταν ένα επιπλέον κίνητρο να διαβάζει και σε αυτό σίγουρα βοήθησε και ο κ. Ντίνος, μιας και ο μικρός ένοιωθε πολύ περήφανος να φέρνει στον φίλο του και τα επόμενα χρόνια τον έλεγχο και να του δείχνει τους καλούς του βαθμούς.  
    Τώρα, τόσα χρόνια μετά έβλεπε αυτόν τον άνθρωπο μπροστά στο μαγαζί του, ήταν όμως άδειο και σκοτεινό, και εκείνος ένα φάντασμα του εαυτού του. Ο άνεμος ανατάραξε τα μαλλιά του άντρα, ανατρίχιασε πάλι, ήταν ένα κρύο απόκοσμο λες. Κοίταξε την φιγούρα του ηλικιωμένου, που ακουμπούσε τα χέρια του στο τζάμι λες και ήθελε να πιάσει ένα κρυστάλλινο ποτήρι, αποφάσισε να του μιλήσει,
- κ. Ντίνο του φώναξε είμαι ο Δημήτρης, ο Δημητρός που με φώναζες, μόνο εσύ.
Καμία απάντηση, ο κ. Ντίνος κοιτούσε μέσα στο σκοτάδι, τα κρύσταλλα του, που αντανακλούσαν αχνά τις λάμψεις από τα φωτάκια του απέναντι καταστήματος με τα είδη σπιτιού…

- Αχ, αχ κύριο Ντίνο, αχ, αχ, μι πέθανες καλέ…
Μια κυρία γύρω στα πενήντα πέντε με εξήντα, φώναζε τρέχοντας αλαφιασμένη. Ήταν η Αλβανή οικιακή βοηθός που πρόσεχε τον ηλικιωμένο άντρα,  την είχε ορίσει η ανιψιά του που τον είχε υπό την προστασία της μετά τον θάνατο της κυρίας Βέρας, αφού δεν είχαν δικό τους παιδί.  
- Πάλι εντώ είσαι; Στο μαγαζί σου; Του φώναζε η γυναίκα. Κάθε μέρα σε φέρνω εδώ. Αχ ευτυχώς που δε έφυγι μακριά. Λες και ήξερε τον Δημήτρη, τον ψηλό άντρα που στεκόταν πίσω από τον κ. Ντίνο του είπε,
- Τι να κάνου, ξέχασα να κλειντώσω και μια στιγμή μπγήκα στο μπαλκόνι, να ρίξου λίγο νερό, πάει ηξαφανίστηκε ο παππούς. Ωχ λέω, τώρα θα με σκουτούσει η ανιψιά του, του είπε και χωρίς να περιμένει απάντηση συνέχισε την πολυλογία της.  Ήταν δικό του μαγαζί, πολύ καλό, όλη Θεσσαλονίκη αγόραζε εδώ κρύσταλλα, πορσελάνες… Τώρα να, έπαθε μυαλό του, δεν ξέρει πιούς είναι. Ο Δημήτρης την κοιτούσε σιωπηλός, αμίλητος
-  Άιντε παππού πάμι, πάμι σπίτι θα παγκώσεις, άιντε να σου δώσου και το σουρούπι σου να κοιμηθείς…  
   Καθώς απομακρύνονταν οι δυο τους, ο ψηλός άντρας έγινε πάλι παιδί, ο Δημητρός και κοιτούσε τον κ. Ντίνο έξω από την ολοκάθαρη βιτρίνα. Ήταν νέος, καθόταν πίσω από τον πάγκο του, ανάμεσα στα εργαλεία, τις πορσελάνες και τα κρύσταλλα του. Ο χρόνος ήταν αόριστος, μα ένοιωθε πως θα άλλαζε σε λίγες ώρες, ερχόταν μια πρωτοχρονιά. Το κατάστημα στολισμένο με κορδέλες, κόκκινες μπάλες, μεγάλα πολύχρωμα παλιομοδίτικα λαμπάκια που αναβόσβηναν αργά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο με τα αραιά κλαδιά. Ο Ντίνος σηκώθηκε πλησίασε την Βέρα, την πήρε από το χέρι και άρχισαν να χορεύουν ένα βαλς αργό, κοιτιόντουσαν και χαμογελούσαν... Καθώς χόρευαν άρχισε να χιονίζει, χιόνιζε αραιά και ύστερα όλο και πιο πυκνά, δεν μπορούσε να τους δει καλά, τα πάντα μοιάζανε με σκιές, κρυβόταν τώρα από τα μάτια του, σαν την μνήμη που χάνεται, σαν τους στίχους που μοιάζουν με χαρταετό και στροβιλίζονται ψηλά στον ουρανό, λίγο πριν σπάσει ο σπάγκος …



Μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο

ένας πολύχρωμος χαρταετός που υψώνεται
κι αστράφτει μαγικά πάνω απ’ τα κάστρα
με ήχους φυσαρμόνικας, με μακρινές φωνές
σχεδόν που αγγίζει κάποτε τον ουρανό
κι ύστερα χάνεται αργά μες στην ομίχλη
ύστερα στροβιλίζεται και πέφτει
πέφτει, σκαλώνει, σκίζεται
χάνει τα χρώματα και χάνει τα στολίδια του
πάνω στα αιχμηρά κλαδιά του χρόνου
αυτό είναι η μνήμη

ένα μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο
βουβό και δακρυσμένο να κοιτάζει

 


     

    Λίγο πριν αλλάξει ο χρόνος χιόνιζε στην πόλη, τα μάτια του Δημητρού  έμειναν να κοιτούν την σκονισμένη βιτρίνα, τα θολά κρύσταλλα, τα κίτρινα γράμματα  που ενημέρωναν για το “SERVICE ΚΡΥΣΤΑΛΛΩΝ”  που πια δεν είχε αντίκρισμα… Χιόνιζε πυκνά καθώς ο χρόνος έφευγε μαζί με τις μνήμες,  τις σκιές του παρελθόντος που θα ταξιδεύουν για πάντα σαν πολύχρωμος χαρταετός σε πατρίδες γαλάζιες …

Αφιερωμένο στην μνήμη του πατέρα μου…

31/12/2019  - 2/1/20
Α.  Δ. Ε. ΒΑΛΜΑΣ

Ποίηση: Τόλης Νικηφόρου, Μοναχικό παιδί κάτω απ’ το δέντρο, από τη συλλογή Το μυστικό αλφάβητο (2010)

Ζωγραφική: Ντίνος Παπασπύρου, ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-77, Καθαρή Δευτέρα, τέμπερα, 28Χ38 εκ., 2012, Κωδ. 916

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 26, 2019

Ένας μικρός Χριστός γεννιέται πάλι αύριο

Ένας μικρός Χριστός γεννιέται πάλι αύριο



   Αν και σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, ο άντρας της, την είχε χτυπήσει λίγο νωρίτερα. Όχι πολύ, δυο τρεις, της είχε δώσει μόνο, οπότε… πάλι καλά, σκεφτόταν η νεαρή γυναίκα, ανατριχιάζοντας τι μπορούσε να είχε συμβεί αν δεν σηκωνόταν αμέσως απ’ το στρώμα. Ήταν αδύνατη και κοντούλα, εκείνος σωματώδης, χοντράνθρωπος, ψυχή τε και σώματι. Σαν πάνινη κούκλα την άρπαξε μόλις σηκώθηκε από το στρώμα που είχαν καταγής, αντί για κρεβάτι και της άστραψε δυο σφαλιάρες. Όταν του αντιστεκόταν, εκείνος γινόταν πολύ βίαιος. Ευτυχώς σήμερα δεν του έδωσε χρόνο να νευριάσει περισσότερο γιατί φοβόταν για το αγέννητο παιδί της, όχι για την ίδια. Είχε συνηθίσει πια και στην χώρα της έτσι και αλλιώς, πάντα έφταιγε η γυναίκα. Πολλές φορές κατηγορούσε ακόμη και τον εαυτό της, εκείνη έφταιγε για το ξυλοφόρτωμα, που δεν τον άκουγε τον άντρα, που τον ερέθιζε με τις αρνήσεις και την γκρίνια της. 
   Έτσι και εκείνο το απόγευμα της παραμονής των Χριστουγέννων. Για έναν ζητιάνο, αυτή η μέρα ίσως ήταν η καλύτερη όλου του χρόνου για μεροκάματο. Το πρωί είχε βγάλει αρκετά και τώρα έπρεπε από τις τρεις να είναι στο πεζοδρόμιο, απέναντι από το εμπορικό κέντρο στην Τσιμισκή, όμως έκανε κρύο και έβρεχε, χιονόνερο ήταν. Με τέτοιο κρύο το βρώμικο ημιυπόγειο στην οδό Γαμβέτα με την παλιά ξυλόσομπα, άδειο, γκρίζο και παγερό, κι όμως ήταν μια τσιμεντένια φάτνη θαλπωρής για εκείνη και το αγέννητο παιδί της.
   Τέσσερις και τέταρτο κόντεψε μέχρι να κατέβει απ’ το λεωφορείο στην Αριστοτέλους το αναθεματισμένο αργούσε πολύ. Έτσι εκτός από την δική της αργοπορία, είχε χάσει και άλλη ώρα απ’ αυτήν που τους όριζε το “αφεντικό” στα διάφορα σημεία, έξω από εμπορικά, εκκλησίες και όλα τα πολυσύχναστα περάσματα. Το “αφεντικό” κρατούσε τα μισά από τις ελεημοσύνες του κόσμου. Αλίμονο σε όποιον τον έκλεβε. Τα χρήματα που της αναλογούσαν τα κρατούσε ο άντρας της, αυτός έκανε κουμάντο και λογαριασμό δεν τις έδινε. Αν είχε ένα πιάτο φαί στο τέλος της ημέρας, ήταν ευχαριστημένη, γιατί πολλές φορές εκείνος τα έτρωγε όλα στα χαρτιά και ούτε για αυτό δεν περίσσευε.
    Το κέντρο της πόλης ήταν πολύ όμορφα στολισμένο, όλοι οι κορμοί των δέντρων είχαν τυλιχτεί με φωτεινά λαμπάκια λευκά και κίτρινα εναλλάξ. Στο μεγάλο εμπορικό της Τσιμισκή, στην μέση του αίθριου είχαν στολίσει και ένα πανύψηλο έλατο με χιλιάδες λαμπάκια και μεγάλες κόκκινες μπάλες. Αυτά είναι για τους ανθρώπους που έχουν δουλειά και γεμάτη τσέπη, μονολογούσε. Έβαλε ένα κομμάτι χαρτόνι στις παγωμένες και υγρές τσιμεντόπλακες και κάθισε με την πλάτη στα κάγκελα του δρόμου. Μπροστά τις τοποθέτησε ένα ανορθόγραφο “ΠΙΝΑΟ”.  Με τέτοια μαυρίλα που είχε ο ουρανός φαινότανε σαν να νύχτωνε από τώρα. Οι άνθρωποι βιαστικοί περνούσαν από μπροστά της, να κάνουν τις τελευταίες δουλειές, τις τελευταίες αγορές. Τα μαγαζιά τώρα που είχαν τελειώσει τα κάλαντα, τα πάρτι και τα τσικνίσματα, είχαν σχεδόν αδειάσει. Περνούσε ακόμη πολύς κόσμος, όμως χρήματα δεν αφήνανε. Με την κακοκαιρία κοιτάγανε απλά να τελειώνουν, να γυρίσουν σπίτι για την βραδινή έξοδο ή τις χριστουγεννιάτικες μαζώξεις, σε σπίτια φιλικά.
  Πέντε και δέκα και ήταν νύκτα πια, εκείνη στην γωνιά της έτρεμε από το κρύο, πονούσε η κοιλιά της, σε λίγο καιρό καταλάβαινε ότι θα γεννούσε, αλλά πέρα από αυτό δεν ήξερε τίποτα συγκεκριμένο, ούτε το φύλο του παιδιού δεν γνώριζε, αφού φυσικά σε γυναικολόγο δεν είχε πάει ποτέ.

***

    Αυτό το παγερό απόγευμα της παραμονής των Χριστουγέννων, “ζητιάνευε” στην γωνία, πάνω απ’ το φανάρι της Αριστοτέλους. Καθόταν έξω από εκείνο το μαγαζί με τις τηγανιτές πατάτες. Όλο και κάποιος από τους πελάτες, ειδικά παιδί θα υπέκυπτε στο λυπημένο βλέμμα της και θα της πετούσε κάνα δυο πατάτες και ύστερα πάλι κάποιος άλλος, μέχρι μετά από ώρα να χορτάσει την πείνα της. Σαν χόρταινε, πήγαινε στο κατάστημα με τα ρούχα που φυσούσε εκείνος ο ζεστός αέρας έξω από την είσοδο και ήταν πάντα φιλόξενοι. Δεν την έδιωχναν ποτέ, την αγαπούσαν την γριά σκύλα και εκείνη το είχε κάνει στέκι της.  
   Φτάνοντας στο κατάστημα με τα ρούχα για να ξαπλώσει, είδε εκείνη την κοπέλα με την πρησμένη κοιλιά. Παρακαλούσε τους περαστικούς έχοντας απλωμένο το χέρι της για μια βοήθεια, όμως σαν την ίδια, με τις πατάτες, δεν έβρισκε και πολλούς πρόθυμους να της δώσουν.
   Ο κόσμος όλο και αραίωνε και η κοπέλα κοιτούσε τα λιγοστά χρήματα που είχε μαζέψει. Έτρεμε, όχι μόνο απ’ το κρύο μα και από τον φόβο. Τι θα έδινε στον άντρα της μόνο δέκα ευρώ; Τα μισά ήταν του “αφεντικού” Είχε αργήσει να κατεβεί στο κέντρο, χάθηκε η καλύτερη ώρα και τώρα έτρεμε να τον αντικρίσει.
   Η σκύλα είχε ξαπλώσει πλάγια στην είσοδο του καταστήματος, είχε χοντρό καφέ τρίχωμα που την προστάτευε πολύ καλά, είχε και τον ζεστό αέρα από το κατάστημα, γουργούριζε από ευχαρίστηση γιατί ήξερε πως η νύχτα που θα ακολουθούσε όταν τα φώτα έσβηναν, θα ήταν δύσκολη.  
   Η κοπέλα κάποια στιγμή είδε απέναντι της το σκυλί, φαινόταν ήσυχο και όσο έβλεπε τα μάτια του που την κοιτούσαν, σαν να την συμπονούσε, τόσο και του χαμογελούσε και αυτή. Σαν από μια αόρατη χορδή λες οι ζωές τους ενώθηκαν, η κοπέλα αισθανόταν πως το σκυλί έτσι επίμονα που την κοιτούσε αισθανόταν τον πόνο, την αγωνία, τον φόβο της. Σκύλα πρέπει να ήταν, την ένοιωθε, ναι την ένοιωθε, γιατί και αυτή ζωή έφερνε στον κόσμο.
   Έξι το απόγευμα και η αγορά έκλεινε, ο καιρός βάρυνε και άλλο. Η κυκλοφορία είχε κολλήσει στο κέντρο από τα αυτοκίνητα που το εγκατέλειπαν, κομφούζιο απ’ τα συνεχόμενα κορναρίσματα για την προτεραιότητα στα φανάρια, για λίγα εκατοστά μπροστά. Στο κατάστημα με τα ρούχα οι τελευταίοι πελάτες περίμεναν στο ταμείο. Παραδίπλα, στο μεγάλο εμπορικό κέντρο και εκεί αραίωνε ο κόσμος. Άνθρωπος δεν της είχε αφήσει χρήματα εδώ και ώρα. Η κοπέλα κοιτούσε την σκύλα με μάτια υγρά. Αναπόλησε όταν ήταν παιδί, φτώχεια στο σπίτι, έξι αδέρφια, όμως υπήρχε χαρά στην ζωή τους. Αναθυμήθηκε τον στολισμό των Χριστουγέννων στα σπίτια, στους δρόμους, στην κεντρική πλατεία της πόλης, τις χορωδίες, τα χριστουγεννιάτικα φαγητά και τα στολίδια που πουλούσαν στους γιορτινούς πάγκους, το χιόνι που έπεφτε ανάλαφρο, σε πρόσωπα ευτυχισμένα…
    Ο άντρας της εμφανίστηκε ξαφνικά, δεν τον περίμενε, ήλπιζε ότι το βράδυ που θα γυρνούσε στο υπόγειο τους αυτή, εκείνος θα έλειπε και αργά τα μεσάνυχτα που θα επέστρεφε, θα έπεφτε ξερός από το μεθύσι. Της κόπηκε η μιλιά, πάγωσε. Άπλωσε το χέρι του και της ζήτησε επιτακτικά τα χρήματα. Εκείνη, του έδωσε κάποια κέρματα,
- Πόσα είναι μωρή αυτά; Που είναι τα πολλά, που τα κρύβεις; Την ρώτησε στην γλώσσα τους, μην πιστεύοντας ότι τέτοια μέρα σε αυτό το σημείο είχε μαζέψει μόνο τόσα. Η σκύλα παρακολουθούσε την σκηνή, κοιτούσε μια την κοπέλα και μια τον άγνωστο. Μέσα της ένοιωσε την ένταση, αν και μεγάλη, με τα αρθριτικά να μην της επιτρέπουν μεγάλη ευκινησία σηκώθηκε πάνω. Η κοπέλα απολογούνταν τώρα στον άντρα,
- Δεν δίνανε, βιαστικοί ήταν όλοι με τέτοιο καιρό. Εκείνος φαινότανε ότι δεν την πίστευε, την άρπαξε από το ρούχο,
- Τα χρήματα, τώρααα μην σου… την απείλησε.
- Δεν έχω άλλα, άργησα να έρθω… Το παγωμένο πρόσωπο της έκαψε από το χαστούκι. Σήκωσε το χέρι ξανά για να κατεβεί που αυτήν την φορά;
- Μη, το παιδί, του φώναξε.  
    Ένας περαστικός κοίταξε το ζευγάρι, κοντοστάθηκε μα δεν έδωσε συνέχεια. Ο άντρας σήκωσε πάλι το χέρι του. Η σκύλα είχε φτάσει δίπλα τους, το βραχνό βαρύ γάβγισμα της, ανέκοψε την πορεία του χεριού του . Πήγε να την κλωτσήσει, αυτή όμως δεν τον φοβήθηκε και του γρύλιζε άγρια. Η κοπέλα προσπαθούσε να φύγει όμως δεν ήταν δυνατόν, τα χέρια του την είχαν μαγκώσει σαν τανάλιες. Η σκύλα γάβγιζε όλο και πιο πολύ, γρύλιζε απειλητικά, επέμενε σαν να ήταν η μάνα της κοπέλας, δεν θα τον άφηνε να την χτυπήσει ξανά.
- Τα χρήματα μωρή, φώναξε πάλι αυτός.
- Μη με τραβάς, θα πέσω, το παιδί, ικέτευε εκείνη. Από δίπλα της η σκύλα, τον απειλούσε δείχνοντας συνεχώς τα κοφτερά της δόντια. Μεγάλη φασαρία, τώρα κάποιοι περαστικοί σταμάτησαν.
- Ααααααα ούρλιαξε ο άντρας. Η σκύλα του είχε καταφέρει μια γερή δαγκωνιά στο μπούτι. Τα χέρια του λύθηκαν και η κοπέλα έτρεξε, χάθηκε στο πλήθος.   
- Τι συμβαίνει φώναξε ο ιδιοκτήτης του καταστήματος ρούχων που είδε την σκηνή,
- Με δάγκωσε το κωλόσκυλο είπε σε σπαστά ελληνικά εκείνος, πήγε να δώσει μια κλωτσιά στο σκυλί αλλά του ξέφυγε,
- Ήρεμα μεγάλε, ήρεμα… Ένας γεροδεμένος άντρας με πολιτικά του άρπαξε το δεξί χέρι και του το γύρισε πίσω από την πλάτη. Εκείνος πήγε να αντισταθεί αλλά ένας δεύτερος τον έπιασε από το λαιμό και του κατέβασε το κεφάλι πάνω στα σίδερα του δρόμου και γρήγορα του πέρασαν χειροπέδες.
- Ήσυχα ρε κωλόπαιδο, θα πάμε μια βολτίτσα εδώ κοντά… Οι ασφαλίτες από το προξενείο των ΗΠΑ λίγο πιο πέρα, είχαν ειδοποιηθεί από τον άντρα που κοντοστάθηκε όταν είδε το χαστούκι όμως φάνηκε ότι είχε φύγει.

***

    Χριστούγεννα, αργά το βράδυ, λίγες ώρες πριν το ξημέρωμα οι παρέες που διασκέδαζαν στην μεγάλη συναυλία του δήμου Θεσσαλονίκης, στην πλατεία Αριστοτέλους ή στα μαγαζιά του κέντρου είχαν πια αραιώσει. Η νεαρή γυναίκα γυρνούσε μόνη στους δρόμους του κέντρου αφότου είχε ξεφύγει από τα χέρια του άντρα της. Δεν ήξερε ότι τον συνέλαβαν και φοβόταν μήπως τον δει μπροστά της για αυτό περπατούσε στα στενά ανάμεσα στους κεντρικούς δρόμους. Πονούσε πολύ τώρα, ένοιωθε το μωρό να κλωτσάει δυνατά. Περπατώντας βρέθηκε τώρα στην πίσω μεριά του εμπορικού κέντρου. Ήταν σκοτεινά, ψυχή δεν περπατούσε. Πονούσε, πονούσε πολύ, κρύωνε και φοβόταν. Που να πάει τώρα, τα μοναδικά λεφτά της τα είχε δώσει σε εκείνον. Στο υπόγειο δεν μπορούσε να γυρίσει. Αν την έβλεπε μπροστά του θα την σκότωνε στο ξύλο. Όχι, όχι το μωρό της θα πάθαινε κακό. Καλύτερα να πεθάνουμε εδώ, στην μέση του δρόμου, σκεφτόταν,
 -  Ωωωωω, βόγκηξε από την έντονη σουβλιά, δεν είχε γεννήσει ξανά, όμως το ένστικτο της, της έλεγε ότι η στιγμή πλησίαζε. Πως θα το κάνω Θεέ μου; Αναρωτιόταν, μοναχή μου; Ένοιωσε τα πόδια της υγρά, πολύ υγρά,  λες και κάτι έτρεχε…  
    Άκουσε το γαύγισμα και γύρισε να δει πίσω της. Η σκύλα ερχόταν τρέχοντας με δυσκολία στο κατόπι της.
- Πονάω της φώναξε στην άγνωστη γλώσσα της, έκλαιγε και δίπλωσε στα δυο από τον πόνο. Γονάτισε, το σκυλί ήρθε πάνω της και της μιλούσε στην δική του γλώσσα τώρα, με γλυκόλογα παρηγοριάς. Την έγλυφε με αγάπη, γρήγορα όμως την άφησε και έτρεξε εκεί κοντά. Στάθηκε έξω από μια πολυκαιρισμένη ξύλινη πόρτα και γάβγιζε συνεχώς, την χτυπούσε με το πόδι της για να της ανοίξουν.
- Ποιος είναι; Φώναξε σε λίγο κάποιος από μέσα, η πόρτα άνοιξε διστακτικά, ύστερα καθώς είδε το μοναχό σκυλί, βγήκε ένας κοντόχοντρος, ηλικιωμένος άντρας.
- Τι είναι Κατερίνα; Η σκύλα γάβγισε και τον οδήγησε στην κοπέλα.
- Τι σου συμβαίνει παιδί μου; Την ρώτησε εκείνος αγουροξυπνημένος.
- Μωρό, του απάντησε με τα σπαστά ελληνικά της και έδειξε την κοιλιά της. Ο άντρας την σήκωσε με δυσκολία και την οδήγησε μέσα στο ταπεινό καμαράκι του. Δεν ήταν το σπιτικό του, ήταν άστεγος και είχε βρει καταφύγιο σε ένα ετοιμόρροπο σπίτι. Η σκύλα κουνούσε την ουρά της χαρούμενη και χώθηκε μαζί τους στο υποτυπώδες καμαράκι. Η κοπέλα προς στιγμή ηρέμησε και νόμισε πως θα περάσει ο πόνος όμως επέστρεψε δριμύτερος. Πονούσε πολύ και τα πόδια της είχαν γεμίσει υγρά που έτρεχαν και δεν σταματούσαν. Ο άντρας σήκωσε προς το μέρος της την παλιά λάμπα πετρελαίου και είδε την κατάσταση της,
- Σπάσανε τα νερά, γεννάς κορίτσι μου… πάω να σου φέρω βοήθεια, της είπε και γυρίζοντας στο σκυλί, Κατερίνα πρόσεχε το κορίτσι.
     Η Κατερίνα που ήταν κουλουριασμένη στα πόδια της, την κοίταζε με αγάπη, την έγλυφε, παραστεκόταν στο μαρτύριο της. Η κοπέλα κοιτούσε το σκυλί με ευγνωμοσύνη, αυτήν την στιγμή με όλα αυτά που είχε κάνει δεν ήταν άδικο, το ένοιωθε πιο πολύ και από άνθρωπο, από τον άντρα που δεν είχε να της σταθεί, απ΄την μάνα της την ίδια, που είχε χάσει χρόνια πριν. Μα και η Κατερίνα, αυτή η γιαγιά που από παιδί μεγάλωσε μέσα στο κέντρο της πόλης ζητιανεύοντας από την αγάπη των ανθρώπων, την ένοιωθε. Μάνα ήταν και αυτή κάποτε και τώρα στο τέλος της ζωής της, ένοιωθε το μητρικό ένστικτο για αυτό το άγνωστο κορίτσι, με την φουσκωμένη κοιλιά.
- Εδώ, εδώ, ελάτε, ο άστεγος είχε επιστρέψει με έναν αστυνομικό από την φρουρά του αμερικανικού προξενείου. Μέσα στο πόνο της άκουγε τον αστυνομικό να μιλάει με μια γυναικεία ηλεκτρική φωνή από τον ασύρματο του.
- Γρήγορα, γρήγορα, ασθενοφόρο με γιατρό, φώναζε ο αστυνομικός μέσα από τον ασύρματο του, έχουν σπάσει τα νερά, πρέπει να έχει και αιμορραγία νομίζω. Η αστυνομικός από το κέντρο επικοινώνησε με το ΕΚΑΒ, ζήτησε άμεσα ασθενοφόρο στην οδό Βασ. Ηρακλείου, όπισθεν του εμπορικού κέντρου.
- Σε πέντε λεπτά θα είναι εκεί, ενημερώστε μας για την πορεία του περιστατικού, του απάντησε  η αστυνομικός που είχε βάρδια στο κέντρο της Αμέσου Δράσεως.
   Αιώνες λες και πέρασαν για αυτά τα πέντε λεπτά, μέχρι να ακουστεί η σειρήνα, να κατεβούν από το ασθενοφόρο ο γιατρός και οι διασώστες. Χρόνος δεν υπήρχε, μέσα στις κραυγές της άγνωστης κοπέλας, τα γλυκόλογα της Κατερίνας σαν την γιαγιά που περιμένει το εγγόνι, όλα έπαψαν, σιγή…
   Πρώτα το γλυκό κλάμα του μωρού κι ύστερα τα χαμόγελα όλων στο ετοιμόρροπο σπίτι, ακούστηκαν στις 5.30 πριν απ’ το χάραμα, ενώ οι χιονονιφάδες έπεφταν πυκνά πάνω στην πόλη και στις εκκλησιές έψαλλαν για την Άγια την Νυχτιά, την Φάτνη της Βηθλεέμ. Το παγωμένο καμαράκι του αστέγου, αυτή η φτωχική φάτνη, υποδέχθηκε έναν ακόμη μικρό Χριστό στην γη, έναν Χριστό φτωχό, καταφρονεμένο, παιδί μιας άγνωστης, κακοποιημένης Παναγιάς...


    Σαν από παραμύθι βγαλμένη αυτή η ιστορία, ο άστεγος, που γνώριζε μοναχά λίγο την Κατερίνα όπως την φώναζαν οι καταστηματάρχες στην περιοχή, την αγάπησε με όλο αυτό που είδε και έμαθε τις επόμενες μέρες. Γεροντάκια ήταν και οι δυο τους, ταιριάζανε και έτσι γίνανε αχώριστοι και ότι είχαν πια, το ετοιμόρροπο σπίτι, καμιά κονσέρβα, θα το μοιραζόταν οι δυο τους. Περνούσαν τις μέρες τους στο κέντρο και πάντα περίμεναν την μέρα που θα έβλεπαν ξανά την μάνα και το μωρό εκείνης της Άγιας νύχτας των Χριστουγέννων…
   Η νεαρή μητέρα, και το μωρό της βρήκαν την αληθινή τους φάτνη λίγες μέρες μετά την έξοδο από το νοσοκομείο. Ο αστυνομικός που κάλεσε το ασθενοφόρο ήταν καλόκαρδος άνθρωπος και ήξερε από μια άλλη περίπτωση παλιότερα, ένα ίδρυμα της εκκλησίας έξω από την Θεσσαλονίκη, κάπου κατά την Θέρμη. Πήρε λοιπόν τηλέφωνο για να μιλήσει στον αγαθό ιερέα και την πρεσβυτέρα του, να τους διηγηθεί την ιστορία αυτής της κοπέλας, τουλάχιστον το κομμάτι που γνώριζε ο ίδιος. Ο ιερέας και η πρεσβυτέρα πολλά χρόνια τώρα φρόντιζαν ανύπαντρες μητέρες και κακοποιημένες γυναίκες, χωρίς ποτέ να τους ενδιαφέρει η εθνικότητα ή η θρησκεία τους. Έτσι, λίγες ώρες πριν να μπει ο νέος χρόνος, δέχθηκαν με χαρά στην αγκαλιά τους και αυτήν την κακοποιημένη μητέρα και το αγοράκι της. Τους υποδέχθηκαν με ανοικτή αγκαλιά, για να τους προσφέρουν την αγάπη του Χριστού, που ήρθε σαν αυτό το μωρό, σαν τόσα άλλα στην γη, καταδιωγμένος και ανυπεράσπιστος, μέσα στην ταπεινή φάτνη των ζώων.   


Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα

Ένας μικρός Χριστός γεννιέται πάλι αύριο,
μόνος στον κόσμο.
Ένας μικρός Χριστός που ζωγραφίζει θαμπά
στο τζάμι δέντρα για τα παιδιά,
καράβια για τα όνειρα,
ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους.
Παραμονή και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα ...


    Αφιερωμένο στην πρεσβυτέρα Στυλιανή Πλευράκη και τον σύζυγο της, ιερέα Κωνσταντίνου Πλευράκη που εδώ και τρεις δεκαετίες και πλέον προσφέρουν στο ίδρυμα “Το σπίτι της Μαρίας” στην Θέρμη Θεσσαλονίκης, μια φάτνη αγάπης πέρα και πάνω από εθνικότητες και θρησκείες, σε άγαμες μητέρες και κακοποιημένες γυναίκες.

   Στην αγαπητή μου φίλη ποιήτρια Χριστίνα Γεωργιάδου, γιατί όπως και πριν χρόνια στην παρουσίαση της πρώτης της ποιητικής συλλογής ‘’Σπορά” είχα εμπνευστεί ένα από τα διηγήματά μου, κατεβαίνοντας προ ημερών στο γιορτινά στολισμένο κέντρο της πόλης, για την παρουσίαση της νέα της ποιητικής συλλογής “Γόος”, εμπνεύστηκα αυτό το διήγημα.  

Α.  Δ. Ε.  ΒΑΛΜΑΣ
25/12/2019

Ποίηση, Τόλης Νικηφόρου, Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα
Ζωγραφική Ντίνος Παπασπύρου ΠΙΝΑΚΑΣ-Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα, τέμπερα, 28Χ38 εκ., 2006



Τρίτη, Δεκεμβρίου 03, 2019

Ο Νέος Δήμαρχος

Σαν παραμύθι
Σε δύσπιστα αυτιά
Θα ακουστεί
Μα τα παιδιά
Πάντα θα φέρνουν
Το ΦΩΣ…

Α.  Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ
  
Ο Νέος Δήμαρχος



Μια ιστορία που ξεκινά στην Θεσσαλονίκη, το καλοκαίρι του 20..

    Αργά το απόγευμα, αρχές Ιούλη. Μια παρέα επτά παιδιών και ένα ολόμαυρο Λαμπραντόρ που τρέχει χαρούμενο ανάμεσα τους, κάνουν βόλτα στην οδό Κωνσταντινουπόλεως, στα παλιά Κυβέλεια. Πάνω απ’ τα κεφάλια τους τα πορτοπαράθυρα ερμητικά κλειστά, στις ξεθωριασμένες προσόψεις των κτιρίων τα κλιματιστικά αγκομαχώντας πετάνε καυτό αέρα στον δρόμο. Στα φτωχικά σπίτια των χαμηλών ορόφων, στις παρόδους πίσω από την λεωφόρο δεν περιστρέφονται φτερωτές κλιματιστικών, μοναχά το ζεστό ρεύμα απ’ τα αντικρινά παράθυρα ανεμίζει μάταια τις φθηνές κουρτίνες. Καθώς μπαινοβγαίνουν απ’ τα πολυκαιρισμένα ξύλινα παράθυρα παιχνιδίζουν με τα πυρωμένα κάγκελα στα στενά μπαλκόνια ή με τις σιδεριές στα παραθύρια των ημιυπόγειων διαμερισμάτων.
  Τα παιδιά περπατούν στην μέση του δρόμου, πλάι στα διπλοπαρκαρισμένα αμάξια εμπρός στα παλιά Κυβέλεια, μα ας τα αφήσουμε για λίγο, ας τα αφήσουμε να δούμε μια εικόνα…

 Η αταξία μιας πόλης σε μια εικόνα

   Η ζέστη ήταν αφόρητη τις τελευταίες μέρες. Αρχές Ιούλη και ο υδράργυρος σκαρφάλωνε με ευκολία κοντά στους 38 τα μεσημέρια, ενώ τα βράδια έπεφτε μόνο λίγο κάτω από τους 30 βαθμούς κελσίου. Με τέτοιες θερμοκρασίες οι οσμές που αναδύονταν απ’ τα  σκουπίδια ήταν ανυπόφορες. Οι κάδοι περισυλλογής απορριμμάτων έπρεπε από καιρό να είχαν αντικατασταθεί με κάποιο πολύ πιο σύγχρονο μέσο στα πρότυπα ανεπτυγμένων πόλεων ανά τον κόσμο. Όμως, παρά τις υποσχέσεις και τα μεγαλεπήβολα σχέδια των δημάρχων, παρέμεναν στους δρόμους ξεχαρβαλωμένοι, λεροί και δυσώδεις, πεταμένοι εδώ και εκεί από τους οδηγούς των ΙΧ που ψάχνανε ακόμα και λίγα ελεύθερα εκατοστά για να παρκάρουν.    
  Ήταν χρόνια τώρα που τα απορρίμματα είχαν καταλάβει την πόλη. Στην αρχή οι κάτοικοι τα έβλεπαν κάθε τόσο να ξεχειλίζουν από τους κάδους και έπειτα να στοιβάζονται στα πεζοδρόμια. Ειδικά στα στενά δρομάκια αλλά και μπροστά σε παντοπωλεία, μανάβικα, ταβέρνες, καφέ και εστιατόρια, η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη. Οι αίλουροι της πόλης σαλτάρανε στους κάδους στα φανερά, απόλυτοι ηγέτες των σκουπιδότοπων κέρδιζαν την μερίδα του λέοντος στα φαγώσιμα που πετιούνταν, παρά την οικονομική κρίση. Δεν ήταν όμως μόνες οι γάτες. Τα τρωκτικά τρυπώνανε με προσοχή στους σωρούς κάτω από την μύτη των προαιώνιων εχθρών τους και τρώγανε και αυτά απ’ τα αποφάγια που έβρισκαν πλουσιοπάροχα μέσα και έξω από τους κάδους. Και από πάνω οι μύγες, ανενόχλητες, πανταχού παρών. Μυριάδες από δαύτες, σε διάφορα σχήματα και μεγέθη ζουζούνιζαν χαρούμενες με τόση τροφή. Μια εικόνα λες και βγαλμένη από χωματερές δίπλα σε φαβέλες.
   Και δεν ήταν όμως μόνο το πρόβλημα των απορριμμάτων που ταλαιπωρούσε τους δημότες. Ελεύθεροι χώροι στάθμευσης δεν υπήρχαν και στους δρόμους∙ ακόμη και πάνω στα πεζοδρόμια, δεν υπήρχε ελεύθερο εκατοστό από τα τετράτροχα και τα δίτροχα. Αλλά και το ασφαλτόστρωμα ήταν γεμάτο λακκούβες και εξογκώματα από τα έργα των εταιρειών κοινής ωφελείας. Τόσες τρύπες και μπαλώματα έκαναν δύσκολη την ασφαλή διέλευση των πεζών, ειδικά των ηλικιωμένων. Τα βράδια δε, η κατάσταση επιβαρυνόταν ακόμη πιο πολύ λόγω του ελλιπούς φωτισμού, όπου δημιουργούσε επιπλέον και ανασφάλεια στους περαστικούς με την αυξημένη εγκληματικότητα που υπήρχε.  
    Γύρω από τα δέντρα που ασφυκτιούσαν, οι τσιμεντόπλακες σε πολλά πεζοδρόμια είχαν ανασηκωθεί λες και ήταν χάρτινες, φτιάχνοντας μικρά ακανόνιστα βουναλάκια συνεπεία της δύναμης των ριζών τουςκαθώς τα δέντρα έψαχναν νερό και τροφή στο υπέδαφος, οριζοντίως και καθέτως.
    Εκτός της παραλιακής ζώνης και του κέντρου όπου σίγουρα η κατάσταση ήταν αρκετά καλύτερη, τα περισσότερα πάρκα στις γειτονιές, θύμιζαν αλάνες γεμάτες με ξερά χόρτα και αγριολούλουδα, αφημένες στο έλεος του Θεού.
  Στις ελάχιστες παιδικές χαρές στην πόλη, τα παιχνίδια συνήθως ήταν λιγοστά, παλιά, πολλά και ξεχαρβαλωμένα. Τα παιδιά όμως παίζανε με την καρδιά τους, τρέχανε με φωνές και γέλια παραβλέποντας τις “ελλείψεις”.  
   Λιγοστά απ’ τα λεωφορεία της δημόσιας συγκοινωνίας απέμεναν πια σε λειτουργία στην Θεσσαλονίκη, ήταν μερικές ντουζίνες από σακαράκες που αγκομαχούσαν στους δρόμους, σηκώνοντας μαύρους καπνούς, σαν τσιμινιέρες. Μεγάλος χρόνος αναμονής και ταλαιπωρία στις στάσεις για όποιον δεν είχε δικό του μέσο να κινηθεί, μιας και εκτός των ταξί η πόλη δεν είχε κάποιο άλλο δημόσιο μέσο συγκοινωνίας αναμένοντας επί εικοσαετία και πλέον το πολύπαθο μετρό, του οποίου η λειτουργία όλο και αναβαλλόταν σε άγνωστα μέλλοντα.
    Μια εικόνα αποδιοργάνωσης της πόλης όπως και της χώρας στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Φέτος που ήταν οι δημοτικές εκλογές, μέχρι και τα χριστουγεννιάτικα στολίδια ήταν παρατημένα πάνω απ’ τους δρόμους του κέντρου και των συνοικιών, για πρώτη φορά ακόμη κρεμασμένα, λες και έτοιμα να ανάψουν μέσα στο κατακαλόκαιρο…

Τα παιδιά συζητούν, ανησυχούν, ζητούν…
  … Να και πάλι τα παιδιά, τα συναντούμε ξανά, ένα δευτερόλεπτο μετά, ίσως και λιγότερο, το ίδιο ζεστό απόγευμα του Ιούλη.
   Η παρέα των παιδιών και ο Κίντερ το πανέμορφο Λαμπραντόρ, περνούσαν έξω από το Μέγαρο Κυβέλεια όπου μέχρι το 1968 στεγαζόταν το ομώνυμο ιστορικό σινεμά. Τα παιδιά και το σκυλάκι περπατούσαν, όχι όμως από το πεζοδρόμιο, όχι, όχι, ήταν σχεδόν αδύνατο, στην μέση του δρόμου βάδιζαν. Μα και που να περπατήσουν; Τα περισσότερα πεζοδρόμια δεν διέθεταν ειδικές ράμπες αλλά και εκεί όπου υπήρχαν, ήταν σχεδόν πάντα απροσπέλαστες εξαιτίας κάποιου ασυνείδητου οδηγού.
  Έτσι ο Ορέστης - το ένα από τα παιδιά - με το αναπηρικό του καροτσάκι ήταν δύσκολο να ανεβεί στα πεζοδρόμια και ακόμη δυσκολότερο να τα διασχίσει. Στο ένα, τα σκουπίδια σωροί, χυμένα επάνω στις τσιμεντένιες πλάκες, μύριζαν από χιλιόμετρα. Στο άλλο πεζοδρόμιο πεταμένα μπάζα, ξηλωμένες πόρτες, σκισμένα έπιπλα. Παρακεί ξεχειλισμένοι οι κάδοι της ανακύκλωσης, πλαστικά μαζί με μουχλιασμένα σκουπίδια. Λίγο πιο πέρα το πεζοδρόμιο και ο δρόμος “φιλοξενούσαν” καναπέδες, διαλυμένες ντουλάπες και κρεβατοκάμαρες, λεκάνες, πλακάκια, σκουριασμένες σωλήνες, νεροχύτες, ντουλάπια κουζίνας πεταμένα από την ανακαίνιση κάποιου σπιτιού. Στο απέναντι πεζοδρόμιο δυο κοντινά καφέ είχαν στήσει ένα σωρό τραπεζοκαθίσματα και μεταλλικές κατασκευές, εξαφανίζοντας το πεζοδρόμιο και αφήνοντας μόνο ένα στενό πέρασμα ανάμεσα από τους πελάτες που το καρότσι του Ορέστη, δεν χωρούσε να περάσει με κανένα τρόπο. Ύστερα υπήρχαν και πεζοδρόμια τόσο στενά και με ένα δέντρο μόνο στην άκρη τους ήταν τυπικά και ουσιαστικά απροσπέλαστα από γονείς με καρότσια και πολύ περισσότερο από άτομα με ειδικές ανάγκες. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τα πεζοδρόμια ήταν γεμάτα και από ακαθαρσίες, διότι πολλοί ιδιοκτήτες σκυλιών δεν φρόντιζαν να μαζεύουν τα περιττώματα των ζώων τους και έκοβαν βόλτες ανενόχλητοι, δίχως συνέπειες. Ακόμη και ο καημένος ο Κίντερ παραξενεύονταν και δεν μπορούσε να ευχαριστηθεί την βόλτα του, ούτε να κάνει την φυσική του ανάγκη καθώς είχε μάθει αλλιώς.

   Η παρέα των επτά πέρασε μπροστά απ’ τον σταθμό του Μετρό «Ευκλείδης». Ο σταθμός πολλά χρόνια τώρα μια κατασκευαζόταν και μια παρέμενε ανενεργός, μέχρι να βρεθεί ξανά χρηματοδότηση και έτσι ταλαιπωρούνταν όλη την γειτονιά. Γνωστή ιστορία που ίσχυε φυσικά με τις ίδιες αρνητικές συνέπειες για όλη την πόλη. Πλάι στον σταθμό βρήκαν ένα φαρδύ πεζοδρόμιο και μιας και είχαν κουραστεί αποφάσισαν να κάτσουν εκεί σε ένα πεζουλάκι. Θα μπορούσαν να πάνε στο δημοτικό τους, το 13ο όπου μαζευόταν όλα τα παιδιά, όμως η πόρτα του σχολείου απόγευμα, καλοκαιριάτικα, ήταν κλειδωμένη και για τον Ορέστη δεν υπήρχε πρόσβαση μιας και θα έπρεπε να σκαρφαλώσει στα ψηλά κάγκελα του αυλόγυρου, για να μπει.
   Το πεζοδρόμιο που σταμάτησαν ήταν πολύ καθαρό σε αντίθεση με τα υπόλοιπα, όχι όμως τυχαία, το προσωπικό απ’ το μαγαζί με τα ελαστικά αυτοκινήτων που το χρησιμοποιούσε για υπαίθριο γκαράζ, σκούπιζε και τακτοποιούσε τον χώρο  μαζεύοντας τα λάστιχα σε μια άκρη σαν έκλειναν.
    Ο Ορέστης όπως και τα άλλα παιδιά, φέτος το φθινόπωρο θα πήγαινε στην Δευτέρα γυμνασίου. Είχαν μεγαλώσει όλα μαζί, μαζί στην γειτονιά, μαζί και στο σχολείο από τα νήπια. Ο Ορέστης ήταν ένα εξαιρετικό παιδί, όμως του έτυχε να έχει και εξαιρετικούς φίλους που τον αγαπούσαν και σέβονταν το κοφτερό μυαλό του και τον ευθύ του χαρακτήρα. Ευτυχώς, επιπλέον όλων αυτών, ο Ορέστης δεν ανήκε στο 85% των αοράτων παιδιών στην Ελλάδα, αυτών των παιδιών που δεν φοιτούσαν στα σχολεία λόγω της έλλειψης βασικών υποδομών ή ειδικών εκπαιδευτικών για τα παιδιά με αναπηρία. Το γυμνάσιο τους το 6ο  γυμνάσιο Θεσσαλονίκης φιλοξενούνταν σε ένα παλιό κτίσμα οι χώροι του ανήκαν κάποτε στο ρωσικό μαιευτήριο και δεν έμοιαζε, ούτε είχε τις προδιαγραφές ενός σύγχρονου σχολείου. Εντούτοις όμως, λόγω της ανάπτυξης του σε ένα και μόνο επίπεδο ήταν εύκολα προσβάσιμο από παιδιά με ειδικές ανάγκες και παιδιά που αντιμετώπιζαν προβλήματα όρασης, όπως ο Φώτης με την Ανθούλα. Οι δυο έφηβοι κάθε μέρα από την σχολή τυφλών, ανέβαιναν με τα λευκά τους μπαστουνάκια χέρι χέρι τους δρόμους μέχρι το 6ο  γυμνάσιο. Περνούσαν την Βασιλίσσης Όλγας και στην συνέχεια διένυαν με κίνδυνο, όλη την οδό Καραϊσκάκη που καλά καλά δεν χωρούσε να περάσει ένα αυτοκίνητο. Έπειτα διέσχιζαν την Δελφών και μετά πάλι ανηφόριζαν την Αθανασίου Διάκου. Μετά την Κωνσταντινουπόλεως έμπαιναν στην Βαλαγιάννη, αντίθετα με τα αυτοκίνητα, μέχρι την Παπαναστασίου και στο τέλος από το στενό της Ομήρου έμπαιναν στο προαύλιο του σχολείου. Αυτή ήταν η καθημερινή τους κυκλοφοριακή οδύσσεια, στον δρόμο με τα απροσπέλαστα πεζοδρόμια, τις συνεχείς λακούβες και λογής λογής εμπόδια ανάμεσα από επικίνδυνα τροχοφόρα…
       
    Στην παρέα σήμερα ήταν και η Λυδία που είχε φύγει με τους γονείς της όταν τελείωσε την τρίτη δημοτικού για τις Ηνωμένες πολιτείες και τώρα ερχόταν κάθε καλοκαίρι για διακοπές στην πατρίδα. Ο Κίντερ ήταν ο φιλαράκος της και την συνόδευε τα τελευταία καλοκαίρια σε αυτό το μακρινό ταξίδι.
   Με το που κάθησαν στο πεζούλι, έβγαλαν τα κινητά τους για να δουν μηνύματα και τις νέες αναρτήσεις στις διάφορες εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης. Μοιραία όπως πάντα, κόλλησαν στις οθόνες τους μέχρι που ο Ορέστης από το αμαξίδιο του κοίταξε ανάμεσα από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα προς το 13ο δημοτικό με τις πολύχρωμες ζωγραφιές στους τοίχους. Μέσα τα παιδιά, μικρά και μεγαλύτερα τσιροκοπούσαν παίζοντας παιχνίδια ή απλά εκτονώνοντας την περίσσεια τους ενέργεια. Ύστερα η ματιά του έπεσε προς την υπό κατασκευή είσοδο του Μετρό απ’ την μεριά της Κατσιμίδη. Σε λίγο όπως το συνήθιζε με όλα τα σημαντικά, ενημέρωσε τα άλλα παιδιά.
- Είναι σχεδόν έτοιμος ο σταθμός, έτσι είπε στην μάνα μου η κυρία Μάρθα,  έχει πελάτες όλους τους τεχνίτες που δουλεύουν εκεί κάτω. Αυτοί της το είπαν…
- Εεε και να μην το έλεγαν μόνοι τους, σιγά που δεν θα το μάθαινε η φουρνάρισσα μας, σχολίασε χαμογελαστά η Κλαίρη και όλα τα παιδιά γέλασαν.
- Ο πατέρας μου, ξεκίνησε πάλι ο Ορέστης μου είπε ότι όλη αυτή η αλάνα κάποτε ήταν ένα μεγάλο χωμάτινο παρκινγκ. Τις Δευτέρες όμως άδειαζε και γέμιζε από κόσμο. Εδώ γινόταν μια μεγάλη λαϊκή αγορά που έπιανε μέχρι το δημοτικό μας. Ερχότανε οι ψαράδες, οι μανάβηδες και όλοι οι έμποροι με τους πάγκους και τις τέντες τους. Λέει ακόμη πως έχει είκοσι χρόνια, πολύ πριν γεννηθούμε δηλαδή, που έκλεισε το μέρος και διώξανε την λαϊκή πιο κάτω, στην Αθανασίου Διάκου, για να γίνει το μετρό...
- Εμένα οι δικοί μου δεν το πιστεύουν ότι θα λειτουργήσει. Έχει γίνει και ανέκδοτο για την πόλη μας, τον διέκοψε η Σοφία που δεν έλεγε να σηκώσει τα μάτια της απ’ το κινητό.
   Η Άννα, με την Κλαίρη, τον Φίλιππο και τον Βασίλη, χαμογέλασαν και η συζήτηση σίγουρα θα είχε συνέχεια, όμως εκείνη την στιγμή ακριβώς, το διπλό τρίχρωμο λεωφορείο του ΟΑΣΘ ξεκίνησε από τον σηματοδότη με έναν εκκωφαντικό θόρυβο που ακούστηκε σαν έκρηξη και ταυτοχρόνως αμόλησε πίσω του ένα τεράστιο σύννεφο μαύρου καπνού. Ο Κίντερ γαύγισε δυνατά ξαφνιασμένος από τον κρότο και τα παιδιά ενστικτωδώς έτρεξαν να φύγουν μακριά ξεχνώντας τον Ορέστη που αν και με τα χέρια του έδωσε ώθηση όσο γρηγορότερα μπορούσε στις ρόδες, αμέσως έπεσε πάνω σε δυο τσιμεντένια παρτέρια. Το αγόρι αντιμετώπιζε και χρόνιο άσθμα και ο καπνός από το πετρέλαιο και τα καμένα λάδια, του προκάλεσε έναν έντονο βήχα. Τα παιδιά τον βοήθησαν και μετακινήθηκαν πιο πάνω, λίγο πριν την διασταύρωση Κατσιμίδη με Παπαναστασίου, στην αυλή μιας παρατημένης καφετερίας. Ευτυχώς, σύντομα ο Ορέστης ηρέμησε από τον βήχα.
- Δεν είναι κατάσταση αυτή, ξεκίνησε να μιλάει τώρα η Κλαίρη, παντού σκουπίδια, αυτοκίνητα, μόλυνση. Θυμάστε την Δωροθέα; Μου έστειλε γράμμα και φωτογραφίες από το Βέλγιο, εκεί βρήκαν δουλειά οι γονείς της. Τι όμορφα που είναι στην πόλη τους, τι μεγάλες πλατείες, καθαρά ολοπράσινα πάρκα. Όμως η δική μας πόλη, θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερη. Το τοπίο μας με την θάλασσα, τον κόλπο του Θερμαϊκού και τον Όλυμπο απέναντι, το ηλιοβασίλεμα, είναι από τα ομορφότερα στον κόσμο.
- Εδώ στην Ελλάδα δεν πάμε καθόλου καλά, έτσι όπως γράφει η Δωροθέα είναι και στο Μαϊάμι, συμπλήρωσε η Λυδία που φαινόταν πια καθαρά στην προφορά της, ότι ήταν Ελληνοαμερικανίδα. Όλα είναι πεντακάθαρα, εκεί δεν επιτρέπετε το ζωάκι σου να κάνει την ανάγκη του όπου να είναι στο δρόμο και εσύ να φεύγεις και να τα παρατάς. Πρέπει και να καθαρίσεις, αλλά έχει και ειδικό κάδο για να πετάξεις τις ακαθαρσίες, αλλιώςςςςςςς… Ο Κίντερ λες και συμφώνησε μαζί της έκανε δυο τρεις στροφές γαυγίζοντας και όλοι τον χάιδεψαν το κεφάλι του με το πυκνό μαύρο τρίχωμα.  
- Ναι και εμείς εδώ, τα πατάμε στο πεζοδρόμιο είπε θυμωμένα η Άννα και από πάρκα στην γειτονιά άστο, δεν έχουμε τίποτα άλλο εκτός απ’ το δημοτικό μας σχολείο, γκρίνιαξε.
- Είναι και το πάρκο του Μακεδονικού τάφου, πήρε τον λόγο ο Βασίλης,
- Αλλά ποιος μας αφήνει να πάμε εκεί; Τον ρώτησε ειρωνικά ο Φίλιππος, όλα χάλια, σπασμένα παγκάκια και το βράδυ σκοτεινά. Μόνο τα σκυλάκια τσαλαβουτάνε στις λάσπες,
- Και κάνουν το πιπί τους, χαχάνισε η Σοφία,
- Μην ανησυχείτε θα τα κάνει όλα ο νέος δήμαρχος, είπε γελώντας η Κλαίρη. Η μάνα μου, προχτές γκρίνιαζε για τα κομμένα δέντρα στην Κωνσταντινουπόλεως, μόνο σε εμάς μπροστά στην στάση μέτρησε πέντε. Tα βλέπετε όλοι σας, έχουν αφήσει τα κούτσουρα εδώ και χρόνια να προεξέχουν. Όλο και λέει στον πατέρα μου, “βρε Τάσο να στείλουμε ένα email, να βγάλουν τους κορμούς και να φυτέψουν νέα δέντρα”, “περίμενε” της λέει τώρα εκείνος “Να αναλάβει ο νέος δήμαρχος τον Σεπτέμβρη, τώρα κατακαλόκαιρο ποιος θα δώσει σημασία;” 
- Χαχαχά γέλασε η Άννα, οι γονείς μου πάντως λένε συνέχεια ότι οι πολιτικοί είναι όλο λόγια, μεγάλες υποσχέσεις και από έργα κράτα μικρό καλάθι.
- Προχτές ο μπαμπάς μου έβλεπε ειδήσεις και δυο πολιτικοί μαλώνανε και λέει μόνος του, πρόσθεσε κωμικά ο Βασίλης αλλάζοντας την φωνή του για να μιμηθεί τον πατέρα του, “τον κακό σας τον καιρό, μια ο ένας κατηγορεί, μια ο άλλος, και όταν είστε στην κυβέρνηση κανείς σας δεν κάνει τίποτα”
-Και όλοι εμείς; Δεν φταίμε; Αυτά τα σκουπίδια και τους καναπέδες, τα πλακάκια, τα σίδερα και όλα τα άλλα άχρηστα, ποιος τα πετάει; Ρώτησε ο Ορέστης αυστηρά,
      Εκείνη την στιγμή ένας έντονος συριγμός έκανε τα παιδιά να γυρίσουν το κεφάλι τους. Το βλέμμα τους αντίκρισε κοντά στο μετρό, ένα καρότσι που το έσπρωχνε μια παχιά, κοντή, μελαμψή γυναίκα. Φορούσε μια πολύχρωμη μπλούζα με μακριά μανίκια, μια πράσινη λερωμένη φούστα που έφτανε μέχρι τον αστράγαλο και ένα μαύρο παντελόνι από κάτω που ακουμπούσε σχεδόν στο έδαφος. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της τα είχε πιασμένα σε μια τεράστια πλεξούδα, όμως το μάτι σου έπεφτε αμέσως το αριστερό της μάγουλο το οποίο καλυπτόταν από μια τεράστια σκουρόχρωμη ελιά. Το καρότσι που έσερνε δεν ήταν ένα κοινό καρότσι μα μια αυτοσχέδια κατασκευή μια μεγάλη γαλαζωπή πλαστική κλούβα είχε τοποθετηθεί επάνω σε έναν σκελετό καροτσιού για μωρά. Ερχόταν από χαμηλά, απ’ την Αρχαιολογικού Μουσείου. Κάτι φώναζε με φωνή τσιριχτή, ένρινη, λίγο αστεία, κάπως μελωδική, κάτι που τα παιδιά το καταλάβαιναν σαν να άκουγαν “καλεεέ κυριιίαααα…”
   Γνώριμη εικόνα για τα παιδιά που έβλεπαν εδώ και χρόνια, ολόκληρες ομάδες από μικρούς και μεγάλους να περνούν με τα καροτσάκια τους και να ανακατεύουν τους κάδους των απορριμμάτων και της ανακύκλωσης. Τον τελευταίο χρόνο μάλιστα κάποιοι από αυτούς τους σύγχρονους Les Misérables είχαν φέρει στην πόλη και μικρά τρίκυκλα που γυρνούσαν στους δρόμους για να μεταφέρουν γρηγορότερα και ευκολότερα τον “πλούτο” τους, αφού κυκλώματα∙ πάνω από αυτούς τους φτωχούς εκτελεστικούς βραχίονες, είχαν οργανώσει ένα δίκτυο διακίνησης σε σκοτεινές επιχειρήσεις εντός και εκτός Ελλάδας.
    Η γυναίκα σταμάτησε σχεδόν δίπλα τους, σε κάτι κάδους στο τρίγωνο Παρασκευοπούλου – Παπαναστασίου - Κατσιμίδη και με μια σιδερένια βέργα άρχισε να ανακατεύει τα απορρίμματα και ότι άλλο από μπάζα, ξύλα, σίδερα κλπ υπήρχε παρατημένο στο πεζοδρόμιο. Η γυναίκα δεν ήταν μόνη με το καρότσι της, σε αυτό υπήρχαν και δυο κοριτσάκια. Πρέπει να ήταν κάπου 5 με 6 ετών το ένα παιδάκι και πολύ μικρότερο το άλλο. Τα δυο τους καθόταν επάνω στο σωρό των αντικειμένων που η γυναίκα αυτή η μητέρα τους πιθανά, είχε ξεδιαλέξει από τα σκουπίδια. Στα λιγνά χεράκια του το μεγάλο κρατούσε μια ξανθιά κούκλα που φορούσε ένα λερό, ροζ φόρεμα. Η μικρούλα ήταν παντελώς αδιάφορη για ότι συνέβαινε εκείνη την στιγμή γύρω της και μοναχά κοιτούσε την μεγαλύτερη αδελφή της που έπαιζε με την κούκλα της αμέριμνη, λες και δεν καθόταν επάνω σε ένα δύσοσμο σωρό απορριμμάτων αλλά στην μαλακή μοκέτα ενός ονειρεμένου, παιδικού δωματίου.
    Για τα παιδιά της γειτονιάς των Κυβελείων, ήταν πράγματι ένα απάνθρωπο “φαινόμενο” να υπάρχουν στην εποχή τους, άνθρωποι που ζουν σε υπόγεια και ολημερίς να ψάχνουν στους κάδους για ότι πολύτιμο για αυτούς. Να υπάρχουν παιδιά που στερούνται το σχολείο τους και μεγαλώνουν μέσα σε αυτοσχέδια καρότσια, επάνω σε σορούς απορριμμάτων. Η κυρία Δέσποινα, η εθελόντρια φιλόλογος στην δημοτική βιβλιοθήκη, κοντά στο Ιπποκράτειο, τους είχε θέσει προς συζήτηση αυτή την κατάσταση. Το να μεγαλώνουν δηλαδή παιδιά μέσα σε καρότσια, μέσα σε άθλια ημιυπόγεια σπίτια και αποθήκες, γεμάτα από ανακυκλώσιμα υλικά, κουβέρτες, χαλιά, σκουριασμένα σίδερα και πεταμένες ηλεκτρικές συσκευές. Ήταν δυστυχώς όπως τους έλεγε με μια φράση “τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού”.
   Οι μικροί μαθητές της, ήταν πολύ προβληματισμένοι αφού καταλάβαιναν ότι αυτά τα παιδιά δεν θα είχαν ούτε μια ευκαιρία για ένα καλύτερο μέλλον, όπως τα ίδια. Παρά τα όποια οικονομικά προβλήματα των γονιών τους λόγω της οικονομικής κρίσης, με λιγότερες ή περισσότερες δυσκολίες θα σπούδαζαν τα πιο πολλά. Τα παιδιά των υπογείων όμως θα μεγάλωναν σε αυτές τις άθλιες συνθήκες και αναλφάβητα θα συνέχιζαν να ζουν μια ζωή φτωχή, περιθωριακή, που ποιος ξέρει και που αλλού θα μπορούσε να τα οδηγήσει.
   Με την νεαρή φιλόλογο είχαν συζητήσει επίσης και για το πολύ σημαντικό ζήτημα των προσφύγων από τον πόλεμο στην Συρία αλλά και των οικονομικών μεταναστών που είχαν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια την Ελλάδα. Καθημερινά, θα τύχαινε να δουν μέσα από τις πολλές πηγές ενημέρωσης που είχαν στην διάθεση τους, χιλιάδες παιδιά να επιβιώνουν χρόνια τώρα μέσα στις λάσπες, να ζουν σε άθλια μέρη που ονομάζονται “κέντρα φιλοξενίας” πρώτα στα νησιά και έπειτα σαν μπούκωναν και εκρήγνυνταν αυτά από την πολυκοσμία, να μεταφέρονται στην ενδοχώρα σε αντίστοιχα κέντρα ενώ η πολιτισμένη Ευρώπη κώφευε στις εκκλήσεις των ελληνικών κυβερνήσεων.    
   Όλοι οι προβληματισμοί των παιδιών αλλά και οι προτάσεις τους  μαζεύτηκαν σε μια δική τους, ατομική έκθεση ιδεών που η φιλόλογος τους θέλησε να της δώσει μορφή σε ένα βιβλίο, ώστε να διαβαστεί και στο σήμερα μα και στο μέλλον.
   Εκτός της Λυδίας που ζούσε στην Αμερική, όλοι οι υπόλοιποι πήγαιναν στην δημοτική βιβλιοθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και πραγματικά είχαν ωφεληθεί πολύ απ’ την εθελόντρια παιδαγωγό που αρκετές ώρες την εβδομάδα βοηθούσε πολλά παιδιά στην σχολική ύλη και όχι μόνο.
    Σε λίγο η παρέα είδε την γυναίκα με το καρότσι και τα δυο κοριτσάκια, να απομακρύνονται. Εκείνη θα σταματούσε στον επόμενο κάδο ενώ τα κοριτσάκια θα συνέχιζαν αμέριμνα το παιχνίδι τους…
- Μπορούμε να κάνουμε κάτι εμείς για να αλλάξει όληηηη αυτή η κατάσταση στην πόλη μας; Ο Ορέστης τους κοίταξε καλά καλά και συνέχισε, να στείλουμε ένα μήνυμα, τα παιδιά ζητάμε από τον νέο δήμαρχο μια πόλη πιο ανθρώπινη, πιο καθαρή, πιο ασφαλής για όλους μας και μια χώρα που θα σέβεται τους ανθρώπους και το περιβάλλον… είστε;    
- Ναι, ναι,
- Για την πόλη μας,
- Μα και για την χώρα,
- Και όλο τον κόσμο,
- Να μας ακούσουν όλοι,
- Ναι αλλά πως;
- Θα πάμε στο γραφείο του;
- Θα του στείλουμε γράμμα;
- Μήπως email;
- Καλύτερα να τον ζητήσουμε στο τηλέφωνο;  
Η Άννα, η Κλαίρη, η Σοφία, η Λυδία, ο Φίλιππος και ο Βασίλης να αναρωτιούνται μεταξύ τους και στο τέλος όλοι κοίταξαν τον Ορέστη, τι σκεφτόταν άραγε;
- Το πρότεινα μα και εγώ δεν το έχω σκεφτεί ακόμη, είπε ο Ορέστης αλλά με τόσο καυσαέριο που ανέπνευσα σίγουρα θα μου έρθει κάποιος χρησμός, σαν την Πυθία.
Γ έ λ ι α…



Λίγες μέρες μετά…

     Όπως οι μεγαλύτερες ανακαλύψεις συμβαίνουν τυχαία, έτσι και αυτή την φορά λες και η θεά τύχη στάθηκε πάνω από τον Ορέστη. Έβλεπε την αγαπημένη του σειρά ντοκιμαντέρ στο youtube για την κλιματική αλλαγή και τις τεράστιες επιπτώσεις της. Ήταν λίγο αργά βέβαια αφού το ρολόι του έδειχνε 2 το πρωί, μα καλοκαίρι ήταν και αύριο το πρωί μπορούσε να σηκωθεί αργά.
   Ένας νέος επιστήμονας μιλώντας για τις επιπτώσεις του φαινομένου προειδοποιούσε ότι κανείς δεν είναι ασφαλής, αφού ο ήλιος είναι ένας και η θάλασσα με τους πάγους να λιώνουν, μπορεί να πνίξει όλο τον πλανήτη. Εξηγούσε με έμφαση ότι ο άνεμος δεν έχει πατρίδα, τα κουνούπια μας φέρνουν παθογόνους νόσους που δεν είχαμε πριν όπως αυτές που μεταφέρουν τα κουνούπια τίγρεις, οι ακρίδες καταστρέφουν σοδειές πιο βόρεια από παλιά και η ξηρασία καίει ακόμη και τα δάση της Σιβηρίας. Ανέφερε με έμφαση ότι στο μέλλον θα ζήσουμε και γιγάντιες μετακινήσεις κλιματικών μεταναστών.
   Πολλές οι σκέψεις του εφήβου για αυτό το θέμα που απασχολούσε πολλούς νέους σε όλο τον κόσμο. Το τελευταίο διάστημα είχε δημιουργηθεί μια παγκόσμια κοινότητα νέων και μάλιστα εφήβων ακτιβιστών που προσπαθούσε να αναδείξει το θέμα και στους πολίτες, μα και στους ηγέτες  του κόσμου για δράση ενάντια στο φαινόμενο. Ο Ορέστης μιας και μιλούσε και έγραφε σε πολύ καλό επίπεδο Αγγλικά, είχε ήδη επικοινωνία με παιδιά τέτοιων κοινοτήτων από την Ευρώπη, την Αμερική, την Άπω Ανατολή και την Αυστραλία, για να μαθαίνει τα σχέδια τους για το σοβαρό φαινόμενο.
   Σπουδαία και μεγαλεπήβολα όλα αυτά, όμως ξαφνικά ο Ορέστης πήρε έναν ελαφρύ υπνάκο, με αποτέλεσμα το τηλεκοντρόλ να υποστεί μια θεαματική ελεύθερη πτώση απ’ τα χέρια του και έτσι να γίνει δυο κομμάτια. Τι κρίμα γιατί μετά την καταστροφή του πλανήτη και την κλιματική αλλαγή, ήρθε και η καταστροφή του τηλεκοντρόλ.
     “Τι να κάνεις, η φυσική είναι αμείλικτη παιδάκι μου και ο νόμος της βαρύτητας σκληρότατος σαν έρθει η ώρα της πρόσκρουσης” αυτό ήταν το μετριοπαθές και λίγο ειρωνικό σχόλιο του πατέρα του καθηγητής φυσικής βλέπεις ο κ. Κοσμίδης, ευτυχώς όμως σε ένα λύκειο πολύ μακριά από το δικό του σχολείο. Ο Ορέστης που τον βάραινε μονίμως μια εκνευριστική τελειομανία, είχε αναλάβει από το χαρτζιλίκι του όλο το κόστος της αντικατάστασης  του τηλεκοντρόλ ή στην μητρική του γλώσσα, τηλέ (ελέγχου) της τηλέ (οράσεως) μιας και του άρεσε πολύ να αναλύει τις λέξεις και να ανακαλύπτει την ετυμολογία τους.
   Με την βοήθεια του Βασίλη την επαύριον της καταστροφής, έφτασε στο κατάστημα ηλεκτρονικών της κ. Νικολαΐδου. Ο γιός της, ο Ντίνος, ήταν εκείνη την ώρα στο μαγαζί μαζί με έναν πελάτη. Μόλις όμως είδε τα δυο παιδιά, τα καλωσόρισε και έπειτα ρώτησε τον Ορέστη,
- κ. Κοσμίδη πως είστε; Τι νέα από την ομάδα σας; Τον προσφώνησε με το επίθετο του, έτσι για αστείο, μιας και ως γείτονας στην πολυκατοικία, τον Ορέστη τον γνώριζε από μωρό και όποτε βρισκόταν τον πείραζε για τα ποδοσφαιρικά.
   Ο Ντίνος είχε βγάλει μπροστά στον πελάτη μια σειρά από διαφορετικά μικροσκοπικά φωτάκια, led όπως τα ονόμαζε και εκείνος με την βοήθεια μιας συσκευής, τα άναβε ένα, ένα. Διάφορα χρώματα αναβοσβήναν εμπρός στα μάτια του, λευκό, μπλε, κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, πορτοκαλί.  Φωτάκια σε διάφορα σχήματα και μεγέθη που ακτινοβολούσαν σε εφήμερους συνδυασμούς. Ο Ορέστης και ο Βασίλης κοιτούσαν μαγεμένοι αυτήν την πανδαισία χρωμάτων.
- Φανταστικά, θα τα πάρω όλα όσα έφερες, είπε ενθουσιασμένος ο πελάτης στον Ντίνο που βρισκόταν απέναντι του.
- Τόσα πολλά φωτάκια που έχεις αγοράσει, μα τι τα κάνεις στο πανεπιστήμιο; Τον ρώτησε ο Ντίνος.
- Μου αρέσει να πειραματίζομαι, χαμογέλασε ο πελάτης.
- Ποτέ όμως δεν μου έχεις πει για τα πειράματα σου, είπε ο Ντίνος με μεγάλη απορία.
- Κάποια μέρα, ίσως να σου δείξω, του απάντησε εκείνος πονηρά.
   Ο άντρας αυτός είχε πολύ αστείο παρουσιαστικό, φορούσε κάτι τεράστια γυαλιά μυωπίας και το κεφάλι του έμοιαζε με ένα κόκκινο φουντωτό θάμνο. Το πρόσωπο του αν και αξύριστο ήταν καλοσυνάτο και πράγματι ο τόνος της φωνής του και η όλη εντύπωση που προκαλούσε ήταν πολύ οικεία.
    Τα δυο παιδιά εντυπωσιάστηκαν μα και παραξενεύτηκαν, όσο περίμεναν στο μαγαζί της κυρίας Καίτης για την αγορά του νέου τηλεκοντρόλ δεν έπαιρναν τα μάτια τους από τον άντρα που συνέχιζε να δοκιμάζει τα φωτάκια. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και μπήκε ακόμη ένας άντρας σχεδόν φαλακρός που είχε πιασμένα σε αλογοουρά τα μακριά καστανά μαλλιά του. Πήγε δίπλα σ’ αυτόν που άναβε τα λαμπάκια και σαν μικρά παιδιά κοίταξαν ο ένας τον άλλον και χαμογέλασαν.
- Τέλεια, του είπε ο νεοφερμένος. Κοίτα… είπε και άρχισαν να μιλούν μεταξύ τους, χαμηλόφωνα. Ο Ορέστης άκουσε να λέει ο κοκκινοτρίχης,
- θα μπορούσαμε να στολίσουμε όλη την πόλη…
- Αν μπορείτε τουλάχιστον την Κωνσταντινουπόλεως που δεν έχουμε δει ποτέ μας ένα χριστουγεννιάτικο στολιδάκι αναμμένο; Παρενέβη στην συζήτηση τους ρωτώντας ο Ορέστης.
Οι δυο άντρες γύρισαν και κοίταξαν το αγόρι στο καρότσι, χαμογελώντας,
Ναι γιατί όχι; Απάντησαν ο ένας κοιτώντας τον άλλον.
   Ο Ορέστης ένιωσε μια έξαψη, σαν κάτι να του έλεγε ότι ήταν η ευκαιρία του. Τις σκέψεις του γρήγορα τις διέκοψε ο Ντίνος.
- Έτοιμος, ορίστε και τα ρέστα σου κ. Κοσμίδη.
Σε λίγο οι δυο τους επέστρεψαν στο σπίτι του Ορέστη και ο Βασίλης έφυγε για το δικό του. Ο Ορέστης δεν έλεγε να ησυχάσει, ούτε καν έφαγε παρά κατευθείαν κλείστηκε στο δωμάτιο του. Το καλό ήταν ότι ο Ντίνος του είχε δώσει το σωστό τηλεκοντρόλ.
   Όπως κοιτούσε έξω από το παραθύρι του την ψηλή λεύκα που χάιδευε τα κάγκελα του μπαλκονιού, η εικόνα ήρθε στο μυαλό του. Αυτό ήταν, πριν λίγες ημέρες το παρατήρησε πρώτη φορά όταν με τον μπαμπά του επέστρεφαν από τον φυσιοθεραπευτή και διέσχισαν όλο το κέντρο και την παραλιακή. Προχτές πάλι όταν είχαν επισκεφτεί τον θείο Μηνά στα Κωνσταντινοπολίτικα και πέρασαν από την οδό Λαμπράκη, είδε και εκεί την ίδια εικόνα.
“Βαρέθηκαν φαίνεται να τα ξεστολίσουν” Ο πατέρας του, του απάντησε ειρωνικά, όμως συνέβαινε στα αλήθεια και ήταν η ευκαιρία που έψαχνε και ο κ. Ντίνος με τα ηλεκτρονικά του και τους “γνωστούς” του, κρατούσε το κλειδί του σχεδίου του και απείχε μόλις δυο ορόφους κάτω από τα πόδια του…
Μόλις γύρισε στο σπίτι του - από του κ. Ντίνου - σήκωσε το ακουστικό και άρχισε τα τηλεφωνήματα σ’ όλη την παρέα, και αυτό που τους είπε ήταν “Υπάρχει τρόπος…”
“Μα πως θα γίνει αυτό;” τον ρωτούσαν όλοι.
“Έχω ένα σχέδιο κι αν είμαστε τυχεροί όλοι θα μάθουν τι ζητάμε”

Νύχτα Φ…


Αρχές Σεπτέμβρη, όπως εδώ και δεκαετίες η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης σήμερα θα μάζευε πάνω της όλα τα φώτα της δημοσιότητας στην χώρα. Την ημέρα των εγκαινίων της, ορίστηκε η Νύχτα Φ ή L Night για τους αγγλομαθείς νεαρούς ακτιβιστές.
   Όπως πάντα η μέρα των εγκαινίων της ΔΕΘ ήταν ιδιαιτέρως φορτισμένη. Συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας από συνδικάτα, φορείς, σωματεία, οργανώσεις κλπ είχαν προγραμματιστεί στην ώρα της ομιλίας του πρωθυπουργού. Το Βελλίδειο συνεδριακό κέντρο όπου και θα λάμβανε χώρα η ομιλία είχε αποκλειστεί από νωρίς με σιδερένια κιγκλιδώματα από τις αστυνομικές δυνάμεις. Το κέντρο της πόλης ήταν ελεγχόμενο και πολλοί δρόμοι όπως και γύρω από το δημαρχείο∙ το οποίο βρισκόταν πολύ κοντά στο Βελλίδειο, είχαν αποκλειστεί. Παρόλα αυτά μέσα από στενά και το πεδίο του Άρεως μπορούσε να βρει κάποιος δίοδο και να φτάσει στο δημαρχιακό μέγαρο.
    Οι ώρες κύλισαν ομαλά και το απόγευμα έφτασε. Ο νέος δήμαρχος της πόλης είχε φύγει απ’ το γραφείο του στον τρίτο όροφο του μεγάρου και ήταν πλέον στο Βελλίδειο μαζί με τους εκατοντάδες προσκεκλημένους για την ομιλία του πρωθυπουργού. Ο μεσήλικας δήμαρχος είχε ορκιστεί προ λίγων ημερών και φυσικά, τα φώτα της δημοσιότητας ήταν στραμμένα ακόμη επάνω του.
   Ο Πρωθυπουργός μετά τους χαιρετισμούς παραγόντων της πόλης και του υπουργού εμπορίου της ισχυρής ασιατικής χώρας που τιμόταν στην παρούσα έκθεση, ξεκίνησε την ομιλία του γύρω στις επτά και μισή το απόγευμα. Ευτυχώς παρότι υπήρχαν πολλές διαδηλώσεις στην πόλη και το κέντρο είχε πλημμυρίσει από διαμαρτυρόμενους πολίτες, δεν υπήρχαν σοβαρά επεισόδια. Εκτός από κάποιες αψιμαχίες στην οδό Τσιμισκή, η κατάσταση ήταν ήσυχη. Οι διαδηλωτές της κεντρικής πορείας της ΓΣΣΕ - ΑΔΕΔΥ περίμεναν σε μικρή απόσταση από το Βελλίδειο εκεί όπου τους είχε βάλει φραγμό η αστυνομία, με διπλές σειρές από κιγκλιδώματα.
  Γύρω στις εννιά το βράδυ, η μακροσκελής ομιλία του πρωθυπουργού ολοκληρώθηκε και μετά από λίγη ώρα οι επίσημοι άρχισαν να εξέρχονται. Οι διαδηλωτές στην θέα των επισήμων ξεκίνησαν να φωνάζουν συνθήματα που δονούσαν ρυθμικά την ατμόσφαιρα. Κάποιοι θερμόαιμοι έφτασαν κοντά στα κιγκλιδώματα και άρχισαν να τα ταρακουνούν. Οι αστυνομικοί κινήθηκαν γρήγορα προς το μέρος τους απειλητικά. Οι επίσημοι ατάραχοι σαν να μην συνέβαιναν τίποτα, σχολίαζαν σε πηγαδάκια την ομιλία περιμένοντας να εμφανιστεί ο πρωθυπουργός. Εκείνος δεν άργησε και ακολουθούμενος από τον οικοδεσπότη της πόλης και πολλά κομματικά στελέχη εμφανίστηκε στον είσοδο του κτιρίου μέσα στις ιαχές και τα συνθήματα των διαδηλωτών.

***

    Αργά το απόγευμα η παρέα των έξι παιδιών, μαζί με την φιλόλογο τους, την κ. Δέσποινα, μαζεύτηκαν στον σταθμό του Μετρό και κατηφόρισαν προς το δημαρχείο. Από την παρέα τους, τους μυστικούς επτά όπως ονομάζονταν μεταξύ τους πλέον, έλειπε η Λυδία καθώς είχε επιστρέψει με τους γονείς της και τον Κίντερ στην Αμερική. Πολύ σύντομα απ’ την Κωνσταντινουπόλεως κατέβηκαν την Αρχαιολογικού Μουσείου, την οδό Αμαλίας, έφτασαν στο πεδίο του Άρεως και από εκεί στην ανατολική πλευρά του δημαρχιακού μεγάρου. Απ’ το δεξί διάδρομο βγήκαν στην δυτική πλευρά του, προς το κέντρο της πόλης και στάθηκαν εμπρός από το ξύλινο λευκό καραβάκι που στολιζόταν τα τελευταία Χριστούγεννα μα παρέμενε στο δημαρχείο όλο τον χρόνο. Μια διμοιρία αστυνομικών των ΜΑΤ ήταν παραταγμένη εκεί κοντά αλλά δεν τους κίνησαν την περιέργεια μερικά παιδιά και μια νεαρή κοπέλα. Σε ελάχιστα λεπτά η διμοιρία μετακινήθηκε προς το πάρκο του πρώην ζωολογικού κήπου στην παραλία. Τα παιδιά έμειναν μόνα με την καθηγήτρια τους καθώς πίσω τους ο ήλιος έβαφε με φωτεινό πορτοκαλί τα νερά του Θερμαϊκού, λίγο πριν χαμηλώσει πίσω απ’ τα ψηλά βουνά της γης τους. 



Όσο περνούσε η ώρα και άλλα παιδιά έφταναν στο σημείο συνάντησης∙ το καραβάκι. Μέχρι την στιγμή που ο πρωθυπουργός βγήκε στην είσοδο του Βελλιδείου είχε μαζευτεί μεγάλος αριθμός παιδιών και το ένα με το άλλο, διαμέσου των μέσων κοινωνικής δικτύωσης καλούσαν φίλους στο δημαρχείο ή όποιοι δεν μπορούσα να έρθουν, τουλάχιστον να μετέδιδαν την εικόνα που τους έστελναν. Η κινητοποίηση ήταν μεγάλη. Εδώ και μέρες από κινητό σε κινητό ανάμεσα στα παιδιά και μόνο, είχε διαδοθεί ότι την Νύχτα Φ… θα γινόταν κάτι το μοναδικό, το απίστευτο, το αναπάντεχο μα και φαντασμαγορικό.
Όλα τα παιδιά είχαν λάβει το ίδιο μήνυμα και ο στόχος δεν ήταν μόνο η πόλη τους, αλλά ο κόσμος ολάκερος.  
  
“Θέλεις να ξεκινήσουμε να αλλάζουμε την πόλη μας, την χώρα μας, τον κόσμο μας; Υπάρχει τρόπος και είναι πολύ απλός. Όπως μας ξυπνούν οι γονείς μας το πρωί ρίχνοντας φως στο δωμάτιο, ανάβοντας τις λάμπες, έτσι και εμείς, ακριβώς το ίδιο θα κάνουμε. Θα ανάψουμε όλα τα φώτα και θα κάνουμε πολύ φασαρία για να τους ξυπνήσουμε, για να μας ακούσει ο νέος δήμαρχος, ο κάθε πολιτικός.”

   Οι αστυνομικοί που στάθμευαν στον Άγιο Κωνσταντίνο έκλεισαν την κυκλοφορία γιατί ο δήμαρχος με τον πρωθυπουργό που είχαν ενημερωθεί για μια ειρηνική συγκέντρωση νεαρών παιδιών, κινήθηκαν πεζοί προς το δημαρχείο.  Ήθελαν να δουν τι ζητούν όλα αυτά τα παιδιά, να ακούσουν τα αιτήματα τους. Σαν έφτασαν στην γωνία 3ης Σεπτεμβρίου με Στρατού, ανάμεσα από το αρχαιολογικό και το βυζαντινό μουσείο, άκουσαν τις φωνές τους να μετρούν ρυθμικά. Την στιγμή που τα παιδιά άρχισαν να μετράνε αντίστροφα με όλη τους την δύναμη, καμιά άλλη φωνή εκτός από τις δικές τους δεν ακουγόταν…

10…   9…   8…   7…   6…   5…   4…   3…   2…   1…

   Η πόλη απ’ άκρη σε άκρη άρχισε να φωτίζεται. Από την παραλιακή οδό μέχρι τα κάστρα.
Από την ανατολική Θεσσαλονίκη μέχρι την δυτική όλα τα χριστουγεννιάτικά στολίδια άναψαν ταυτόχρονα. Η Τσιμισκή, η Μητροπόλεως, η Εγνατία, δρόμοι του κέντρου, η παραλία από το λιμάνι έως το Μέγαρο της Μουσικής, οι δρόμοι της Καλαμαριάς, η Βασιλίσσης Όλγας, η Λαμπράκη κι δρόμοι της Τούμπας και της Πυλαίας, για πρώτη φορά και η Κωνσταντινουπόλεως η γειτονιά των παιδιών, τα Πεύκα κι Άνω Πόλη, Συκιές και Νεάπολη, η Σταυρούπολη, οι Αμπελόκηποι, ο Εύοσμος και άλλες συνοικίες  φωτίστηκαν από τα χριστουγεννιάτικα στολίδια.
   Αυτήν την γλυκιά βραδιά του Σεπτέμβρη με το θερμόμετρο κοντά στους 27 βαθμούς η πόλη στολίστηκε χριστουγεννιάτικη, ειδικά στον κεντρικό δήμο όπου όχι μόνο είχαν παραμείνει κάποια απ’ τα στολίδια στις κολώνες που αφήνονταν συνήθως, αλλά σχεδόν όλος ο εορταστικός διάκοσμος πάνω από τους δρόμους. Ο νέος δήμαρχος, ο πρωθυπουργός μαζί με τους υπουργούς και όλους τους εξέχοντες προσκεκλημένους στην ομιλία, ο ασιάτης υπουργός και οι πρέσβεις πολλών ξένων χωρών, οι αστυνομικοί, οι διαδηλωτές, όλοι κοιτούσαν άναυδοι. Αναρωτιούνταν μεταξύ τους πως είναι δυνατόν να συμβαίνει όλο αυτό, ποιοί το οργάνωσαν και πως τα κατάφεραν αθόρυβα;;;
   Τα τηλεοπτικά δίκτυα και οι δημοσιογράφοι που κάλυπταν την επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Θεσσαλονίκη μετέδιδαν ζωντανές σκηνές από την πόλη. Οι κεντρικοί παρουσιαστές στα δελτία αναζητούσαν με μανία το πώς και το γιατί. Οι πολίτες, οι τουρίστες και οι χιλιάδες επισκέπτες της διεθνούς εκθέσεως κοιτούσαν τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια, τις φωτεινές μπάλες, τις πολύχρωμες ομπρέλες, τα αστέρια, τα χρωματιστά δώρα που κρεμόταν πάνω από τους δρόμους να αναβοσβήνουν ρυθμικά. Έβλεπαν δρόμους, πεζοδρόμια και κολώνες ξαφνικά να ακτινοβολούν σε όλα τα χρώματα της ίριδας. Ο Λευκός Πύργος φωτιζόταν σε διάφορα χρώματα και οι περιπατητές στην παραλία δεν χόρταιναν να τραβούν εικόνες του.
  Ξαφνικά ένα τεράστιο σμήνος από μικροσκοπικές “πυγολαμπίδες” έκανε την εμφάνιση του πάνω απ’ τα κεφάλια των επισήμων, πάνω απ’ το Βελλίδειο. Τα μικροσκοπικά λαμπερά φωτάκια σηκώθηκαν ψηλά στον ουρανό φωτοβολώντας πάνω από τον πύργο της ΔΕΘ. Με απίθανο συγχρονισμό και αλλαγές χρωμάτων άρχισαν να γράφουν στον σκοτεινό ουρανό μηνύματα,        

“ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΖΟΥΜΕ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ, ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΡΙΟ ”

“ΘΕΛΟΥΜΕ ΜΙΑ ΠΟΛΗ, ΜΙΑ ΧΩΡΑ, ΜΙΑ ΓΗ ΚΑΛΥΤΕΡΗ”

“ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΣΤΕ ΣΗΜΕΡΑ, ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΡΙΟ ΠΟΥ ΑΞΙΖΟΥΜΕ ”

  Τέτοια ώρα άλλες χρονιές κυριαρχούσαν η βία και τα επεισόδια, όμως αυτήν την χρονιά τα παιδιά είχαν τον πρώτο λόγο. Η εικόνα έφτανε παντού στο παγκόσμιο χωριό. Δεν ήταν μόνο τα τηλεοπτικά δίκτυα, ήταν και τα κινητά που μετέδιδαν εικόνες και βίντεο από αυτό το αναπάντεχο σκηνικό και έτσι παιδιά με τις ίδιες ανησυχίες σε όλη την υδρόγειο, έβλεπαν ζωντανά τα όσα συνέβαιναν στην Θεσσαλονίκη. Μέσα από το you tube το vimeo και άλλες πλατφόρμες πολυμέσων, μπορούσαν να δουν - όλοι αλλά και να υπάρχουν ως αρχείο για πολλά χρόνια - τα βίντεο αυτής της μεγαλειώδους νυχτιάς.  
  Η Λυδία αν και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και 7 ώρες πίσω στην ώρα, νωρίς το μεσημέρι είχε μαζέψει τα παιδιά όλου του σχολείου και ας ήταν Σάββατο. Με την βοήθεια των γονιών της και κάποιων καθηγητών που τους άρεσε η ιδέα, έβλεπαν ζωντανά την εικόνα από την θαλασσινή πόλη της Μεσογείου. Τα παιδιά ζητωκραυγάζοντας μέσα στο αμφιθέατρο του σχολείου τους, στο Μαϊάμι, κοιτούσαν τα όσα εκπληκτικά συνέβαιναν στην μακρινή Ελλάδα και ο Κίντερ  στριφογύριζε χαρούμενος, γαυγίζοντας σαν να συμφωνούσε με τους ανθρώπους. Αυτό το μήνυμα αφορούσε και τα ίδια, μέσα από αυτό ζητούσαν και αυτά με την σειρά τους έναν κόσμο ομορφότερο, δικαιότερο.
   Πίσω στην Ελλάδα ο Ορέστης, ο Φίλιππος, η Άννα, η Κλαίρη, η Σοφία, ο Βασίλης, οι «ηθικοί αυτουργοί» του μηνύματος, καμάρωναν και δεν το πίστευαν ούτε οι ίδιοι όλο αυτό που συνέβαινε.
   Όλοι οι δημοσιογράφοι που μετέδιδαν ζωντανά για τους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς συμφωνούσαν πως αυτή η ιδέα, αυτό το μήνυμα, ήταν κάτι το εκπληκτικό, το πρωτόγνωρο, το ανεπανάληπτο την ημέρα των εγκαινίων της ΔΕΘ και συνέβαινε στα αλήθεια.
  Ο δήμαρχος και ο πρωθυπουργός έφτασαν στο δημαρχείο, στα παιδιά. Αυτή η ενέργεια τους είχε συνεπάρει και τους ίδιους και δεν το έκρυβαν. Σε λίγο θα ανακάλυπταν πως μια παρέα επτά παιδιών και μια ομάδα “τρελών” επιστημόνων με το κέντρο ελέγχου τους στον τελευταίο όροφο του πολυτεχνείου, ήταν “υπεύθυνοι” για όλα. Εν μέσω των καλοκαιρινών διακοπών του Αυγούστου, εφάρμοσαν το σχέδιο τους ανενόχλητοι, στην άδεια πόλη. Μπορεί τα παιδιά να μην ήξεραν το παραμικρό για τους επαγωγικούς μικροελεγκτές wifi και τους νανοδιακόπτες διακόπτες ισχύος Bluetooth, τα μικροσκοπικά μα εξαιρετικά φωτεινά ιπτάμενα led και την υπέρλαμπρη λεπτότατη, χρωματιστή μεμβράνη που φορτίζεται από την ακτινοβολία υποβάθρου και «ντύνει» αόρατα όλες τις επιφάνειες, όμως τελικά άναψαν όλα τα φώτα και ξύπνησαν τους μεγάλους από την λήθαργο τους, έστω για λίγο, έστω για αυτά τα λαμπερά λεπτά. 
  Μπροστά στο φωτισμένο καραβάκι, ο Ορέστης έκλεισε πονηρά το μάτι του, απέναντι του χαμογελούσε πλατιά ο αγαπημένος του κοκκιντοτρίχης, ο καθηγητής μικροηλεκτρονικής κ. Λέκκος, το “μυαλό” της Νύχτας Φωτός. 


Και η ιστορία αυτή ολοκληρώνεται το φθινόπωρο του 20..
    Όσοι δεν θυμούνται ή δεν γνωρίζουν, διάβασαν αυτήν την πραγματική ιστορία ως ένα όμορφο διήγημα, όσοι όμως θυμούνται εκείνη την ημέρα, παρακολουθούν πλέον να ολοκληρώνεται και με ένα σημαντικό γεγονός !!!!  Ήταν είκοσι επτά χρόνια πριν όταν ένα αγόρι μαζί με την παρέα του και μια ομάδα ιδιόρρυθμων επιστημόνων μαζί με τους φοιτητές τους, έστελνε ένα φαντασμαγορικό «μήνυμα» αλλαγής στον τότε νέο δήμαρχο της πόλης και τον πρωθυπουργό. Εκείνη την νύχτα των εγκαινίων της ΔΕΘ, την Νύχτα Φωτός όπως την είχε ονομάσει η παρέα των μυστικών επτά∙ απ΄την ομώνυμη παρέα της αγαπημένης τους λογοτέχνιδας Ένιντ Μπλάιτον, σίγουρα κανένα από τα επτά παιδιά δεν φανταζότανε ότι μια μέρα ένας τους θα βρεθεί στην θέση του δημάρχου της πόλης τους και θα ορκιστεί υπό την συγκινητική παρουσία του.
   Μετά τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογών, ο συγγραφέας – ακτιβιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Ορέστης Κοσμίδης, αύριο αναλαμβάνει τα ηνία του κεντρικού δήμου της Θεσσαλονίκης. Οι δημότες του μητροπολιτικού δήμου της Θεσσαλονίκης, ο οποίος προέκυψε από την ενοποίηση των τεσσάρων μέχρι πρότινος δημαρχιών, αναμένουν με εξαιρετικά υψηλές προσδοκίες την τριετή πλέον θητεία του δημάρχου.
  Αύριο, καθώς ο Ορέστης Κοσμίδης καθήμενος στο αναπηρικό αμαξίδιο του θα ορκιστεί μαζί με το νέο δημοτικό συμβούλιο, εκτός από τους γονείς του θα τον καμαρώνουν όλοι οι παιδικοί του φίλοι μα και η Δέσποινα Φαντίδου, η φιλόλογος και μέντορας των εφηβικών του χρόνων. Η πόλη θα φωτιστεί όπως και τότε, από τους ίδιους, ασπρομάλληδες πια, επιστήμονες, οι οποίοι μαζί με φοιτητές τους είχαν εφαρμόσει τις τότε πρωτοποριακές τεχνολογίες τους για να πετύχουν εκείνο το ανεπανάληπτο αποτέλεσμα. Η πόλη θα φωτιστεί απ' άκρη σ' άκρη, όπως και τότε, την Νύχτα Φωτός…
Εφημερίδα
Μακεδονία 31/8/20..

   Στην μνήμη του πατέρα μου Δημήτρη Βαλμά που τόσο αγαπούσε να περιδιαβαίνει τους δρόμους της Θεσσαλονίκης, την παραλία της, θαυμάζοντας εκστατικός το μεγαλείο του Θεού, την δύση του ήλιου πριν την μεγάλη νυχτιά, το ΦΩΣ που πάντα φέρνει την αυγή...

   Στον Δημήτρη Αντωνίου που παλεύει τα κακώς κείμενα πάνω απ’ το αμαξίδιο του, στον Φώτη Μπίμπαση που εδώ και τόσα χρόνια, τον κοιτώ καθώς έρχεται με το λευκό του μπαστουνάκι από την σχολή τυφλών προς την γειτονιά μου στην Κωνσταντινουπόλεως, στον κολυμβητή παραολυμπιονίκη Αντώνη Τσαπατάκη, σε αυτούς τους τρεις ανθρώπους μα και σε όλα τα άτομα με ειδικές ανάγκες που “μάχονται” για ένα καλύτερο αύριο.

   Σε εκείνους τους εκπαιδευτικούς που μέσα και έξω απ’ τα σχολεία, σε αίθουσες δήμων, εκκλησιών, βιβλιοθηκών και όπου αλλού, δίνουν ένα καλύτερο αύριο στα παιδιά…

  Θερμές ευχαριστίες στον ζωγράφο Ντίνο Παπασπύρου που αποτυπώνει με τα πινέλα του εδώ και δεκαετίες, τόσο εξαιρετικά την πόλη μας.  

1. ΠΙΝΑΚΑΣ-Τοπιογραφία Θεσσαλονίκης-4, Τέμπερα 38Χ48 εκ., 2011, Κωδ. 763
2. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ-40, 75η Δ.Ε.Θ., τέμπερα, 18Χ38 εκ., 2010, Κωδ. 733
3. ΤΜΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑ-ΤΟΠΙΑ-185,  Φεγγαρόστρατα, τέμπερα, 18Χ38 εκ., 2011, Κωδ. 859.jpg

Α.  Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ
3 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2019

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ

ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΓΗ