Τρίτη, Δεκεμβρίου 03, 2019

Ο Νέος Δήμαρχος

Σαν παραμύθι
Σε δύσπιστα αυτιά
Θα ακουστεί
Μα τα παιδιά
Πάντα θα φέρνουν
Το ΦΩΣ…

Α.  Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ
  
Ο Νέος Δήμαρχος



Μια ιστορία που ξεκινά στην Θεσσαλονίκη, το καλοκαίρι του 20..

    Αργά το απόγευμα, αρχές Ιούλη. Μια παρέα επτά παιδιών και ένα ολόμαυρο Λαμπραντόρ που τρέχει χαρούμενο ανάμεσα τους, κάνουν βόλτα στην οδό Κωνσταντινουπόλεως, στα παλιά Κυβέλεια. Πάνω απ’ τα κεφάλια τους τα πορτοπαράθυρα ερμητικά κλειστά, στις ξεθωριασμένες προσόψεις των κτιρίων τα κλιματιστικά αγκομαχώντας πετάνε καυτό αέρα στον δρόμο. Στα φτωχικά σπίτια των χαμηλών ορόφων, στις παρόδους πίσω από την λεωφόρο δεν περιστρέφονται φτερωτές κλιματιστικών, μοναχά το ζεστό ρεύμα απ’ τα αντικρινά παράθυρα ανεμίζει μάταια τις φθηνές κουρτίνες. Καθώς μπαινοβγαίνουν απ’ τα πολυκαιρισμένα ξύλινα παράθυρα παιχνιδίζουν με τα πυρωμένα κάγκελα στα στενά μπαλκόνια ή με τις σιδεριές στα παραθύρια των ημιυπόγειων διαμερισμάτων.
  Τα παιδιά περπατούν στην μέση του δρόμου, πλάι στα διπλοπαρκαρισμένα αμάξια εμπρός στα παλιά Κυβέλεια, μα ας τα αφήσουμε για λίγο, ας τα αφήσουμε να δούμε μια εικόνα…

 Η αταξία μιας πόλης σε μια εικόνα

   Η ζέστη ήταν αφόρητη τις τελευταίες μέρες. Αρχές Ιούλη και ο υδράργυρος σκαρφάλωνε με ευκολία κοντά στους 38 τα μεσημέρια, ενώ τα βράδια έπεφτε μόνο λίγο κάτω από τους 30 βαθμούς κελσίου. Με τέτοιες θερμοκρασίες οι οσμές που αναδύονταν απ’ τα  σκουπίδια ήταν ανυπόφορες. Οι κάδοι περισυλλογής απορριμμάτων έπρεπε από καιρό να είχαν αντικατασταθεί με κάποιο πολύ πιο σύγχρονο μέσο στα πρότυπα ανεπτυγμένων πόλεων ανά τον κόσμο. Όμως, παρά τις υποσχέσεις και τα μεγαλεπήβολα σχέδια των δημάρχων, παρέμεναν στους δρόμους ξεχαρβαλωμένοι, λεροί και δυσώδεις, πεταμένοι εδώ και εκεί από τους οδηγούς των ΙΧ που ψάχνανε ακόμα και λίγα ελεύθερα εκατοστά για να παρκάρουν.    
  Ήταν χρόνια τώρα που τα απορρίμματα είχαν καταλάβει την πόλη. Στην αρχή οι κάτοικοι τα έβλεπαν κάθε τόσο να ξεχειλίζουν από τους κάδους και έπειτα να στοιβάζονται στα πεζοδρόμια. Ειδικά στα στενά δρομάκια αλλά και μπροστά σε παντοπωλεία, μανάβικα, ταβέρνες, καφέ και εστιατόρια, η κατάσταση ήταν πολύ χειρότερη. Οι αίλουροι της πόλης σαλτάρανε στους κάδους στα φανερά, απόλυτοι ηγέτες των σκουπιδότοπων κέρδιζαν την μερίδα του λέοντος στα φαγώσιμα που πετιούνταν, παρά την οικονομική κρίση. Δεν ήταν όμως μόνες οι γάτες. Τα τρωκτικά τρυπώνανε με προσοχή στους σωρούς κάτω από την μύτη των προαιώνιων εχθρών τους και τρώγανε και αυτά απ’ τα αποφάγια που έβρισκαν πλουσιοπάροχα μέσα και έξω από τους κάδους. Και από πάνω οι μύγες, ανενόχλητες, πανταχού παρών. Μυριάδες από δαύτες, σε διάφορα σχήματα και μεγέθη ζουζούνιζαν χαρούμενες με τόση τροφή. Μια εικόνα λες και βγαλμένη από χωματερές δίπλα σε φαβέλες.
   Και δεν ήταν όμως μόνο το πρόβλημα των απορριμμάτων που ταλαιπωρούσε τους δημότες. Ελεύθεροι χώροι στάθμευσης δεν υπήρχαν και στους δρόμους∙ ακόμη και πάνω στα πεζοδρόμια, δεν υπήρχε ελεύθερο εκατοστό από τα τετράτροχα και τα δίτροχα. Αλλά και το ασφαλτόστρωμα ήταν γεμάτο λακκούβες και εξογκώματα από τα έργα των εταιρειών κοινής ωφελείας. Τόσες τρύπες και μπαλώματα έκαναν δύσκολη την ασφαλή διέλευση των πεζών, ειδικά των ηλικιωμένων. Τα βράδια δε, η κατάσταση επιβαρυνόταν ακόμη πιο πολύ λόγω του ελλιπούς φωτισμού, όπου δημιουργούσε επιπλέον και ανασφάλεια στους περαστικούς με την αυξημένη εγκληματικότητα που υπήρχε.  
    Γύρω από τα δέντρα που ασφυκτιούσαν, οι τσιμεντόπλακες σε πολλά πεζοδρόμια είχαν ανασηκωθεί λες και ήταν χάρτινες, φτιάχνοντας μικρά ακανόνιστα βουναλάκια συνεπεία της δύναμης των ριζών τουςκαθώς τα δέντρα έψαχναν νερό και τροφή στο υπέδαφος, οριζοντίως και καθέτως.
    Εκτός της παραλιακής ζώνης και του κέντρου όπου σίγουρα η κατάσταση ήταν αρκετά καλύτερη, τα περισσότερα πάρκα στις γειτονιές, θύμιζαν αλάνες γεμάτες με ξερά χόρτα και αγριολούλουδα, αφημένες στο έλεος του Θεού.
  Στις ελάχιστες παιδικές χαρές στην πόλη, τα παιχνίδια συνήθως ήταν λιγοστά, παλιά, πολλά και ξεχαρβαλωμένα. Τα παιδιά όμως παίζανε με την καρδιά τους, τρέχανε με φωνές και γέλια παραβλέποντας τις “ελλείψεις”.  
   Λιγοστά απ’ τα λεωφορεία της δημόσιας συγκοινωνίας απέμεναν πια σε λειτουργία στην Θεσσαλονίκη, ήταν μερικές ντουζίνες από σακαράκες που αγκομαχούσαν στους δρόμους, σηκώνοντας μαύρους καπνούς, σαν τσιμινιέρες. Μεγάλος χρόνος αναμονής και ταλαιπωρία στις στάσεις για όποιον δεν είχε δικό του μέσο να κινηθεί, μιας και εκτός των ταξί η πόλη δεν είχε κάποιο άλλο δημόσιο μέσο συγκοινωνίας αναμένοντας επί εικοσαετία και πλέον το πολύπαθο μετρό, του οποίου η λειτουργία όλο και αναβαλλόταν σε άγνωστα μέλλοντα.
    Μια εικόνα αποδιοργάνωσης της πόλης όπως και της χώρας στα χρόνια της οικονομικής κρίσης. Φέτος που ήταν οι δημοτικές εκλογές, μέχρι και τα χριστουγεννιάτικα στολίδια ήταν παρατημένα πάνω απ’ τους δρόμους του κέντρου και των συνοικιών, για πρώτη φορά ακόμη κρεμασμένα, λες και έτοιμα να ανάψουν μέσα στο κατακαλόκαιρο…

Τα παιδιά συζητούν, ανησυχούν, ζητούν…
  … Να και πάλι τα παιδιά, τα συναντούμε ξανά, ένα δευτερόλεπτο μετά, ίσως και λιγότερο, το ίδιο ζεστό απόγευμα του Ιούλη.
   Η παρέα των παιδιών και ο Κίντερ το πανέμορφο Λαμπραντόρ, περνούσαν έξω από το Μέγαρο Κυβέλεια όπου μέχρι το 1968 στεγαζόταν το ομώνυμο ιστορικό σινεμά. Τα παιδιά και το σκυλάκι περπατούσαν, όχι όμως από το πεζοδρόμιο, όχι, όχι, ήταν σχεδόν αδύνατο, στην μέση του δρόμου βάδιζαν. Μα και που να περπατήσουν; Τα περισσότερα πεζοδρόμια δεν διέθεταν ειδικές ράμπες αλλά και εκεί όπου υπήρχαν, ήταν σχεδόν πάντα απροσπέλαστες εξαιτίας κάποιου ασυνείδητου οδηγού.
  Έτσι ο Ορέστης - το ένα από τα παιδιά - με το αναπηρικό του καροτσάκι ήταν δύσκολο να ανεβεί στα πεζοδρόμια και ακόμη δυσκολότερο να τα διασχίσει. Στο ένα, τα σκουπίδια σωροί, χυμένα επάνω στις τσιμεντένιες πλάκες, μύριζαν από χιλιόμετρα. Στο άλλο πεζοδρόμιο πεταμένα μπάζα, ξηλωμένες πόρτες, σκισμένα έπιπλα. Παρακεί ξεχειλισμένοι οι κάδοι της ανακύκλωσης, πλαστικά μαζί με μουχλιασμένα σκουπίδια. Λίγο πιο πέρα το πεζοδρόμιο και ο δρόμος “φιλοξενούσαν” καναπέδες, διαλυμένες ντουλάπες και κρεβατοκάμαρες, λεκάνες, πλακάκια, σκουριασμένες σωλήνες, νεροχύτες, ντουλάπια κουζίνας πεταμένα από την ανακαίνιση κάποιου σπιτιού. Στο απέναντι πεζοδρόμιο δυο κοντινά καφέ είχαν στήσει ένα σωρό τραπεζοκαθίσματα και μεταλλικές κατασκευές, εξαφανίζοντας το πεζοδρόμιο και αφήνοντας μόνο ένα στενό πέρασμα ανάμεσα από τους πελάτες που το καρότσι του Ορέστη, δεν χωρούσε να περάσει με κανένα τρόπο. Ύστερα υπήρχαν και πεζοδρόμια τόσο στενά και με ένα δέντρο μόνο στην άκρη τους ήταν τυπικά και ουσιαστικά απροσπέλαστα από γονείς με καρότσια και πολύ περισσότερο από άτομα με ειδικές ανάγκες. Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά, τα πεζοδρόμια ήταν γεμάτα και από ακαθαρσίες, διότι πολλοί ιδιοκτήτες σκυλιών δεν φρόντιζαν να μαζεύουν τα περιττώματα των ζώων τους και έκοβαν βόλτες ανενόχλητοι, δίχως συνέπειες. Ακόμη και ο καημένος ο Κίντερ παραξενεύονταν και δεν μπορούσε να ευχαριστηθεί την βόλτα του, ούτε να κάνει την φυσική του ανάγκη καθώς είχε μάθει αλλιώς.

   Η παρέα των επτά πέρασε μπροστά απ’ τον σταθμό του Μετρό «Ευκλείδης». Ο σταθμός πολλά χρόνια τώρα μια κατασκευαζόταν και μια παρέμενε ανενεργός, μέχρι να βρεθεί ξανά χρηματοδότηση και έτσι ταλαιπωρούνταν όλη την γειτονιά. Γνωστή ιστορία που ίσχυε φυσικά με τις ίδιες αρνητικές συνέπειες για όλη την πόλη. Πλάι στον σταθμό βρήκαν ένα φαρδύ πεζοδρόμιο και μιας και είχαν κουραστεί αποφάσισαν να κάτσουν εκεί σε ένα πεζουλάκι. Θα μπορούσαν να πάνε στο δημοτικό τους, το 13ο όπου μαζευόταν όλα τα παιδιά, όμως η πόρτα του σχολείου απόγευμα, καλοκαιριάτικα, ήταν κλειδωμένη και για τον Ορέστη δεν υπήρχε πρόσβαση μιας και θα έπρεπε να σκαρφαλώσει στα ψηλά κάγκελα του αυλόγυρου, για να μπει.
   Το πεζοδρόμιο που σταμάτησαν ήταν πολύ καθαρό σε αντίθεση με τα υπόλοιπα, όχι όμως τυχαία, το προσωπικό απ’ το μαγαζί με τα ελαστικά αυτοκινήτων που το χρησιμοποιούσε για υπαίθριο γκαράζ, σκούπιζε και τακτοποιούσε τον χώρο  μαζεύοντας τα λάστιχα σε μια άκρη σαν έκλειναν.
    Ο Ορέστης όπως και τα άλλα παιδιά, φέτος το φθινόπωρο θα πήγαινε στην Δευτέρα γυμνασίου. Είχαν μεγαλώσει όλα μαζί, μαζί στην γειτονιά, μαζί και στο σχολείο από τα νήπια. Ο Ορέστης ήταν ένα εξαιρετικό παιδί, όμως του έτυχε να έχει και εξαιρετικούς φίλους που τον αγαπούσαν και σέβονταν το κοφτερό μυαλό του και τον ευθύ του χαρακτήρα. Ευτυχώς, επιπλέον όλων αυτών, ο Ορέστης δεν ανήκε στο 85% των αοράτων παιδιών στην Ελλάδα, αυτών των παιδιών που δεν φοιτούσαν στα σχολεία λόγω της έλλειψης βασικών υποδομών ή ειδικών εκπαιδευτικών για τα παιδιά με αναπηρία. Το γυμνάσιο τους το 6ο  γυμνάσιο Θεσσαλονίκης φιλοξενούνταν σε ένα παλιό κτίσμα οι χώροι του ανήκαν κάποτε στο ρωσικό μαιευτήριο και δεν έμοιαζε, ούτε είχε τις προδιαγραφές ενός σύγχρονου σχολείου. Εντούτοις όμως, λόγω της ανάπτυξης του σε ένα και μόνο επίπεδο ήταν εύκολα προσβάσιμο από παιδιά με ειδικές ανάγκες και παιδιά που αντιμετώπιζαν προβλήματα όρασης, όπως ο Φώτης με την Ανθούλα. Οι δυο έφηβοι κάθε μέρα από την σχολή τυφλών, ανέβαιναν με τα λευκά τους μπαστουνάκια χέρι χέρι τους δρόμους μέχρι το 6ο  γυμνάσιο. Περνούσαν την Βασιλίσσης Όλγας και στην συνέχεια διένυαν με κίνδυνο, όλη την οδό Καραϊσκάκη που καλά καλά δεν χωρούσε να περάσει ένα αυτοκίνητο. Έπειτα διέσχιζαν την Δελφών και μετά πάλι ανηφόριζαν την Αθανασίου Διάκου. Μετά την Κωνσταντινουπόλεως έμπαιναν στην Βαλαγιάννη, αντίθετα με τα αυτοκίνητα, μέχρι την Παπαναστασίου και στο τέλος από το στενό της Ομήρου έμπαιναν στο προαύλιο του σχολείου. Αυτή ήταν η καθημερινή τους κυκλοφοριακή οδύσσεια, στον δρόμο με τα απροσπέλαστα πεζοδρόμια, τις συνεχείς λακούβες και λογής λογής εμπόδια ανάμεσα από επικίνδυνα τροχοφόρα…
       
    Στην παρέα σήμερα ήταν και η Λυδία που είχε φύγει με τους γονείς της όταν τελείωσε την τρίτη δημοτικού για τις Ηνωμένες πολιτείες και τώρα ερχόταν κάθε καλοκαίρι για διακοπές στην πατρίδα. Ο Κίντερ ήταν ο φιλαράκος της και την συνόδευε τα τελευταία καλοκαίρια σε αυτό το μακρινό ταξίδι.
   Με το που κάθησαν στο πεζούλι, έβγαλαν τα κινητά τους για να δουν μηνύματα και τις νέες αναρτήσεις στις διάφορες εφαρμογές κοινωνικής δικτύωσης. Μοιραία όπως πάντα, κόλλησαν στις οθόνες τους μέχρι που ο Ορέστης από το αμαξίδιο του κοίταξε ανάμεσα από τα παρκαρισμένα αυτοκίνητα προς το 13ο δημοτικό με τις πολύχρωμες ζωγραφιές στους τοίχους. Μέσα τα παιδιά, μικρά και μεγαλύτερα τσιροκοπούσαν παίζοντας παιχνίδια ή απλά εκτονώνοντας την περίσσεια τους ενέργεια. Ύστερα η ματιά του έπεσε προς την υπό κατασκευή είσοδο του Μετρό απ’ την μεριά της Κατσιμίδη. Σε λίγο όπως το συνήθιζε με όλα τα σημαντικά, ενημέρωσε τα άλλα παιδιά.
- Είναι σχεδόν έτοιμος ο σταθμός, έτσι είπε στην μάνα μου η κυρία Μάρθα,  έχει πελάτες όλους τους τεχνίτες που δουλεύουν εκεί κάτω. Αυτοί της το είπαν…
- Εεε και να μην το έλεγαν μόνοι τους, σιγά που δεν θα το μάθαινε η φουρνάρισσα μας, σχολίασε χαμογελαστά η Κλαίρη και όλα τα παιδιά γέλασαν.
- Ο πατέρας μου, ξεκίνησε πάλι ο Ορέστης μου είπε ότι όλη αυτή η αλάνα κάποτε ήταν ένα μεγάλο χωμάτινο παρκινγκ. Τις Δευτέρες όμως άδειαζε και γέμιζε από κόσμο. Εδώ γινόταν μια μεγάλη λαϊκή αγορά που έπιανε μέχρι το δημοτικό μας. Ερχότανε οι ψαράδες, οι μανάβηδες και όλοι οι έμποροι με τους πάγκους και τις τέντες τους. Λέει ακόμη πως έχει είκοσι χρόνια, πολύ πριν γεννηθούμε δηλαδή, που έκλεισε το μέρος και διώξανε την λαϊκή πιο κάτω, στην Αθανασίου Διάκου, για να γίνει το μετρό...
- Εμένα οι δικοί μου δεν το πιστεύουν ότι θα λειτουργήσει. Έχει γίνει και ανέκδοτο για την πόλη μας, τον διέκοψε η Σοφία που δεν έλεγε να σηκώσει τα μάτια της απ’ το κινητό.
   Η Άννα, με την Κλαίρη, τον Φίλιππο και τον Βασίλη, χαμογέλασαν και η συζήτηση σίγουρα θα είχε συνέχεια, όμως εκείνη την στιγμή ακριβώς, το διπλό τρίχρωμο λεωφορείο του ΟΑΣΘ ξεκίνησε από τον σηματοδότη με έναν εκκωφαντικό θόρυβο που ακούστηκε σαν έκρηξη και ταυτοχρόνως αμόλησε πίσω του ένα τεράστιο σύννεφο μαύρου καπνού. Ο Κίντερ γαύγισε δυνατά ξαφνιασμένος από τον κρότο και τα παιδιά ενστικτωδώς έτρεξαν να φύγουν μακριά ξεχνώντας τον Ορέστη που αν και με τα χέρια του έδωσε ώθηση όσο γρηγορότερα μπορούσε στις ρόδες, αμέσως έπεσε πάνω σε δυο τσιμεντένια παρτέρια. Το αγόρι αντιμετώπιζε και χρόνιο άσθμα και ο καπνός από το πετρέλαιο και τα καμένα λάδια, του προκάλεσε έναν έντονο βήχα. Τα παιδιά τον βοήθησαν και μετακινήθηκαν πιο πάνω, λίγο πριν την διασταύρωση Κατσιμίδη με Παπαναστασίου, στην αυλή μιας παρατημένης καφετερίας. Ευτυχώς, σύντομα ο Ορέστης ηρέμησε από τον βήχα.
- Δεν είναι κατάσταση αυτή, ξεκίνησε να μιλάει τώρα η Κλαίρη, παντού σκουπίδια, αυτοκίνητα, μόλυνση. Θυμάστε την Δωροθέα; Μου έστειλε γράμμα και φωτογραφίες από το Βέλγιο, εκεί βρήκαν δουλειά οι γονείς της. Τι όμορφα που είναι στην πόλη τους, τι μεγάλες πλατείες, καθαρά ολοπράσινα πάρκα. Όμως η δική μας πόλη, θα μπορούσε να είναι πολύ καλύτερη. Το τοπίο μας με την θάλασσα, τον κόλπο του Θερμαϊκού και τον Όλυμπο απέναντι, το ηλιοβασίλεμα, είναι από τα ομορφότερα στον κόσμο.
- Εδώ στην Ελλάδα δεν πάμε καθόλου καλά, έτσι όπως γράφει η Δωροθέα είναι και στο Μαϊάμι, συμπλήρωσε η Λυδία που φαινόταν πια καθαρά στην προφορά της, ότι ήταν Ελληνοαμερικανίδα. Όλα είναι πεντακάθαρα, εκεί δεν επιτρέπετε το ζωάκι σου να κάνει την ανάγκη του όπου να είναι στο δρόμο και εσύ να φεύγεις και να τα παρατάς. Πρέπει και να καθαρίσεις, αλλά έχει και ειδικό κάδο για να πετάξεις τις ακαθαρσίες, αλλιώςςςςςςς… Ο Κίντερ λες και συμφώνησε μαζί της έκανε δυο τρεις στροφές γαυγίζοντας και όλοι τον χάιδεψαν το κεφάλι του με το πυκνό μαύρο τρίχωμα.  
- Ναι και εμείς εδώ, τα πατάμε στο πεζοδρόμιο είπε θυμωμένα η Άννα και από πάρκα στην γειτονιά άστο, δεν έχουμε τίποτα άλλο εκτός απ’ το δημοτικό μας σχολείο, γκρίνιαξε.
- Είναι και το πάρκο του Μακεδονικού τάφου, πήρε τον λόγο ο Βασίλης,
- Αλλά ποιος μας αφήνει να πάμε εκεί; Τον ρώτησε ειρωνικά ο Φίλιππος, όλα χάλια, σπασμένα παγκάκια και το βράδυ σκοτεινά. Μόνο τα σκυλάκια τσαλαβουτάνε στις λάσπες,
- Και κάνουν το πιπί τους, χαχάνισε η Σοφία,
- Μην ανησυχείτε θα τα κάνει όλα ο νέος δήμαρχος, είπε γελώντας η Κλαίρη. Η μάνα μου, προχτές γκρίνιαζε για τα κομμένα δέντρα στην Κωνσταντινουπόλεως, μόνο σε εμάς μπροστά στην στάση μέτρησε πέντε. Tα βλέπετε όλοι σας, έχουν αφήσει τα κούτσουρα εδώ και χρόνια να προεξέχουν. Όλο και λέει στον πατέρα μου, “βρε Τάσο να στείλουμε ένα email, να βγάλουν τους κορμούς και να φυτέψουν νέα δέντρα”, “περίμενε” της λέει τώρα εκείνος “Να αναλάβει ο νέος δήμαρχος τον Σεπτέμβρη, τώρα κατακαλόκαιρο ποιος θα δώσει σημασία;” 
- Χαχαχά γέλασε η Άννα, οι γονείς μου πάντως λένε συνέχεια ότι οι πολιτικοί είναι όλο λόγια, μεγάλες υποσχέσεις και από έργα κράτα μικρό καλάθι.
- Προχτές ο μπαμπάς μου έβλεπε ειδήσεις και δυο πολιτικοί μαλώνανε και λέει μόνος του, πρόσθεσε κωμικά ο Βασίλης αλλάζοντας την φωνή του για να μιμηθεί τον πατέρα του, “τον κακό σας τον καιρό, μια ο ένας κατηγορεί, μια ο άλλος, και όταν είστε στην κυβέρνηση κανείς σας δεν κάνει τίποτα”
-Και όλοι εμείς; Δεν φταίμε; Αυτά τα σκουπίδια και τους καναπέδες, τα πλακάκια, τα σίδερα και όλα τα άλλα άχρηστα, ποιος τα πετάει; Ρώτησε ο Ορέστης αυστηρά,
      Εκείνη την στιγμή ένας έντονος συριγμός έκανε τα παιδιά να γυρίσουν το κεφάλι τους. Το βλέμμα τους αντίκρισε κοντά στο μετρό, ένα καρότσι που το έσπρωχνε μια παχιά, κοντή, μελαμψή γυναίκα. Φορούσε μια πολύχρωμη μπλούζα με μακριά μανίκια, μια πράσινη λερωμένη φούστα που έφτανε μέχρι τον αστράγαλο και ένα μαύρο παντελόνι από κάτω που ακουμπούσε σχεδόν στο έδαφος. Τα μακριά μαύρα μαλλιά της τα είχε πιασμένα σε μια τεράστια πλεξούδα, όμως το μάτι σου έπεφτε αμέσως το αριστερό της μάγουλο το οποίο καλυπτόταν από μια τεράστια σκουρόχρωμη ελιά. Το καρότσι που έσερνε δεν ήταν ένα κοινό καρότσι μα μια αυτοσχέδια κατασκευή μια μεγάλη γαλαζωπή πλαστική κλούβα είχε τοποθετηθεί επάνω σε έναν σκελετό καροτσιού για μωρά. Ερχόταν από χαμηλά, απ’ την Αρχαιολογικού Μουσείου. Κάτι φώναζε με φωνή τσιριχτή, ένρινη, λίγο αστεία, κάπως μελωδική, κάτι που τα παιδιά το καταλάβαιναν σαν να άκουγαν “καλεεέ κυριιίαααα…”
   Γνώριμη εικόνα για τα παιδιά που έβλεπαν εδώ και χρόνια, ολόκληρες ομάδες από μικρούς και μεγάλους να περνούν με τα καροτσάκια τους και να ανακατεύουν τους κάδους των απορριμμάτων και της ανακύκλωσης. Τον τελευταίο χρόνο μάλιστα κάποιοι από αυτούς τους σύγχρονους Les Misérables είχαν φέρει στην πόλη και μικρά τρίκυκλα που γυρνούσαν στους δρόμους για να μεταφέρουν γρηγορότερα και ευκολότερα τον “πλούτο” τους, αφού κυκλώματα∙ πάνω από αυτούς τους φτωχούς εκτελεστικούς βραχίονες, είχαν οργανώσει ένα δίκτυο διακίνησης σε σκοτεινές επιχειρήσεις εντός και εκτός Ελλάδας.
    Η γυναίκα σταμάτησε σχεδόν δίπλα τους, σε κάτι κάδους στο τρίγωνο Παρασκευοπούλου – Παπαναστασίου - Κατσιμίδη και με μια σιδερένια βέργα άρχισε να ανακατεύει τα απορρίμματα και ότι άλλο από μπάζα, ξύλα, σίδερα κλπ υπήρχε παρατημένο στο πεζοδρόμιο. Η γυναίκα δεν ήταν μόνη με το καρότσι της, σε αυτό υπήρχαν και δυο κοριτσάκια. Πρέπει να ήταν κάπου 5 με 6 ετών το ένα παιδάκι και πολύ μικρότερο το άλλο. Τα δυο τους καθόταν επάνω στο σωρό των αντικειμένων που η γυναίκα αυτή η μητέρα τους πιθανά, είχε ξεδιαλέξει από τα σκουπίδια. Στα λιγνά χεράκια του το μεγάλο κρατούσε μια ξανθιά κούκλα που φορούσε ένα λερό, ροζ φόρεμα. Η μικρούλα ήταν παντελώς αδιάφορη για ότι συνέβαινε εκείνη την στιγμή γύρω της και μοναχά κοιτούσε την μεγαλύτερη αδελφή της που έπαιζε με την κούκλα της αμέριμνη, λες και δεν καθόταν επάνω σε ένα δύσοσμο σωρό απορριμμάτων αλλά στην μαλακή μοκέτα ενός ονειρεμένου, παιδικού δωματίου.
    Για τα παιδιά της γειτονιάς των Κυβελείων, ήταν πράγματι ένα απάνθρωπο “φαινόμενο” να υπάρχουν στην εποχή τους, άνθρωποι που ζουν σε υπόγεια και ολημερίς να ψάχνουν στους κάδους για ότι πολύτιμο για αυτούς. Να υπάρχουν παιδιά που στερούνται το σχολείο τους και μεγαλώνουν μέσα σε αυτοσχέδια καρότσια, επάνω σε σορούς απορριμμάτων. Η κυρία Δέσποινα, η εθελόντρια φιλόλογος στην δημοτική βιβλιοθήκη, κοντά στο Ιπποκράτειο, τους είχε θέσει προς συζήτηση αυτή την κατάσταση. Το να μεγαλώνουν δηλαδή παιδιά μέσα σε καρότσια, μέσα σε άθλια ημιυπόγεια σπίτια και αποθήκες, γεμάτα από ανακυκλώσιμα υλικά, κουβέρτες, χαλιά, σκουριασμένα σίδερα και πεταμένες ηλεκτρικές συσκευές. Ήταν δυστυχώς όπως τους έλεγε με μια φράση “τα παιδιά ενός κατώτερου Θεού”.
   Οι μικροί μαθητές της, ήταν πολύ προβληματισμένοι αφού καταλάβαιναν ότι αυτά τα παιδιά δεν θα είχαν ούτε μια ευκαιρία για ένα καλύτερο μέλλον, όπως τα ίδια. Παρά τα όποια οικονομικά προβλήματα των γονιών τους λόγω της οικονομικής κρίσης, με λιγότερες ή περισσότερες δυσκολίες θα σπούδαζαν τα πιο πολλά. Τα παιδιά των υπογείων όμως θα μεγάλωναν σε αυτές τις άθλιες συνθήκες και αναλφάβητα θα συνέχιζαν να ζουν μια ζωή φτωχή, περιθωριακή, που ποιος ξέρει και που αλλού θα μπορούσε να τα οδηγήσει.
   Με την νεαρή φιλόλογο είχαν συζητήσει επίσης και για το πολύ σημαντικό ζήτημα των προσφύγων από τον πόλεμο στην Συρία αλλά και των οικονομικών μεταναστών που είχαν κατακλύσει τα τελευταία χρόνια την Ελλάδα. Καθημερινά, θα τύχαινε να δουν μέσα από τις πολλές πηγές ενημέρωσης που είχαν στην διάθεση τους, χιλιάδες παιδιά να επιβιώνουν χρόνια τώρα μέσα στις λάσπες, να ζουν σε άθλια μέρη που ονομάζονται “κέντρα φιλοξενίας” πρώτα στα νησιά και έπειτα σαν μπούκωναν και εκρήγνυνταν αυτά από την πολυκοσμία, να μεταφέρονται στην ενδοχώρα σε αντίστοιχα κέντρα ενώ η πολιτισμένη Ευρώπη κώφευε στις εκκλήσεις των ελληνικών κυβερνήσεων.    
   Όλοι οι προβληματισμοί των παιδιών αλλά και οι προτάσεις τους  μαζεύτηκαν σε μια δική τους, ατομική έκθεση ιδεών που η φιλόλογος τους θέλησε να της δώσει μορφή σε ένα βιβλίο, ώστε να διαβαστεί και στο σήμερα μα και στο μέλλον.
   Εκτός της Λυδίας που ζούσε στην Αμερική, όλοι οι υπόλοιποι πήγαιναν στην δημοτική βιβλιοθήκη της Κωνσταντινουπόλεως και πραγματικά είχαν ωφεληθεί πολύ απ’ την εθελόντρια παιδαγωγό που αρκετές ώρες την εβδομάδα βοηθούσε πολλά παιδιά στην σχολική ύλη και όχι μόνο.
    Σε λίγο η παρέα είδε την γυναίκα με το καρότσι και τα δυο κοριτσάκια, να απομακρύνονται. Εκείνη θα σταματούσε στον επόμενο κάδο ενώ τα κοριτσάκια θα συνέχιζαν αμέριμνα το παιχνίδι τους…
- Μπορούμε να κάνουμε κάτι εμείς για να αλλάξει όληηηη αυτή η κατάσταση στην πόλη μας; Ο Ορέστης τους κοίταξε καλά καλά και συνέχισε, να στείλουμε ένα μήνυμα, τα παιδιά ζητάμε από τον νέο δήμαρχο μια πόλη πιο ανθρώπινη, πιο καθαρή, πιο ασφαλής για όλους μας και μια χώρα που θα σέβεται τους ανθρώπους και το περιβάλλον… είστε;    
- Ναι, ναι,
- Για την πόλη μας,
- Μα και για την χώρα,
- Και όλο τον κόσμο,
- Να μας ακούσουν όλοι,
- Ναι αλλά πως;
- Θα πάμε στο γραφείο του;
- Θα του στείλουμε γράμμα;
- Μήπως email;
- Καλύτερα να τον ζητήσουμε στο τηλέφωνο;  
Η Άννα, η Κλαίρη, η Σοφία, η Λυδία, ο Φίλιππος και ο Βασίλης να αναρωτιούνται μεταξύ τους και στο τέλος όλοι κοίταξαν τον Ορέστη, τι σκεφτόταν άραγε;
- Το πρότεινα μα και εγώ δεν το έχω σκεφτεί ακόμη, είπε ο Ορέστης αλλά με τόσο καυσαέριο που ανέπνευσα σίγουρα θα μου έρθει κάποιος χρησμός, σαν την Πυθία.
Γ έ λ ι α…



Λίγες μέρες μετά…

     Όπως οι μεγαλύτερες ανακαλύψεις συμβαίνουν τυχαία, έτσι και αυτή την φορά λες και η θεά τύχη στάθηκε πάνω από τον Ορέστη. Έβλεπε την αγαπημένη του σειρά ντοκιμαντέρ στο youtube για την κλιματική αλλαγή και τις τεράστιες επιπτώσεις της. Ήταν λίγο αργά βέβαια αφού το ρολόι του έδειχνε 2 το πρωί, μα καλοκαίρι ήταν και αύριο το πρωί μπορούσε να σηκωθεί αργά.
   Ένας νέος επιστήμονας μιλώντας για τις επιπτώσεις του φαινομένου προειδοποιούσε ότι κανείς δεν είναι ασφαλής, αφού ο ήλιος είναι ένας και η θάλασσα με τους πάγους να λιώνουν, μπορεί να πνίξει όλο τον πλανήτη. Εξηγούσε με έμφαση ότι ο άνεμος δεν έχει πατρίδα, τα κουνούπια μας φέρνουν παθογόνους νόσους που δεν είχαμε πριν όπως αυτές που μεταφέρουν τα κουνούπια τίγρεις, οι ακρίδες καταστρέφουν σοδειές πιο βόρεια από παλιά και η ξηρασία καίει ακόμη και τα δάση της Σιβηρίας. Ανέφερε με έμφαση ότι στο μέλλον θα ζήσουμε και γιγάντιες μετακινήσεις κλιματικών μεταναστών.
   Πολλές οι σκέψεις του εφήβου για αυτό το θέμα που απασχολούσε πολλούς νέους σε όλο τον κόσμο. Το τελευταίο διάστημα είχε δημιουργηθεί μια παγκόσμια κοινότητα νέων και μάλιστα εφήβων ακτιβιστών που προσπαθούσε να αναδείξει το θέμα και στους πολίτες, μα και στους ηγέτες  του κόσμου για δράση ενάντια στο φαινόμενο. Ο Ορέστης μιας και μιλούσε και έγραφε σε πολύ καλό επίπεδο Αγγλικά, είχε ήδη επικοινωνία με παιδιά τέτοιων κοινοτήτων από την Ευρώπη, την Αμερική, την Άπω Ανατολή και την Αυστραλία, για να μαθαίνει τα σχέδια τους για το σοβαρό φαινόμενο.
   Σπουδαία και μεγαλεπήβολα όλα αυτά, όμως ξαφνικά ο Ορέστης πήρε έναν ελαφρύ υπνάκο, με αποτέλεσμα το τηλεκοντρόλ να υποστεί μια θεαματική ελεύθερη πτώση απ’ τα χέρια του και έτσι να γίνει δυο κομμάτια. Τι κρίμα γιατί μετά την καταστροφή του πλανήτη και την κλιματική αλλαγή, ήρθε και η καταστροφή του τηλεκοντρόλ.
     “Τι να κάνεις, η φυσική είναι αμείλικτη παιδάκι μου και ο νόμος της βαρύτητας σκληρότατος σαν έρθει η ώρα της πρόσκρουσης” αυτό ήταν το μετριοπαθές και λίγο ειρωνικό σχόλιο του πατέρα του καθηγητής φυσικής βλέπεις ο κ. Κοσμίδης, ευτυχώς όμως σε ένα λύκειο πολύ μακριά από το δικό του σχολείο. Ο Ορέστης που τον βάραινε μονίμως μια εκνευριστική τελειομανία, είχε αναλάβει από το χαρτζιλίκι του όλο το κόστος της αντικατάστασης  του τηλεκοντρόλ ή στην μητρική του γλώσσα, τηλέ (ελέγχου) της τηλέ (οράσεως) μιας και του άρεσε πολύ να αναλύει τις λέξεις και να ανακαλύπτει την ετυμολογία τους.
   Με την βοήθεια του Βασίλη την επαύριον της καταστροφής, έφτασε στο κατάστημα ηλεκτρονικών της κ. Νικολαΐδου. Ο γιός της, ο Ντίνος, ήταν εκείνη την ώρα στο μαγαζί μαζί με έναν πελάτη. Μόλις όμως είδε τα δυο παιδιά, τα καλωσόρισε και έπειτα ρώτησε τον Ορέστη,
- κ. Κοσμίδη πως είστε; Τι νέα από την ομάδα σας; Τον προσφώνησε με το επίθετο του, έτσι για αστείο, μιας και ως γείτονας στην πολυκατοικία, τον Ορέστη τον γνώριζε από μωρό και όποτε βρισκόταν τον πείραζε για τα ποδοσφαιρικά.
   Ο Ντίνος είχε βγάλει μπροστά στον πελάτη μια σειρά από διαφορετικά μικροσκοπικά φωτάκια, led όπως τα ονόμαζε και εκείνος με την βοήθεια μιας συσκευής, τα άναβε ένα, ένα. Διάφορα χρώματα αναβοσβήναν εμπρός στα μάτια του, λευκό, μπλε, κόκκινο, κίτρινο, πράσινο, πορτοκαλί.  Φωτάκια σε διάφορα σχήματα και μεγέθη που ακτινοβολούσαν σε εφήμερους συνδυασμούς. Ο Ορέστης και ο Βασίλης κοιτούσαν μαγεμένοι αυτήν την πανδαισία χρωμάτων.
- Φανταστικά, θα τα πάρω όλα όσα έφερες, είπε ενθουσιασμένος ο πελάτης στον Ντίνο που βρισκόταν απέναντι του.
- Τόσα πολλά φωτάκια που έχεις αγοράσει, μα τι τα κάνεις στο πανεπιστήμιο; Τον ρώτησε ο Ντίνος.
- Μου αρέσει να πειραματίζομαι, χαμογέλασε ο πελάτης.
- Ποτέ όμως δεν μου έχεις πει για τα πειράματα σου, είπε ο Ντίνος με μεγάλη απορία.
- Κάποια μέρα, ίσως να σου δείξω, του απάντησε εκείνος πονηρά.
   Ο άντρας αυτός είχε πολύ αστείο παρουσιαστικό, φορούσε κάτι τεράστια γυαλιά μυωπίας και το κεφάλι του έμοιαζε με ένα κόκκινο φουντωτό θάμνο. Το πρόσωπο του αν και αξύριστο ήταν καλοσυνάτο και πράγματι ο τόνος της φωνής του και η όλη εντύπωση που προκαλούσε ήταν πολύ οικεία.
    Τα δυο παιδιά εντυπωσιάστηκαν μα και παραξενεύτηκαν, όσο περίμεναν στο μαγαζί της κυρίας Καίτης για την αγορά του νέου τηλεκοντρόλ δεν έπαιρναν τα μάτια τους από τον άντρα που συνέχιζε να δοκιμάζει τα φωτάκια. Ξαφνικά η πόρτα άνοιξε και μπήκε ακόμη ένας άντρας σχεδόν φαλακρός που είχε πιασμένα σε αλογοουρά τα μακριά καστανά μαλλιά του. Πήγε δίπλα σ’ αυτόν που άναβε τα λαμπάκια και σαν μικρά παιδιά κοίταξαν ο ένας τον άλλον και χαμογέλασαν.
- Τέλεια, του είπε ο νεοφερμένος. Κοίτα… είπε και άρχισαν να μιλούν μεταξύ τους, χαμηλόφωνα. Ο Ορέστης άκουσε να λέει ο κοκκινοτρίχης,
- θα μπορούσαμε να στολίσουμε όλη την πόλη…
- Αν μπορείτε τουλάχιστον την Κωνσταντινουπόλεως που δεν έχουμε δει ποτέ μας ένα χριστουγεννιάτικο στολιδάκι αναμμένο; Παρενέβη στην συζήτηση τους ρωτώντας ο Ορέστης.
Οι δυο άντρες γύρισαν και κοίταξαν το αγόρι στο καρότσι, χαμογελώντας,
Ναι γιατί όχι; Απάντησαν ο ένας κοιτώντας τον άλλον.
   Ο Ορέστης ένιωσε μια έξαψη, σαν κάτι να του έλεγε ότι ήταν η ευκαιρία του. Τις σκέψεις του γρήγορα τις διέκοψε ο Ντίνος.
- Έτοιμος, ορίστε και τα ρέστα σου κ. Κοσμίδη.
Σε λίγο οι δυο τους επέστρεψαν στο σπίτι του Ορέστη και ο Βασίλης έφυγε για το δικό του. Ο Ορέστης δεν έλεγε να ησυχάσει, ούτε καν έφαγε παρά κατευθείαν κλείστηκε στο δωμάτιο του. Το καλό ήταν ότι ο Ντίνος του είχε δώσει το σωστό τηλεκοντρόλ.
   Όπως κοιτούσε έξω από το παραθύρι του την ψηλή λεύκα που χάιδευε τα κάγκελα του μπαλκονιού, η εικόνα ήρθε στο μυαλό του. Αυτό ήταν, πριν λίγες ημέρες το παρατήρησε πρώτη φορά όταν με τον μπαμπά του επέστρεφαν από τον φυσιοθεραπευτή και διέσχισαν όλο το κέντρο και την παραλιακή. Προχτές πάλι όταν είχαν επισκεφτεί τον θείο Μηνά στα Κωνσταντινοπολίτικα και πέρασαν από την οδό Λαμπράκη, είδε και εκεί την ίδια εικόνα.
“Βαρέθηκαν φαίνεται να τα ξεστολίσουν” Ο πατέρας του, του απάντησε ειρωνικά, όμως συνέβαινε στα αλήθεια και ήταν η ευκαιρία που έψαχνε και ο κ. Ντίνος με τα ηλεκτρονικά του και τους “γνωστούς” του, κρατούσε το κλειδί του σχεδίου του και απείχε μόλις δυο ορόφους κάτω από τα πόδια του…
Μόλις γύρισε στο σπίτι του - από του κ. Ντίνου - σήκωσε το ακουστικό και άρχισε τα τηλεφωνήματα σ’ όλη την παρέα, και αυτό που τους είπε ήταν “Υπάρχει τρόπος…”
“Μα πως θα γίνει αυτό;” τον ρωτούσαν όλοι.
“Έχω ένα σχέδιο κι αν είμαστε τυχεροί όλοι θα μάθουν τι ζητάμε”

Νύχτα Φ…


Αρχές Σεπτέμβρη, όπως εδώ και δεκαετίες η Διεθνής Έκθεση Θεσσαλονίκης σήμερα θα μάζευε πάνω της όλα τα φώτα της δημοσιότητας στην χώρα. Την ημέρα των εγκαινίων της, ορίστηκε η Νύχτα Φ ή L Night για τους αγγλομαθείς νεαρούς ακτιβιστές.
   Όπως πάντα η μέρα των εγκαινίων της ΔΕΘ ήταν ιδιαιτέρως φορτισμένη. Συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας από συνδικάτα, φορείς, σωματεία, οργανώσεις κλπ είχαν προγραμματιστεί στην ώρα της ομιλίας του πρωθυπουργού. Το Βελλίδειο συνεδριακό κέντρο όπου και θα λάμβανε χώρα η ομιλία είχε αποκλειστεί από νωρίς με σιδερένια κιγκλιδώματα από τις αστυνομικές δυνάμεις. Το κέντρο της πόλης ήταν ελεγχόμενο και πολλοί δρόμοι όπως και γύρω από το δημαρχείο∙ το οποίο βρισκόταν πολύ κοντά στο Βελλίδειο, είχαν αποκλειστεί. Παρόλα αυτά μέσα από στενά και το πεδίο του Άρεως μπορούσε να βρει κάποιος δίοδο και να φτάσει στο δημαρχιακό μέγαρο.
    Οι ώρες κύλισαν ομαλά και το απόγευμα έφτασε. Ο νέος δήμαρχος της πόλης είχε φύγει απ’ το γραφείο του στον τρίτο όροφο του μεγάρου και ήταν πλέον στο Βελλίδειο μαζί με τους εκατοντάδες προσκεκλημένους για την ομιλία του πρωθυπουργού. Ο μεσήλικας δήμαρχος είχε ορκιστεί προ λίγων ημερών και φυσικά, τα φώτα της δημοσιότητας ήταν στραμμένα ακόμη επάνω του.
   Ο Πρωθυπουργός μετά τους χαιρετισμούς παραγόντων της πόλης και του υπουργού εμπορίου της ισχυρής ασιατικής χώρας που τιμόταν στην παρούσα έκθεση, ξεκίνησε την ομιλία του γύρω στις επτά και μισή το απόγευμα. Ευτυχώς παρότι υπήρχαν πολλές διαδηλώσεις στην πόλη και το κέντρο είχε πλημμυρίσει από διαμαρτυρόμενους πολίτες, δεν υπήρχαν σοβαρά επεισόδια. Εκτός από κάποιες αψιμαχίες στην οδό Τσιμισκή, η κατάσταση ήταν ήσυχη. Οι διαδηλωτές της κεντρικής πορείας της ΓΣΣΕ - ΑΔΕΔΥ περίμεναν σε μικρή απόσταση από το Βελλίδειο εκεί όπου τους είχε βάλει φραγμό η αστυνομία, με διπλές σειρές από κιγκλιδώματα.
  Γύρω στις εννιά το βράδυ, η μακροσκελής ομιλία του πρωθυπουργού ολοκληρώθηκε και μετά από λίγη ώρα οι επίσημοι άρχισαν να εξέρχονται. Οι διαδηλωτές στην θέα των επισήμων ξεκίνησαν να φωνάζουν συνθήματα που δονούσαν ρυθμικά την ατμόσφαιρα. Κάποιοι θερμόαιμοι έφτασαν κοντά στα κιγκλιδώματα και άρχισαν να τα ταρακουνούν. Οι αστυνομικοί κινήθηκαν γρήγορα προς το μέρος τους απειλητικά. Οι επίσημοι ατάραχοι σαν να μην συνέβαιναν τίποτα, σχολίαζαν σε πηγαδάκια την ομιλία περιμένοντας να εμφανιστεί ο πρωθυπουργός. Εκείνος δεν άργησε και ακολουθούμενος από τον οικοδεσπότη της πόλης και πολλά κομματικά στελέχη εμφανίστηκε στον είσοδο του κτιρίου μέσα στις ιαχές και τα συνθήματα των διαδηλωτών.

***

    Αργά το απόγευμα η παρέα των έξι παιδιών, μαζί με την φιλόλογο τους, την κ. Δέσποινα, μαζεύτηκαν στον σταθμό του Μετρό και κατηφόρισαν προς το δημαρχείο. Από την παρέα τους, τους μυστικούς επτά όπως ονομάζονταν μεταξύ τους πλέον, έλειπε η Λυδία καθώς είχε επιστρέψει με τους γονείς της και τον Κίντερ στην Αμερική. Πολύ σύντομα απ’ την Κωνσταντινουπόλεως κατέβηκαν την Αρχαιολογικού Μουσείου, την οδό Αμαλίας, έφτασαν στο πεδίο του Άρεως και από εκεί στην ανατολική πλευρά του δημαρχιακού μεγάρου. Απ’ το δεξί διάδρομο βγήκαν στην δυτική πλευρά του, προς το κέντρο της πόλης και στάθηκαν εμπρός από το ξύλινο λευκό καραβάκι που στολιζόταν τα τελευταία Χριστούγεννα μα παρέμενε στο δημαρχείο όλο τον χρόνο. Μια διμοιρία αστυνομικών των ΜΑΤ ήταν παραταγμένη εκεί κοντά αλλά δεν τους κίνησαν την περιέργεια μερικά παιδιά και μια νεαρή κοπέλα. Σε ελάχιστα λεπτά η διμοιρία μετακινήθηκε προς το πάρκο του πρώην ζωολογικού κήπου στην παραλία. Τα παιδιά έμειναν μόνα με την καθηγήτρια τους καθώς πίσω τους ο ήλιος έβαφε με φωτεινό πορτοκαλί τα νερά του Θερμαϊκού, λίγο πριν χαμηλώσει πίσω απ’ τα ψηλά βουνά της γης τους. 



Όσο περνούσε η ώρα και άλλα παιδιά έφταναν στο σημείο συνάντησης∙ το καραβάκι. Μέχρι την στιγμή που ο πρωθυπουργός βγήκε στην είσοδο του Βελλιδείου είχε μαζευτεί μεγάλος αριθμός παιδιών και το ένα με το άλλο, διαμέσου των μέσων κοινωνικής δικτύωσης καλούσαν φίλους στο δημαρχείο ή όποιοι δεν μπορούσα να έρθουν, τουλάχιστον να μετέδιδαν την εικόνα που τους έστελναν. Η κινητοποίηση ήταν μεγάλη. Εδώ και μέρες από κινητό σε κινητό ανάμεσα στα παιδιά και μόνο, είχε διαδοθεί ότι την Νύχτα Φ… θα γινόταν κάτι το μοναδικό, το απίστευτο, το αναπάντεχο μα και φαντασμαγορικό.
Όλα τα παιδιά είχαν λάβει το ίδιο μήνυμα και ο στόχος δεν ήταν μόνο η πόλη τους, αλλά ο κόσμος ολάκερος.  
  
“Θέλεις να ξεκινήσουμε να αλλάζουμε την πόλη μας, την χώρα μας, τον κόσμο μας; Υπάρχει τρόπος και είναι πολύ απλός. Όπως μας ξυπνούν οι γονείς μας το πρωί ρίχνοντας φως στο δωμάτιο, ανάβοντας τις λάμπες, έτσι και εμείς, ακριβώς το ίδιο θα κάνουμε. Θα ανάψουμε όλα τα φώτα και θα κάνουμε πολύ φασαρία για να τους ξυπνήσουμε, για να μας ακούσει ο νέος δήμαρχος, ο κάθε πολιτικός.”

   Οι αστυνομικοί που στάθμευαν στον Άγιο Κωνσταντίνο έκλεισαν την κυκλοφορία γιατί ο δήμαρχος με τον πρωθυπουργό που είχαν ενημερωθεί για μια ειρηνική συγκέντρωση νεαρών παιδιών, κινήθηκαν πεζοί προς το δημαρχείο.  Ήθελαν να δουν τι ζητούν όλα αυτά τα παιδιά, να ακούσουν τα αιτήματα τους. Σαν έφτασαν στην γωνία 3ης Σεπτεμβρίου με Στρατού, ανάμεσα από το αρχαιολογικό και το βυζαντινό μουσείο, άκουσαν τις φωνές τους να μετρούν ρυθμικά. Την στιγμή που τα παιδιά άρχισαν να μετράνε αντίστροφα με όλη τους την δύναμη, καμιά άλλη φωνή εκτός από τις δικές τους δεν ακουγόταν…

10…   9…   8…   7…   6…   5…   4…   3…   2…   1…

   Η πόλη απ’ άκρη σε άκρη άρχισε να φωτίζεται. Από την παραλιακή οδό μέχρι τα κάστρα.
Από την ανατολική Θεσσαλονίκη μέχρι την δυτική όλα τα χριστουγεννιάτικά στολίδια άναψαν ταυτόχρονα. Η Τσιμισκή, η Μητροπόλεως, η Εγνατία, δρόμοι του κέντρου, η παραλία από το λιμάνι έως το Μέγαρο της Μουσικής, οι δρόμοι της Καλαμαριάς, η Βασιλίσσης Όλγας, η Λαμπράκη κι δρόμοι της Τούμπας και της Πυλαίας, για πρώτη φορά και η Κωνσταντινουπόλεως η γειτονιά των παιδιών, τα Πεύκα κι Άνω Πόλη, Συκιές και Νεάπολη, η Σταυρούπολη, οι Αμπελόκηποι, ο Εύοσμος και άλλες συνοικίες  φωτίστηκαν από τα χριστουγεννιάτικα στολίδια.
   Αυτήν την γλυκιά βραδιά του Σεπτέμβρη με το θερμόμετρο κοντά στους 27 βαθμούς η πόλη στολίστηκε χριστουγεννιάτικη, ειδικά στον κεντρικό δήμο όπου όχι μόνο είχαν παραμείνει κάποια απ’ τα στολίδια στις κολώνες που αφήνονταν συνήθως, αλλά σχεδόν όλος ο εορταστικός διάκοσμος πάνω από τους δρόμους. Ο νέος δήμαρχος, ο πρωθυπουργός μαζί με τους υπουργούς και όλους τους εξέχοντες προσκεκλημένους στην ομιλία, ο ασιάτης υπουργός και οι πρέσβεις πολλών ξένων χωρών, οι αστυνομικοί, οι διαδηλωτές, όλοι κοιτούσαν άναυδοι. Αναρωτιούνταν μεταξύ τους πως είναι δυνατόν να συμβαίνει όλο αυτό, ποιοί το οργάνωσαν και πως τα κατάφεραν αθόρυβα;;;
   Τα τηλεοπτικά δίκτυα και οι δημοσιογράφοι που κάλυπταν την επίσκεψη του πρωθυπουργού στην Θεσσαλονίκη μετέδιδαν ζωντανές σκηνές από την πόλη. Οι κεντρικοί παρουσιαστές στα δελτία αναζητούσαν με μανία το πώς και το γιατί. Οι πολίτες, οι τουρίστες και οι χιλιάδες επισκέπτες της διεθνούς εκθέσεως κοιτούσαν τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια, τις φωτεινές μπάλες, τις πολύχρωμες ομπρέλες, τα αστέρια, τα χρωματιστά δώρα που κρεμόταν πάνω από τους δρόμους να αναβοσβήνουν ρυθμικά. Έβλεπαν δρόμους, πεζοδρόμια και κολώνες ξαφνικά να ακτινοβολούν σε όλα τα χρώματα της ίριδας. Ο Λευκός Πύργος φωτιζόταν σε διάφορα χρώματα και οι περιπατητές στην παραλία δεν χόρταιναν να τραβούν εικόνες του.
  Ξαφνικά ένα τεράστιο σμήνος από μικροσκοπικές “πυγολαμπίδες” έκανε την εμφάνιση του πάνω απ’ τα κεφάλια των επισήμων, πάνω απ’ το Βελλίδειο. Τα μικροσκοπικά λαμπερά φωτάκια σηκώθηκαν ψηλά στον ουρανό φωτοβολώντας πάνω από τον πύργο της ΔΕΘ. Με απίθανο συγχρονισμό και αλλαγές χρωμάτων άρχισαν να γράφουν στον σκοτεινό ουρανό μηνύματα,        

“ΕΙΜΑΣΤΕ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ, ΖΟΥΜΕ ΤΟ ΣΗΜΕΡΑ, ΑΠΟΦΑΣΙΖΟΥΜΕ ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΡΙΟ ”

“ΘΕΛΟΥΜΕ ΜΙΑ ΠΟΛΗ, ΜΙΑ ΧΩΡΑ, ΜΙΑ ΓΗ ΚΑΛΥΤΕΡΗ”

“ΑΓΩΝΙΖΟΜΑΣΤΕ ΣΗΜΕΡΑ, ΓΙΑ ΤΟ ΑΥΡΙΟ ΠΟΥ ΑΞΙΖΟΥΜΕ ”

  Τέτοια ώρα άλλες χρονιές κυριαρχούσαν η βία και τα επεισόδια, όμως αυτήν την χρονιά τα παιδιά είχαν τον πρώτο λόγο. Η εικόνα έφτανε παντού στο παγκόσμιο χωριό. Δεν ήταν μόνο τα τηλεοπτικά δίκτυα, ήταν και τα κινητά που μετέδιδαν εικόνες και βίντεο από αυτό το αναπάντεχο σκηνικό και έτσι παιδιά με τις ίδιες ανησυχίες σε όλη την υδρόγειο, έβλεπαν ζωντανά τα όσα συνέβαιναν στην Θεσσαλονίκη. Μέσα από το you tube το vimeo και άλλες πλατφόρμες πολυμέσων, μπορούσαν να δουν - όλοι αλλά και να υπάρχουν ως αρχείο για πολλά χρόνια - τα βίντεο αυτής της μεγαλειώδους νυχτιάς.  
  Η Λυδία αν και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και 7 ώρες πίσω στην ώρα, νωρίς το μεσημέρι είχε μαζέψει τα παιδιά όλου του σχολείου και ας ήταν Σάββατο. Με την βοήθεια των γονιών της και κάποιων καθηγητών που τους άρεσε η ιδέα, έβλεπαν ζωντανά την εικόνα από την θαλασσινή πόλη της Μεσογείου. Τα παιδιά ζητωκραυγάζοντας μέσα στο αμφιθέατρο του σχολείου τους, στο Μαϊάμι, κοιτούσαν τα όσα εκπληκτικά συνέβαιναν στην μακρινή Ελλάδα και ο Κίντερ  στριφογύριζε χαρούμενος, γαυγίζοντας σαν να συμφωνούσε με τους ανθρώπους. Αυτό το μήνυμα αφορούσε και τα ίδια, μέσα από αυτό ζητούσαν και αυτά με την σειρά τους έναν κόσμο ομορφότερο, δικαιότερο.
   Πίσω στην Ελλάδα ο Ορέστης, ο Φίλιππος, η Άννα, η Κλαίρη, η Σοφία, ο Βασίλης, οι «ηθικοί αυτουργοί» του μηνύματος, καμάρωναν και δεν το πίστευαν ούτε οι ίδιοι όλο αυτό που συνέβαινε.
   Όλοι οι δημοσιογράφοι που μετέδιδαν ζωντανά για τους τηλεοπτικούς και ραδιοφωνικούς σταθμούς συμφωνούσαν πως αυτή η ιδέα, αυτό το μήνυμα, ήταν κάτι το εκπληκτικό, το πρωτόγνωρο, το ανεπανάληπτο την ημέρα των εγκαινίων της ΔΕΘ και συνέβαινε στα αλήθεια.
  Ο δήμαρχος και ο πρωθυπουργός έφτασαν στο δημαρχείο, στα παιδιά. Αυτή η ενέργεια τους είχε συνεπάρει και τους ίδιους και δεν το έκρυβαν. Σε λίγο θα ανακάλυπταν πως μια παρέα επτά παιδιών και μια ομάδα “τρελών” επιστημόνων με το κέντρο ελέγχου τους στον τελευταίο όροφο του πολυτεχνείου, ήταν “υπεύθυνοι” για όλα. Εν μέσω των καλοκαιρινών διακοπών του Αυγούστου, εφάρμοσαν το σχέδιο τους ανενόχλητοι, στην άδεια πόλη. Μπορεί τα παιδιά να μην ήξεραν το παραμικρό για τους επαγωγικούς μικροελεγκτές wifi και τους νανοδιακόπτες διακόπτες ισχύος Bluetooth, τα μικροσκοπικά μα εξαιρετικά φωτεινά ιπτάμενα led και την υπέρλαμπρη λεπτότατη, χρωματιστή μεμβράνη που φορτίζεται από την ακτινοβολία υποβάθρου και «ντύνει» αόρατα όλες τις επιφάνειες, όμως τελικά άναψαν όλα τα φώτα και ξύπνησαν τους μεγάλους από την λήθαργο τους, έστω για λίγο, έστω για αυτά τα λαμπερά λεπτά. 
  Μπροστά στο φωτισμένο καραβάκι, ο Ορέστης έκλεισε πονηρά το μάτι του, απέναντι του χαμογελούσε πλατιά ο αγαπημένος του κοκκιντοτρίχης, ο καθηγητής μικροηλεκτρονικής κ. Λέκκος, το “μυαλό” της Νύχτας Φωτός. 


Και η ιστορία αυτή ολοκληρώνεται το φθινόπωρο του 20..
    Όσοι δεν θυμούνται ή δεν γνωρίζουν, διάβασαν αυτήν την πραγματική ιστορία ως ένα όμορφο διήγημα, όσοι όμως θυμούνται εκείνη την ημέρα, παρακολουθούν πλέον να ολοκληρώνεται και με ένα σημαντικό γεγονός !!!!  Ήταν είκοσι επτά χρόνια πριν όταν ένα αγόρι μαζί με την παρέα του και μια ομάδα ιδιόρρυθμων επιστημόνων μαζί με τους φοιτητές τους, έστελνε ένα φαντασμαγορικό «μήνυμα» αλλαγής στον τότε νέο δήμαρχο της πόλης και τον πρωθυπουργό. Εκείνη την νύχτα των εγκαινίων της ΔΕΘ, την Νύχτα Φωτός όπως την είχε ονομάσει η παρέα των μυστικών επτά∙ απ΄την ομώνυμη παρέα της αγαπημένης τους λογοτέχνιδας Ένιντ Μπλάιτον, σίγουρα κανένα από τα επτά παιδιά δεν φανταζότανε ότι μια μέρα ένας τους θα βρεθεί στην θέση του δημάρχου της πόλης τους και θα ορκιστεί υπό την συγκινητική παρουσία του.
   Μετά τα αποτελέσματα των τελευταίων εκλογών, ο συγγραφέας – ακτιβιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων Ορέστης Κοσμίδης, αύριο αναλαμβάνει τα ηνία του κεντρικού δήμου της Θεσσαλονίκης. Οι δημότες του μητροπολιτικού δήμου της Θεσσαλονίκης, ο οποίος προέκυψε από την ενοποίηση των τεσσάρων μέχρι πρότινος δημαρχιών, αναμένουν με εξαιρετικά υψηλές προσδοκίες την τριετή πλέον θητεία του δημάρχου.
  Αύριο, καθώς ο Ορέστης Κοσμίδης καθήμενος στο αναπηρικό αμαξίδιο του θα ορκιστεί μαζί με το νέο δημοτικό συμβούλιο, εκτός από τους γονείς του θα τον καμαρώνουν όλοι οι παιδικοί του φίλοι μα και η Δέσποινα Φαντίδου, η φιλόλογος και μέντορας των εφηβικών του χρόνων. Η πόλη θα φωτιστεί όπως και τότε, από τους ίδιους, ασπρομάλληδες πια, επιστήμονες, οι οποίοι μαζί με φοιτητές τους είχαν εφαρμόσει τις τότε πρωτοποριακές τεχνολογίες τους για να πετύχουν εκείνο το ανεπανάληπτο αποτέλεσμα. Η πόλη θα φωτιστεί απ' άκρη σ' άκρη, όπως και τότε, την Νύχτα Φωτός…
Εφημερίδα
Μακεδονία 31/8/20..

   Στην μνήμη του πατέρα μου Δημήτρη Βαλμά που τόσο αγαπούσε να περιδιαβαίνει τους δρόμους της Θεσσαλονίκης, την παραλία της, θαυμάζοντας εκστατικός το μεγαλείο του Θεού, την δύση του ήλιου πριν την μεγάλη νυχτιά, το ΦΩΣ που πάντα φέρνει την αυγή...

   Στον Δημήτρη Αντωνίου που παλεύει τα κακώς κείμενα πάνω απ’ το αμαξίδιο του, στον Φώτη Μπίμπαση που εδώ και τόσα χρόνια, τον κοιτώ καθώς έρχεται με το λευκό του μπαστουνάκι από την σχολή τυφλών προς την γειτονιά μου στην Κωνσταντινουπόλεως, στον κολυμβητή παραολυμπιονίκη Αντώνη Τσαπατάκη, σε αυτούς τους τρεις ανθρώπους μα και σε όλα τα άτομα με ειδικές ανάγκες που “μάχονται” για ένα καλύτερο αύριο.

   Σε εκείνους τους εκπαιδευτικούς που μέσα και έξω απ’ τα σχολεία, σε αίθουσες δήμων, εκκλησιών, βιβλιοθηκών και όπου αλλού, δίνουν ένα καλύτερο αύριο στα παιδιά…

  Θερμές ευχαριστίες στον ζωγράφο Ντίνο Παπασπύρου που αποτυπώνει με τα πινέλα του εδώ και δεκαετίες, τόσο εξαιρετικά την πόλη μας.  

1. ΠΙΝΑΚΑΣ-Τοπιογραφία Θεσσαλονίκης-4, Τέμπερα 38Χ48 εκ., 2011, Κωδ. 763
2. ΠΙΝΑΚΑΣ-ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ-40, 75η Δ.Ε.Θ., τέμπερα, 18Χ38 εκ., 2010, Κωδ. 733
3. ΤΜΗΜΑ ΠΙΝΑΚΑ-ΤΟΠΙΑ-185,  Φεγγαρόστρατα, τέμπερα, 18Χ38 εκ., 2011, Κωδ. 859.jpg

Α.  Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ
3 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ 2019

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΑΤΟΜΩΝ ΜΕ ΑΝΑΠΗΡΙΑ

Πέμπτη, Νοεμβρίου 21, 2019

The little boat that loved Christmas


The little boat that loved Christmas        

 

A short story on
 a trip to solidarity,
 love and dreams.                                     







In the yard of a primary school a few years ago:

-You stole them, Spyros! You! It was you!!! You, bloody thief! Get out of here! Leave!
- Get the hell out of here, you dirty thief! You stink!
- There is no place for dumb asses like you in our team!
- Where’s your father, dumb ass? He dumped you, that’s why we don’t ever see him!
- Spyros is a bastard! Spyros is a bastard… ….
« Get the hell out of here, beat it, go! Beat him hard, show him good! Yeah! Hah, hah, hah!»
 
The writer speaking:
If it could feel, it would feel the air coming down the mountain sides in a rage right on its tall mast; the snow that had fallen smoothly on its body the night before. If it could hear, it would hear the rough song of the Vardar wind pushing the frozen clouds towards a long voyage to the unknown.  If it could see, it would rest its eyes on the wide blue waveless sea on a warm summer day, or look ecstatically at the countless lights in the sky on a freezing night. If it had a soul, a soul in combat with death, then its hull would wonder, be agitated and even fearful before the mysteries of the universe. Then it wouldn’t have a rest, it would wander among stars nesting in innumerable galaxies, it would quest on land, in the sky, in colours, sounds or smells, for a sign, for an image, for something to reveal the face of God.
But how can a piece of metal see or feel? It’s just a construction with no flesh or soul, carved by man, a mineral given its form by fire. This is the truth that stands, as conceived by logic, as accepted by the mind, as fits to science the almighty. Is there another truth? Perhaps, but just a few believe in it. Few are those who sense beyond senses, who hear mystic melodies and stand in awe before the miracles of nature; those who see the world with the eyes of their soul, unlike most...
But how? How is this possible? How can a metal boat speak and sense the air and the clouds, the sun and the animals, all creatures upon earth and air? And, not simply speak, but quest during its endless lonely hours in the junk yard; ask the old olive tree that kept it protected from the rough sun rays with its silver-green leaves, the butterfly during its ephemerous dance, the swallow before its ever-lasting trip …
 “What sort of boat am I, I wonder… A boat that’s never touched the water, how can you call it a boat? Me, a boat? I’ve never, not once, travelled the blue sea. Always on land, always adorned with these white lights, still on my hull, extinguished for quite some time…”
How can a “lifeless metal” speak is beyond me. But I heard it, I felt it in my soul. Today a dream I shall narrate; others but me shall be the narrators; the voice, the soul of the boat; the voice of a girl, one of those who come to life to make it better; the voice of a boy who became a man, but kept in his soul the tenderness of a child. Dreams, their dreams, my dreams will unfold in their words – a process so common when a soul unleashes its burden on the hand that puts letters together to form words and phrases, to express thoughts that will set souls on fire. This is what happens when the mind retreats before the needs of a dream. So, now, just before Easter Sunday, you will hear a dream from a simple-minded man who writes stories about beggars and orphans, immigrants and heartless people, about ghosts and angels, about solidarity, compassion, warmth of human heart. My inspiration was the boat that used to stand in the Aristotle square every Christmas for years. My beloved Maria discovered it accidentally some time ago, next to a warehouse and the wall of a junk yard, hidden among trees, just where (coincidence?) the Special Needs School of Thessaloniki for autistic children stands as well. It was a magic, special moment for me, the meaning of which remains a mystery. Hear it and hear it well, because it’s a story that blends Christmas with Easter, reality with dream, man with humanity.

The soul of the boat speaking:
   Time went by so slowly in isolation… hours, days, endless winters and hot summers. For years I had been waiting in that yard in vain. Loneliness came hard on me; being forgotten and abandoned when you’ve learnt to shine before crowds of people is unbearable. My iron body was languishing left to the vices of weather, squeezed among an empty warehouse and a lousy junk yard wall. 

The winter in question I hoped I wouldn’t be forgotten. No, not again, never again, I kept telling the olive tree. The yard where I had been abandoned was high on the foot of the Cedar Hill (Kedrinos Lofos). From that height I could see the whole city, all the way from Pylaia down to the imposing arms of the harbor cranes.
Winter had come earlier that year, with the first snow falling early November, that was more than a fact. Time went by and Christmas was near; people had been busy decorating streets, trees and shop windows in the city. Every day I could see new lights coming to life; now they were shining in a downtown apartment, the next moment in the window of a shop at the mall. Sometimes I could see them shivering in a large garden of a marvelous mansion at the foot of the hill. But there were also those that would brighten a dark allay, or a poor underlit apartment on the ground floor colouring the broken blinds, the wet walls, the endless poverty of man.
I kept hoping and waiting for the moment when I would finally lay my eyes on the large crane. It would take me at once on the back of the truck that always roared in anger under my burden when setting off for the Aristotle Square. But I wouldn’t mind that old grumbler, because in a little while I would be surrounded by electricians with their tools, screwdrivers and pliers and all. Soon enough my thick masts and sails would rise and all the wires and the lights would be connected. I would stand proudly, just like Greece, with its long naval history, next to the tall Christmas tree and its thousand lights. With the click of a button I would shine with happiness and for a whole month I would stand there with all my ornaments and bright lights, watching the families, the couples, all the people who were longing for a few happy moments under my bright lights. Who knows how many photos would contain me right in the middle of the festive square, scattered all around the world!
Every night I used to look from my piece of land far away at the minuscule city lights, at the sea becoming one with the sky and its stars. Dark and lonely as I was, memories arose; memories of festive times, of my square. Late in the evening, people left and all sounds were clear; I would listen till the break of dawn to the peaceful lap of the waves, just a breath away; and, in the faint glow of the sun, ships would gently shine in their thin silhouettes. Lights on ship bridges would travel through the sea haze and fade away on the square. And behind them, would stand the snowy Mount Olympus, so huge and imposing before them, so insignificant below the dark blue sky, below the evening star. Glowing from happiness in my square was I; yet how I envied those monstrous travelers nesting in the arms of the Thermaikos Bay! How I envied their voyages to faraway lands, to faraway seas. I had never dived in sea water, only rainwater had ever caressed me. The shipwright who had constructed me had only given me a strong hull, with no keel, no bottom, no steering wheel.
And then another year came, the circle closed, merry Christmas days came again. The square was filled with numerous lights, games and glowing faces. New Year’s Day passed, then Epiphany Day came and passed too, and I was always in the vicinity of the empty warehouse, always dark, always lonely.

                                                      ***

Winter having come so early, springtime arrived in a haste right in the middle of February. White flowers on almond trees, yellow wildflowers in fields, blossomed in the glory of God. Nature dressed in all its colours, green and yellow, pink and red, spreading aromas intoxicating passers-by. My greyish hull lightened up in the view of all these blossoms, my frozen metal melted in the warmth of colours, scents and sweet melodies of sparrows. On that very spring day, the doors of the warehouse rattled with noise and opened to let in the craftsmen with their assistants, their tools and materials. They worked hard and fast and in a few days everything was ready and in place. The old funnel of the small industry was painted in merry designs and the warehouse was divided in rooms of equal size. Everything, be it the walls, the benches, the tables, the chairs, the toys, the carpets, or the colourful large pillows, the lights and the computers, was merry and ready to welcome the kids.

The first person I saw was Maria, the special needs tutor from Mytilene. She was exploring the place outside the classrooms, and turning the corner coming from the warehouse, she bumped into me. She recognized me at once, even though all my shrouds and festive lights were scattered here and there inside the hull. Her shouts and screams led everyone before me; the manager, the social worker, the psychologist, the school nurse, the speech therapists, the occupational therapists and the rest of the teachers. The truth is she had never seen me from up close, but she remembered the TV reports she used to watch as a kid on Christmas festivities in Thessaloniki.
-       So, all these years it has been left here? Maria asked.
-       Yes, I can’t remember how many years it’s been since it’s not been decorated for Christmas, it’s a pity; sure, it’s very expensive to take it down to the city square, probably that’s why they left it here. I honestly can’t think of any other reason, such a beautiful boat!, answered Jacob, the occupational therapist.
That’s how my story became known to Maria. She felt sorry seeing me so pitiful and she said to the others that a boat as beautiful as me shouldn’t be left there unprotected from people and rust.
The special kindergarten and the primary school for children with autism were housed in the industrial warehouse. For Maria this was her first year in Thessaloniki after she had served two years in Athens, still fresh from her university education, taking her degree in sign language and Braille method. This profession suited her fine; she was a unique person, tender and compassionate, she won children’s sympathy with her smile, generously giving them all her love and attention. Her eyes were enchanting, they seemed to gather in them all the beauties and all the colours of the world. Parents loved her as well, glad to have her together with all the other tutors on the side of their children, assisting them in the hard struggle of their life.
From the moment she saw me, a dream was born in the heart of the island girl. It seemed hard, but she was prepared to risk it, she had made a promise to herself, to me, but most of all to her children. She first sent a wonderful letter to the Mayor, exposing her arguments and asking him to donate the ship to the school. After a while, the Mayor, touched by her move, responded that after the formal approval by the city council, they would be glad to donate it to the school and he would be of any assistance for anything they might need. Maria was very satisfied, but there remained a lot to be done for her dream to come true. Who knows how much money would be needed and how could she raise it? And on top of that, a bunch of other issues had to be taken care of; this whole situation made her doubt at times, even lose her spirit. Many many afternoons, after the kids would leave, she would come to me, look at me, calculating, talking to herself.
With this and that, a year passed, a year not like others. I didn’t feel sad or lonely. With the help and patience of Maria, within a repeating everyday routine, step by step, shyly at first, with a growing interest, children came to know me and in time they came close to me with confidence. By now I was pulled from my old place. With the help of the mayor I started looking like a ship again; my masts were raised high and I was placed in front of the school, on my very top was waving the most beautiful flag, the colourful flag of our school. Everyone, I mean everyone, loved me; every morning grown-ups told me “good-morning” and kids filled me with smiles and at times they spoke a word or two, like “ship”, like “travel”. Their little faces looked at me with such love that at times I thought my hull’s wooden heart would break. It was my first Christmas together with those cute little-ones, who filled me with marvelous colours, ornaments made by their little hands and drawings filled with emotion. I was shining with joy, even more than my electric lights.
In spring, a year after we met, Maria had put a lot of effort to the whole project, but all she could see was obstacles. She didn’t want to quit, but it was above her powers. Her dream was fading; our joint dream of me travelling the sea, of all of us making the trip of humanity, solidarity, understanding, was fading. But, just the moment when all hopes of a just cause are gone, it’s in the hands of the Creator to lean over the earth and help.   

The soul of Maria speaking: 
Spiros, a handsome 45-year old, with beautiful short-cut blond hair, was a captain in the merchant navy. While driving outside the school, his eyes fell on the tall mast of a boat standing out above the wall. A strange flag was waving on top of it, like none he had ever seen; it drew his attention. He wondered what kind of vessel it belonged to, what it was doing there. He stopped to take a good look, but the doors were closed, so he left.
I was in a bad mood those days, I had sought help wherever I could, but problems accumulated. How can you make a vessel out of that iron hull? One obstacle was money; besides, I needed a man with knowledge, who would surpass all difficulties, which were unfortunately more than enough. Sailing licenses and insurances and means of protection and port authorities and mooring and… and in a country in the middle of an economic crisis how can anything be possible!
The day I met Spiros, children had just left school and I was sitting by myself beside our little boat. A sweet breeze was blowing scattering everywhere the scents of spring blossoms. The boat was filled with drawings children had made, depicting nature waking from the deep winter sleep. I was feeling sad about our fading dream. Spiros, drawn by his innate curiosity, professional perversion he called it later, came over to see the boat once more. And right there, under the shadow the boat was throwing over us, we met for the first time; though total strangers, we talked for hours. I saw in him the ally I was seeking for; the man I could rely on to make the dream come true.

Andreas Theodoridis was a shipbuilder and shipowner. This unimaginably rich man, who had started his life as a refugee, he and his parents, in a poor beach house near N. Moudania, was the first employer of Spiros. Eventually he and Spiros became very good friends. Knowing his character, Spiros turned to him for help. His choice proved right; at hearing about my dream, about the boat of solidarity, about my marvelous children, Andreas Theodoridis didn’t need to think twice. The man who had worked like a dog to raise his family and offer them what he had lacked as a child, spoke few words plain and clear:
 “I will make it strong and sturdy, a real adventurer, this ship will be my heritage to the world before I close my eyes. It will bear my good name, and my family’s too, an honour for those who passed and for those to come. All I ask from you Spiros, is that you will be the captain”.
And he knew it too, there was no one more suitable for this position. Spiros was not born in a dream house. His father was some Russian his mo’m had met in the bar she worked, but then again she wouldn’t know. She was almost never sober and when she was, she immersed herself in a world of gray and melancholy. Spiros was ten years old, when one evening his mom came home with two cops. She was drunk, blood was running from her right hand, she gave him a blank look and fell into bed. The next morning the cops came over to ask for the kid. She grabbed Spiros in her arms, slowly took his face in her hands and dug her hands in his hair, grasped it as if she wanted to pull off a tuft, and “better this way” she finally said and gestured him to leave with them. He would always remember the tall door, the office, the polite lady with the blond well-combed hair and the red thick glasses. She asked him if he wanted to go to a beautiful house, where he would be taken care of, and he could have all kinds of tasty dishes. He accepted right away; it was better than wondering the neighbourhood hungry with a bunch of older kids who would always get into trouble. At school no one wanted him, everyone called him names; dirty, thief, bastard. But life was finally good to him and offered him everything he had been deprived of. He had a happy childhood at the SOS village with the rest of his “brothers” and his stepmother, Mrs Voula. That woman was an angel; she loved Spiros and all the other kids in her care as if they were her own; and she had two of her own back in her village, Thanasis and Vangelis, her captains. She was a true mother to him. She was always there when he needed her, at school, when he was burning with fever. A smart kid, he performed well at school, and when he grew up and finished high school, Mrs Voula sent him to her captains and they accepted him like a brother, helped him study and become a captain, too, in merchant ships.
Theodoridis meant every word he said; when they brought the iron hull to the shipyard, he got down to work right away. He smiled when he saw it; he remembered the photo in his drawer, the only one he had from Christmas. He was in the Aristotle Square, with his grandchildren before that very ship, bright with lights. It was so strange! Even though worn out, with its lights all out, now it looked brighter than ever. Stop jerking around, he thought to himself, this Christmas delight must turn into a real ship now; actually, it was no more than a big caique. He called all his business associates and they gathered in his office to make the plans for the ship. He wanted everything to be perfect, it meant a lot to him. He didn’t mind the cost, it was his legacy to his country; not a legacy of an old rich man, but of a poor little boy and his refugee parents who had fought hard to make it in this land, in this vast blue sea.
Sweet smells of spring and the warm caress of the sun together with the gentle haze were here to welcome Easter in town. The Holy Week was in all its grandeur and the shipyard would be open for the first time. He never used to work around these days, it was an inviolable rule, but the Christmas ship, as he had named it, had to be ready for Easter Sunday; Jesus would forgive him that, he was sure. Mr. Theodoridis had suggested the first trip of the ship should be at the midnight before Easter Sunday. The day of the Resurrection was a deeply symbolic day, according to the shipowner. He used to say that the sacrifice of the Bridegroom on the Cross is the greatest act of love. The Resurrection of Christ is a new beginning, a victory not only over death, but also over all mankind’s sufferings. At last, all tools had been set aside, oxygen burners had finished working, all the ironwork had been done; only a few technical details were left, and the last coat of paint and everything would be ready!
On Good Friday everything was set, the ship, the equipment, the licenses. All over the country, in islands and fields, on mountaintops, in cities and villages, the church bells tolled slowly, in tones of melancholy and devoutness. Crowds of Christians came from everywhere walking slowly in a litany around the epitaphs decorated with scented flowers; flowers of all colours girls had adorned the epitaphs with the night before. This year my heart was filled only with hope and joy. When Spiros came for me, I couldn’t wait to reach the shipyard. When I stood before out ship, I couldn’t believe my eyes; tears of joy and boundless gratitude filled me for all the people who had worked for it.

The soul of Spiros speaking: 
In the evening of Holy Saturday just before dusk, a sudden storm broke out
followed by strong winds. It only lasted a few minutes, as if God’s wrath meant to wash out the sins of the world. I remember these words, it seems only yesterday when I heard them coming out of the mouth of reverend Fotis, the old priest of my childhood village. And then everything calmed down; the seagulls spread their wings to hit the sky in merry squawks right above our heads. Inside our ship, anchored in the Marina Yacht Club, near the little chapel of S. Nicholas, we were well protected. Theodoridis had done a great job turning the empty hull into a marvelous sailboat, the cute Christmas boat into the almighty “Argo”; we were ready, all of us, for a great adventure, campaigning for love not for war.
When stars appeared in the sky, there was not a sign of clouds, just the sea breeze blowing the sails gently. Late at night cars were gone and city streets were swamped by crowds of people heading for churches to celebrate Resurrection. Happy faces all around, each for different reasons; as for me, I had my own reasons to be happy, thinking how lucky I was. Last Easter, it was a day like this, our tanker had anchored in a large port in central Java, Semarang. There, a foreigner among foreigners, I missed Greece so much, its sun light, its springtime, its beauties. I was tired of travelling the four corners of the earth having nothing to long for, a wife, a kid’s smile awaiting back at home. This Easter, though, Maria was by my side; she was a wonderful woman and we were so good together. We had a common purpose for the time being, a purpose worth devoting to, but I was hoping for a common future, too…
At 11.00 the whole area filled with people. Parents from our school were there; now I felt it as mine. Our kids were there too, glowing with happiness for their ship, their flag which would become the flag of all children on earth. Other children were there too, young and older ones, who had come to Thessaloniki for the Year of Youth. You could see primary and secondary school children who wished to see how the love and care of one teacher, Maria, was enough to turn the abandoned Christmas boat into the sailboat of hope, solidarity and love.

It had been some time now we had sailed off the bay, at a point unseen by the crowd. Today Argo had three captains, me and my brothers, Thanasis and Vangelis who I so much respected. Not blood related, but soul brothers, great was the honour I felt they were with us. On board was Mr Theodoridis, too, the refugee from Asia Minor, his eyes in tears; he was holding in one arm his daughter Eleftheria and in his other arm Maria, whom he had loved as his own. In the quiet of the night, the elderly man was gazing through his tears at the breathtaking Salonica, which is “only fit for the ship”, as quotes Kavvadias; at times, he would raise his eyes to the stars, where he could feel his grandparents and parents, together with his beloved wife, proudly looking at him. Thank God his fortune was very big, and he had decided to use it to make a new school for children with special abilities, as well as anything else he could until he would close his eyes too, until he, too, would reach the stars. 
On the night of the Resurrection to come, at midnight, wild were the celebrations, with crashes and clashes and flashes, and smiles, lots of smiles, in the light of hope and happiness. Our boat appeared right behind the little chapel, illuminated, sounding its horn long and festive. We arrived right amongst the “Christ is Risen”, the Uncreated Light and the noisy flashes of fireworks. Everyone waved at us and cheered for “Argo” and the large paintings that adorned the sails and the hull all around. Argo united them all, voices, souls, people. The children’s faces were bright; you could see children who couldn’t get up from their wheelchair, but seemed to stand higher than anyone; children who couldn’t hear or speak, but their eyes sparkled; children who couldn’t see, but they felt Argo in all its grandeur right in front of them.
At the sea shore, the colleagues of Maria had left little wooden boats on the sand, copies of Argo. The children fled away from their parents and came to get one boat each and lay it on the sea foam giving a promise.
Lampri – the Brilliant day – was dawning and countless wooden little boats scattered around the bay surrounded Argo carrying on their hull a couple of verses and the children’s promise – the children who would govern tomorrow. A promise of love, humanity, solidarity…

 Blooming Spring sail we shall set
with a light breeze ahead 
Behind us the earth will wave at us
smiling like a mother
Lovely sea jasmines will ornament
the open sea to the earth’s end

In our dream boat we shall sail
in blue waters without a care
A lonely kid I am in the whole wide world
With a sweet smile and with hope
I shall wait for you on the boat’s bow






With the power of love a forgotten jewel which was never to travel the seas, fulfilled its dream under the flag of solidarity. An abandoned kid who grew up with no loving care and could have ended up a lost case, became a captain. The two of them travelled the seas, reached faraway cities and villages and brought to the world the message of humanity, respect, understanding, diversity. A loving family would be the crew of Argo in its long voyage for the years to come; the family of Maria and Spiros. The little boat was really a mystery; it was as if it was alive, as if it had a soul, as if it felt the love that surrounded it, and in return it sent the message far far away. It sure was a special boat, because it carried in its hull the best part of the people who loved it, a part of their soul and the promise they all gave before it.

DEDICATIONS
To Eleftheria Roussou, the teacher who used to brighten the lives of children with her love and care.
To Andreas Giannopoulos and his father, because they embraced all kids with their smile.
To the deceased Christos Vlachos, president of “Pistis”, to Christina Lazaridou and Mary Grammatikaki who encouraged me to make the dream of the little boat come true.
To all the children of special schools. To the educators and all people who work there.
To all SOS villages and their deceased founder Hermann Gmeiner.
To Markos who will hopefully become a man like Spiros when he grows up.


My special thanks to the principal of the Special Primary School of Thessaloniki for children with autism, Mrs Alaxandra Evaggelou, for all the information she gave me and her full support to the realization of the dream following this short story; and this dream would be for the city’s Christmas boat to be repositioned from Aristotle Square to another city square where children would expose all year round works about diversity of all kinds in a society that respects and teaches diversity. It’s a dream that concerns all schools and needs the help and support of all teachers. Our ship will symbolize the trip of children towards solidarity, towards a better world, a better tomorrow.  
I would also like to thank Mrs Despina Karypidou, who works as children’s escort at the Special Primary School of Thessaloniki for children with autism.
My friend Dinos Papaspyrou lightened up the short story with his wonderful paintings and I’m really grateful to him. Another painter, Tasos Efthimiadis, painted the Little boat that loved Christmas in April 2019, after reading my story. I deeply thank him from the bottom of my heart!

Paintings:
Dinos Papaspyrou,
1. ON THE ROAD TO THESSALONIKI -81, A sailing boat in Thermaikos, tempera, 39X29 cm., 2013, Ref. 1101
2. LANDSCAPES-227, HOARSE IN THE FOG
3. LANDSCAPES-12, Almond Tree
4. LANDSCAPES-179, Halkidiki Landscape, tempera, 12X12 cm, 2011
5. WOMAN-16, Myrtle in front of the Sea, tempera, 30X21.5 cm., 2012, Ref. 980 (Table section)

Tasos Efthymiadis,
6. The Boat That Loved Christmas 80x90cm Acrylic Spatula 2019

April 2014
A.D.E. VALMAS



ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΓΗ