Τετάρτη, Μαΐου 01, 2019

Οι ίσκιοι των Τεμπών

Σας θυμάμαι.
Όπως μας θυμάται ο Χρόνος,
όπως ο Θάνατος. 
Γιώργος  Χ. Θεοχάρης



Οι ίσκιοι των Τεμπών



  Μ. Τετάρτη πρωί τον ειδοποίησε τηλεφωνικά ο πρόεδρος της εταιρείας. Τον ενημέρωσε ότι έπρεπε να ταξιδέψει στην Θεσσαλία, για ένα ραντεβού στο υποκατάστημα της διαφημιστικής όπου εργαζόταν τους τελευταίους μήνες. Μ. Παρασκευή πρωί, εκτάκτως, θα κατέβαιναν οι Γερμανοί πελάτες. Επρόκειτο για την γιγαντιαία επένδυση στο μεγαλύτερο φωτοβολταϊκό πάρκο της χώρας το οποίο θα κατασκευαζόταν σε περιοχή της Λάρισας. Η παρουσία στο ραντεβού του διευθυντή του γραφείου της Θεσσαλονίκης, του Πορφύριου Παρμάκη, κρίθηκε απαραίτητη από τον πρόεδρο, αφού είχε αναθέσει στα άξια γραφεία Θεσσαλονίκης και Λαρίσης εξ ολοκλήρου την διεκπεραίωση αυτής της διαφημιστικής καμπάνιας. Ήταν ένα δύσκολο έργο, διότι ήδη η επένδυση αυτή ήταν αμφισβητούμενη από τοπικούς φορείς και συλλόγους οικολόγων, οι οποίοι και διαμαρτύρονταν για την  - καθώς έλεγαν - απορύθμιση αρχικά και μετέπειτα, έως και την μακροπρόθεσμη καταστροφή, της πανίδας και της χλωρίδας της περιοχής. Έτσι, με κάθε τρόπο έπρεπε η κοινή γνώμη να μεταπειστεί πάση θυσία με την ανάδειξη των πλεονεκτημάτων ενός τέτοιου έργου για την περιοχή. Ευτυχώς δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη προετοιμασία για δούλευαν πολύ πάνω σε αυτό και είχαν προχωρήσει ήδη αρκετά με αυτήν την καμπάνια. Θα ήταν εύκολο σε μικρό χρονικό διάστημα να την παρουσιάσουν ολοκληρωμένη στον πελάτη. 
  Ο Πορφύριος, όπως και όλη η Ελλάδα, τόσα χρόνια άκουγε για την ολοκλήρωση της κατασκευής του καινούργιου δρόμου Πλαταμώνα  - Τεμπών. Τα Τέμπη πολλές φορές έκλειναν και έκοβαν την χώρα στα δύο. Οι κατολισθήσεις που συνέβαιναν, τα έργα, αλλά και οι συντηρήσεις για την στήριξη των τεραστίων βράχων που έπρεπε να γίνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα, δημιουργούσαν μεγάλο πρόβλημα στην κυκλοφορία της μοναδικής εθνικής οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης. Σε τέτοιες περιπτώσεις η κυκλοφορία εκτρέπονταν από Κατερίνη προς Ελασσόνα και μετά Λάρισα μέσα και από ορεινούς δρόμους πίσω από τον Όλυμπο. Ειδικά τον χειμώνα, πολλές φορές αυτοί η δρόμοι ήταν δύσβατοι ακόμη και επικίνδυνοι. Έτσι σκεφτόταν πως ο νέος αυτοκινητόδρομος θα ήταν σίγουρα μεγάλη ευκολία, ασφάλεια και οικονομία χρόνου, αλλά μέχρι εκεί. Είχε στο μυαλό του το προηγούμενο της Εγνατίας οδού, τον φραγμένο αυτοκινητόδρομο, τα τεράστια τούνελ, που του προξενούσαν δέος για την υπεράνθρωπη κατασκευή μα και φόβο αν σκεφτόταν το ότι διέσχιζε τα έγκατα ενός βουνού. Όμως παρά τους όποιους φόβους η διαδρομή μέχρι την Λάρισα θα ήταν πια ασφαλής, όμως και αυτός, τόσο αποστειρωμένη από τους τόπους και τους ανθρώπους, απ’ τις ομορφιές που έδινε η παλιά διαδρομή.
   Προς Λάρισα, Βόλο και νοτιότερα, είχε να κατεβεί μια πενταετία τουλάχιστον διότι τα τελευταία χρόνια εργαζόταν σε διαφημιστική στο Λονδίνο. Στο παρελθόν όμως είχε ταξιδέψει σ’ αυτούς τους προορισμούς αρκετές φορές. Δύσκολος δρόμος, για τον Πλαταμώνα και ακόμη περισσότερο για τα Τέμπη, μα και τόσο όμορφος, άγριος, μαγευτικός αλλά και επικίνδυνος καθώς ελίσσεται με μικρό πλάτος αμφίδρομος, πλάι στον Πηνειό. Από όλα ταξίδια του εδώ ξεκινώντας από παιδί ακόμη, είχε δικές του τόσες αναμνήσεις, εικόνες, ήχους, χρώματα, μυρωδιές, στο μυαλό και στην ψυχή του.
   Ανήκε στους ανθρώπους που πάντα τους αρέσει να εκμεταλλεύονται την ευκαιρία να λοξοδρομήσουν, έστω και για λίγα λεπτά. Στους τόπους από όπου περνούσε, αναζητούσε να δει, να ακούσει, να μυρίσει, να γευτεί, να ανοίξει το μυαλό του, να ονειρευτεί, έστω για λίγο, όσο προλάβαινε. Εξάλλου για αυτό τον σκοπό και τον πλήρωναν στις διαφημιστικές, για να δημιουργεί διάφορα ευφάνταστα σενάρια και να τα υλοποιεί οπτικοακουστικά για τους πελάτες του. Από τότε που είχε διαβάσει ένα ποίημα που δεν θυμόταν τον ποιητή, μα μερικούς από τους στίχους του, τους είχε κάνει δικούς του, βρήκε μέσα τους την δική του πατρίδα…

να γυρίζεις στο φως
σαν το μικρό παιδί
εκστατικά να ανακαλύπτεις
τα δέντρα και τη θάλασσα
ήχους και αρώματα
ένα χαμόγελο
θαύματα καθημερινά τριγύρω

   Έτσι αντί να πάει στην δουλειά του στην Λάρισα άνετα και ξεκούραστα όπως θα έκανε εκατό τοις εκατό ο Σωτήρης από το σχεδιαστικό, εκείνον τον έπιασε μια τρομερή νοσταλγία να περάσει και πάλι από την παλιά διαδρομή. Να ανεβεί στο Κάστρο του Πλαταμώνα και να αγναντέψει τον Θερμαϊκό και το βόρειο Αιγαίο, να περπατήσει στην παραλία με τα τουριστικά μαγαζάκια. Ύστερα στα Τέμπη να ανάψει το κεράκι του στο εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής, να σταματήσει στην πηγή της Αφροδίτης, να θαυμάσει το τοπίο. Αν είχε χρόνο θα ήθελε να επισκεφτεί και κάποια ιστορικά χωριά της περιοχής και έπειτα να συνεχίσει για Λάρισα. Τι να σου κάνουν τα τούνελ και οι ευκολίες τους, η ριμάδα η ψυχή ζει με τις αναμνήσεις της.  
   Την Μ. Πέμπτη ξεκίνησε νωρίς το μεσημέρι, βγήκε από την Μοναστηρίου και συνέχισε στον δρόμο προς Αθήνα. Σήμερα είχε αποφασίσει να πάει  από Πλαταμώνα και Τέμπη και στην επιστροφή που θα βιαζόταν, να γυρνούσε από τον καινούργιο αυτοκινητόδρομο∙ να δει και τούτο το αξιοθαύμαστο έργο. Καλός ο καιρός, η κίνηση στον αυτοκινητόδρομο ήταν χαμηλή. Τέτοια ώρα την Μ. Παρασκευή λογικά οι εκδρομείς θα είχαν κατακλύσει τους δρόμους, αν και με την κρίση  - όπως διάβαζε στο διαδίκτυο από το εξωτερικό – λόγω του κόστους των διοδίων και της βενζίνης κάθε έξοδος εκδρομέων ήταν και μικρότερη. Πέρασε την Μεθώνη και στην συνέχεια τον Μακρύγιαλο και ο Όλυμπος άρχισε να προβάλει επιβλητικός και ακόμη χιονισμένος μέχρι αρκετά χαμηλά, μιας και ήταν αρχές Απρίλη και ο φετινός χειμώνας ιδιαιτέρως βαρύς. Από την Κατερίνη και έπειτα ο Όλυμπος πλέον μια ανάσα κοντά του, εμφανιζόταν μεγαλόπρεπος κάθε τόσο. Κοιτούσε με δέος τις ανατολικές κορυφές του που ήταν ορατές απ’ τον δρόμο. Καθώς περνούσε από τα πλάγια του βουνού σκεφτόταν πόσο θάρρος ήθελε να ανεβείς εκεί ψηλά∙ κάτι που ο ίδιος δεν θα το τολμούσε ποτέ.
   Στο ύψος του Πλαταμώνα πήρε την έξοδο για το χωριό και βγήκε από τον αυτοκινητόδρομο. Μπήκε στο αγαπημένο τουριστικό θέρετρο των βαλκάνιων λαών και έβγαλε μερικές φωτογραφίες στην παραλία, έπειτα ανέβηκε μέχρι το Βυζαντινό Κάστρο που είχε να πάει πολλά χρόνια. Η ατμόσφαιρα ήταν καθαρή και μπορούσε να δει απέναντι την Θεσσαλονίκη και την Χαλκιδική μέχρι και τον Άθω. Γύρισε πάλι πίσω και συνέχισε για τους Νέους Πόρους.  Λίγη ώρα μετά από τον παράδρομο της εθνικής κατευθυνόταν προς τα Τέμπη.
   Το τοπίο τον αποζημίωνε για την επιλογή του, το βλέμμα του απλωνόταν επάνω σε πλατιούς, σπαρμένους κάμπους,  και ακουμπούσε στο γαλάζιο της θάλασσας που έβαφε το βάθος, του ζωγραφικού πίνακα της φύσης. Οδηγούσε με μια περίεργη χαρά και ακολουθούσε σχεδόν ρυθμικά τις στροφές, τις ανηφόρες και τις κατηφόρες ενώ διέσχιζε εύφορα χωράφια και συναντούσε πολύχρωμα ανθισμένα δέντρα. Στα δεξιά του οι οροσειρές που σχημάτιζε ο νότιος Όλυμπος ήταν διαδοχικές, καταπράσινες και κάθε τόσο διέκρινε χωριά σκαρφαλωμένα στις πλαγιές τους. Το ίδιο ορεινό τοπίο διαγράφονταν και εμπρός του καθώς ψηλά πάνω από τα Τέμπη η Όσσα αναμετριόταν κατά πρόσωπο με τις οροσειρές του Ολύμπου.
       Μετά από λίγη ώρα έφτασε στα διόδια του Πυργετού, λίγο πριν την κοιλάδα των Τεμπών. Με έκπληξη διαπίστωσε ότι μετά την λειτουργία του νέου δρόμου πλέον δεν υπήρχαν ταμίες στους θαλαμίσκους. Έριξε 1,70 € στην ειδική υποδοχή και αυτόματα η μπάρα σηκώθηκε.
   Όσο φορές και να διέσχισε τα Τέμπη, την κοιλάδα των μουσών, το ίδιο δέος τον πλημμύριζε. Στα σχολικά του χρόνια είχε διαβάσει πως ανάμεσα στο ανατολικό άκρο του Ολύμπου και στον Κίσσαβο ή Όσσα όπως επίσης ονομαζόταν, σχηματίζονταν κοιλάδα και στο πιο στενό σημείο αυτής φαράγγι, καμιά πεντακόσια μέτρα βαθύ και λίγες δεκάδες μέτρα πλατύ. Στην ουσία, έκοβε, έτεμνε (Τέμπη) τα δυο αγέρωχα βουνά. Είχε μάθει από τον κ. Κριθαρίδη τον δάσκαλο της Πέμπτης πως η κοιλάδα διατρέχετε από τον Πηνειό μέχρι να φτάσει εκείνος να συναντήσει τα νερά του Αιγαίου. Οι αρχαίοι τους είχε πει, πίστευαν πως δημιουργήθηκε είτε από έναν σεισμό που ήταν τόσο φοβερός που άνοιξε τα βουνά, είτε από τον Θεό Ποσειδώνα που με την Τρίαινα του χάραξε τις οροσειρές και στράγγισε την λίμνη που σκέπαζε την Θεσσαλία, στον Θερμαϊκό κόλπο.
   Ο μεσήλικας διαφημιστής κινούνταν με χαμηλή ταχύτητα, όπως έκανε πάντα, είτε στο εξωτερικό είτε στην Ελλάδα, ακολουθούσε το όριο ταχύτητας, που εδώ λόγω της επικινδυνότητας του δρόμου ήταν πολύ χαμηλό. Στο παρελθόν είχαν συμβεί δεκάδες θανατηφόρα ατυχήματα. Αυτός ο δρόμος που διέσχιζε ένα θαύμα της φύσης ήταν μια διαδρομή εξαιρετικής φυσικής ομορφιάς αλλά και τόσο επισφαλής. Εκτός της χαμηλής ασφάλειας κατασκευής του δρόμου και της υψηλής κίνησης όλων των τύπων οχημάτων, γινόταν επικινδυνότερος λόγω της αυθάδειας του ανθρώπου στην φύση και στους νόμους της, της ασέβειας του στην ίδια του την ύπαρξη.   
   Σταμάτησε στο πάρκινγκ και κατέβηκε από το αυτοκίνητο γρήγορα γιατί ήδη είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Μόλις έφευγε ένα πούλμαν από την Σερβία, από τα λιγοστά πια που κάνανε παράκαμψη στα Τέμπη. Ήτανε προσκυνητές για την ιστορική εκκλησία της Αγίας Παρασκευής, προσκύνημα από τον 13ο μ.Χ. αιώνα. Ο ήλιος φώτιζε ψηλά τα θεόρατα βράχια όμως κάτω στο δρόμο το φως χανότανε. Κάποτε το μέρος αυτό έσφυζε από ζωή, δεκάδες μικροπωλητές από τα γύρω χωριά σε υπαίθριους πάγκους πουλούσαν την πλούσια πραμάτεια τους στους πολυπληθείς επισκέπτες που διέσχιζαν την εθνική οδό. Κι ήταν από σύκα, ελιές, τσίπουρο, κάστανα και καρύδια μέχρι τα περίφημα πήλινα σταμνιά, γλάστρες και διάφορα άλλα κεραμικά σκεύη. Στις σκάλες που οδηγούσαν προς την γέφυρα για να περάσεις απέναντι στο εκκλησάκι ήταν συνήθως οι μικροπωλητές με τα εικονίσματα και τα κομποσκοίνια τους, τα ψιλικά και τα παιχνίδια για τα παιδιά. Τώρα συνάντησε μόνο ένα ηλικιωμένο ζευγάρι. Πουλούσαν τα πήλινα τους, λάδι και τσίπουρο, επάνω, στον δρόμο.
  Κατεβαίνοντας τις σκάλες δεν υπήρχε κανείς, όλο το μέρος άδειο. Έστριψε και εμπρός του εμφανίστηκε η γέφυρα που οδηγούσε στην εκκλησία που ήταν χτισμένη σε βράχο από την πλευρά του Ολύμπου. Από παιδί την φοβόταν αυτήν την γέφυρα γιατί τότε κάτι μεγαλύτερα αγόρια τον είχανε φοβίσει. Του είχανε πει να προσέχει πάρα πολύ όταν θα περπατήσει πάνω της στην εκδρομή που θα τους πηγαίνανε. Έπρεπε αναγκαστικά για να φθάσουν στο εκκλησάκι να περάσουν πάνω από δαύτην και κουνιότανε λέει πέρα δώθε από τον άνεμο και μπορούσε με μεμιάς να σε ρίξει στο ποτάμι. Και λέγανε και το άλλο, πως στην Αμερική που είχανε φτιάξει μια ίδια είχε πέσει από το κούνημα και όλοι σκοτώθηκαν.
   Η γέφυρα φυσικά ήταν σταθερή μα οι παιδικοί φόβοι ποτέ δεν σβήνουν. Ο Πηνειός κάτω από τα πόδια του, έρεε με ορμή, αφρισμένος από τα ορμητικά νερά των χιονιών που λιώνανε τις τελευταίες ημέρες. Στις όχθες του αιωνόβια πλατάνια, ιτιές και οι ιερές δάφνες, μπλέκονταν στην οργιώδη βλάστηση. Ο δάσκαλος, τους είχε πει ότι η Δάφνη, ήταν η  πανέμορφη κόρη του Πηνειού. Για να την γλυτώσει από τον θεό Απόλλωνα που την είχε ερωτευτεί, την μεταμόρφωσε σε φυτό, όπως του ζήτησε η ίδια.  Η Δάφνη θεωρούνταν το ιερό φυτό του Απόλλωνα και στην αρχαιότητα μετά από τελετές για καθαρμό, οι προσκυνητές στεφανωμένοι με τα κλαδιά της ξεκινούσαν από το ιερό του θεού στα Τέμπη για τους Δελφούς .
   Έβγαλε μερικές αναμνηστικές φωτογραφίες και πέρασε την κρεμαστή γέφυρα. Έφτασε στις τοξωτές πύλες του ναού της Αγίας Παρασκευής με το λιγνό καμπαναριό. Ο ναός αυτός είχε χτιστεί στον βράχο το 1921, κοντά στην σπηλιά του αγιάσματος, από σιδηροδρομικούς.  Θαύμα μεγάλο λέγεται πως είδαν από την Αγία, ένας τεράστιος βράχος αποκολλήθηκε ενώ το τρένο που περνούσε από την περιοχή έφτανε στο σημείο και θα το έκανε κομμάτια.  Την τελευταία στιγμή πριν την καταστροφή, όμως ο βράχος υπερφυσικά στράφηκε μακριά του και έτσι οι σιδηροδρομικοί για να την ευχαριστήσουν χτίσανε το εκκλησάκι, πλάι στα καθάρια νερά του Πηνειού.
    Μπήκε και άναψε το κερί του, μπροστά στο παμπάλαιο εικόνισμα της Αγίας κρέμονταν πολλά καντήλια, υπέθεσε πως θα ήταν τάματα πιστών για υγεία, για αυτούς που έφυγαν. Μ. Πέμπτη σήμερα και είχε έναν παραπάνω λόγο να θυμηθεί. Μέσα στην απόλυτη ησυχία μνημόνευσε τους αδικοχαμένους, αν και δεν ήταν πατέρας, πόνεσε μαζί με αυτούς που έμειναν πίσω, τους χαροκαμένους γονείς. Σαν και την Παναγιά που μέσα στην μεθυστική άνοιξη θρηνεί “΄Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;”. Τα τελευταία είκοσι χρόνια ο ίδιος  - όπως και όλη η Ελλάδα - είχε συγκλονιστεί από δυο πολύνεκρα θανατηφόρα ατυχήματα στην περιοχή των Τεμπών. Στο ένα από αυτά τα τραγικά δυστυχήματα, είχαν χάσει την ζωή τους 21 μαθητές της πρώτης λυκείου, από το Μακροχώρι και τα γύρω χωριά στην Βέροια. Στο άλλο έξι νέοι άνθρωποι, φίλαθλοι του ΠΑΟΚ καθώς επέστρεφαν στην Θεσσαλονίκη.
    Βγαίνοντας απ’ την Αγία Παρασκευή κοίταξε το τοπίο, κρίμα που δεν είχε φτάσει νωρίτερα γιατί θα μπορούσε να μπει στην στενή σπηλιά που ανάβλυζε το αγίασμα της και έπειτα να κάτσει σε ένα παγκάκι, να ακούσει τους ήχους του ποταμιού, το θρόισμα των πλατανόφυλλων απ’ το αγέρι.
   Πέρασε γρήγορα την γέφυρα στο ημίφως και ανέβηκε βιαστικά τις σκάλες. Η κυρία με τον άντρα της είχαν κλείσει με μουσαμάδες, ξύλα και σχοινιά το “μαγαζάκι” τους και είχαν φύγει. Η ψυχή του σφίχτηκε, μια απόκοσμη ψύχρα τον τύλιξε σε αυτήν την ερημιά και την εγκατάλειψη.  Ήταν άδικο για αυτόν τον πανέμορφο τόπο να μένει έτσι ξεχασμένος. Αν δεν γινόταν κάτι θα ερήμωνε η κοιλάδα και τα γύρω ιστορικά χωριά, ο Πυργετός, η Ραψάνη, τα Αμπελάκια, τα Τέμπη, οι Γόννοι και τα υπόλοιπα χωριά του κάμπου που από καιρό είχε σποραδικά επισκεφτεί. Με ειδικά μέτρα, τον αποκλεισμό οποιουδήποτε φορτηγού για την ασφαλή λειτουργία του δρόμου, αναπτυξιακά μέτρα για την ανάδειξη της περιοχής και των μνημείων της και διαφήμιση σε Ελλάδα και εξωτερικό θα μπορούσε η κατάσταση να αλλάξει. Ο ίδιος μπορούσε να συμβάλει τώρα τα μέγιστα με την εμπειρία του στην διαφήμιση και την γνώση της αγοράς του εξωτερικού.
   Μπήκε στο αμάξι του και έβαλε εμπρός, στο μισοσκόταδο όλα φαινόταν πια διαφορετικά, το πράσινο είχε χαθεί από τα βράχια και τα δέντρα, ήταν η ώρα που οι ίσκιοι των Τεμπών κατεβαίνουν. Συνέχισε προσεκτικά να διασχίζει το υπόλοιπο της διαδρομής μέχρι τα παλιά διόδια. Είχε σκοτεινιάσει για τα καλά και οι λάμπες του δρόμου είχαν ανάψει. Πεινούσε, σκέφτηκε να σταματήσει στα διόδια να φάει κάτι. Δεν ήξερε τι θα βρει τώρα, παλαιότερα τα εστιατόρια και τα καφέ των διοδίων έσφυζαν από κόσμο πρωί βράδυ, όλο τον χρόνο. Αρκετές φορές είχε καθίσει εδώ, μα πιο πολύ από όλα θυμόταν την εποχή που ήταν στρατιώτης, την στάση για φαί, καφέ και τουαλέτα, τα ξενυχτισμένα βλέμματα των συναδέλφων μα και την μεγάλη προσμονή στην διαδρομή για το σπίτι, απ’ το μακρινό Μεσολόγγι κι ύστερα ακόμα πιο μακριά, από τον Πύργο Ηλείας.
   Το τηλέφωνο του κουδούνισε, έκανε στην άκρη λίγο πριν τα εστιατόρια. Ήταν από το γραφείο, τον πληροφόρησαν ότι του είχαν στείλει σε ηλεκτρονική μορφή μια παρουσίαση για τους Γερμανούς. Ευχαρίστησε και καληνύχτισε την γραμματέα του, ύστερα τράβηξε το υπολογιστή του από την τσάντα. Έπρεπε να δει άμεσα την παρουσίαση όμως ήταν αρκετά κουρασμένος πια. Καθώς περίμενε να φορτώσει το λογισμικό, το βλέμμα του έπεσε στο ρολόι του αυτοκινήτου, η ώρα ήταν 20:03. Ευτυχώς δεν υπήρχε θέμα να ψάχνει νυχτιάτικα, είχε κλείσει σε ένα ξενοδοχείο στο κέντρο της Λάρισας από προχτές. Μπήκε στον σύνδεσμο που του είχαν στείλει στο email και ξεκίνησε να βλέπει ένα βίντεο. Τα μάτια του άρχισαν να βαραίνουν, έκανε μια απέλπιδα προσπάθεια να μην τον πάρει ο ύπνος, ανοίγοντας το παράθυρο να πάρει φρέσκο αέρα.
   Από το ανοικτό παράθυρο ακούστηκαν γέλια, ομιλίες, σκόρπιες συζητήσεις,  Κοίταξε έξω, στο βάθος διέκρινε παρέες, παρέες από άτομα διαφορετικών ηλικιών που ανέβαιναν στα φωτισμένα εστιατόρια δεξιά και αριστερά του δρόμου. Σίγουρα κάποιο τουριστικό λεωφορείο πρέπει να είχε φθάσει. Πεινούσε πολύ και ο ίδιος, τελικά ευτυχώς τα εστιατόρια λειτουργούσαν διαπίστωσε. Έκλεισε τον υπολογιστή και κοίταξε πάλι το ρολόι με τις πράσινες ενδείξεις…  
Βγήκε από το αμάξι, περπάτησε αργά μέχρι το πιο κοντινό του εστιατόριο καμιά εκατό μέτρα μακριά. Το φως ήταν πολύ έντονα λευκό, τόσο που τα μάτια του έτσουξαν. Κοίταξε με δυσκολία στο εσωτερικό, τα τραπέζια δεν ήταν ξεχωριστά όπως συνήθως, μα βαλμένα σε ένα τεράστιο ορθογώνιο, οι καρέκλες που ήταν περιμετρικά τοποθετημένες ήταν ήδη πιασμένες και οι όρθιοι πολλοί. Κανείς δεν διαμαρτύρονταν και τα πρόσωπα των ομοτράπεζων ήταν χαρούμενα και οι συζητήσεις ζωηρές. Χαμόγελα και πειράγματα παντού. Αυτή η εικόνα δεν ταίριαζε για ένα εστιατόριο διοδίων, πιο πολύ έμοιαζε αυτή η μάζωξη με μια γιορτή, μα τι γιορτή θα μπορούσε να ήταν; Μήπως κάποιος γεγονός που μάζεψε ανθρώπους από τα γύρω χωριά; Γύρισε για να δει αν υπήρχε χώρος στο απέναντι εστιατόριο.  Περπάτησε και πέρασε στην άλλη πλευρά του δρόμου, πλησίασε κοντά. Ακριβώς όπως και στο άλλο εστιατόριο το φως ήταν εκτυφλωτικό. Ανέβηκε τα λιγοστά σκαλοπάτια. Και εκεί φαινόταν κόσμος πολύς, χαρούμενος, η ίδια γιορτή. Πισωγύρισε, του φάνηκε τόσο περίεργο, έκανε να ρωτήσει ένα αγόρι με μακριά μαύρα μαλλιά που μόλις έμπαινε στο μαγαζί. Η επιδερμίδα του έλαμπε πρωτόγνωρα από την ομορφιά και την φρεσκάδα των νιάτων. Σαν άγγελος ήταν όμορφος και αυτή του η ευγενική μορφή τον έκανε να νοιώσει τόσο οικεία που θέλησε από αυτόν να μάθει τι γινόταν εκεί πέρα,
- Σας παρακαλώ μπορείτε να μου πείτε τι συμβαίνει εδώ; Όλα τα μαγαζιά είναι γεμάτα κόσμο, γιορτάζετε κάτι στην περιοχή;      
- Φυσικά και γιορτάζουμε, του απάντησε χαμογελαστό, είναι για τον νέο δρόμο, άκουσε να του λέει το αγόρι.
- Τι είπατε;
- Για τον νέο δρόμο, η φωνή του αντήχησε στα αυτιά του ονειρική, λες και δεν ερχόταν από δίπλα του μα από κάπου αλλού, πολύ μακριά.
   Κοίταξε το αγόρι απορημένος καθώς μπήκε εκείνο στο μαγαζί, κάθισε στο τραπέζι που και εδώ ήταν βαλμένο σαν ένα μεγάλο ενιαίο ορθογώνιο. Δεν έβγαζε νόημα.
Πρέπει να φύγω, είναι αργά ας γευματίσω στην Λάρισα, μονολόγησε κι απορημένος επέστρεψε στο αυτοκίνητο του…

- Την ταυτότητα σας παρακαλώ,
  Πρώτα αντίκρισε τις πράσινες ενδείξεις, το ρολόι έδειχνε  20:16
- Την ταυτότητα σας κύριε, του επανέλαβε επιτακτικά ο αστυνομικός που έκανε ένα βήμα πίσω, με το χέρι έτοιμο να πιάσει το περίστροφο του αν χρειαζόταν. Ο Πορφύριος σαν υπνωτισμένος έχωσε το χέρι του στο μπουφάν του για να την βρει.
***
  Η συνάντηση με τους Γερμανούς είχε πάει πολύ καλά. Τέθηκαν όλα τα θέματα και η στρατηγική που θα ακολουθούνταν. O Πορφύριος είχε δεσμευτεί ότι τις επόμενες είκοσι ημέρες θα τους παρουσίαζαν το σύνολο της διαφημιστικής καμπάνιας. Οι Γερμανοί, έφυγαν από το γραφείο ευχαριστημένοι αργά το απόγευμα για την Θεσσαλονίκη, πετούσαν αύριο νωρίς το πρωί. Ο Παρμάκης, χαρούμενος και ανακουφισμένος πήρε τηλέφωνο τον Μακρή, τον πρόεδρο και τον ενημέρωσε. Ήταν στην Σαντορίνη και μετά τα λόγια του Παρμάκη, μπορούσε να απολαύσει ακόμη περισσότερο το Πάσχα και τις ολιγοήμερες διακοπές του.
  Τακτοποίησε τα χαρτιά του, οι συνάδερφοι του τοπικού γραφείου, τον είχαν αποχαιρετήσει πριν λίγο και πια ήταν μόνος στον χώρο. Σκεφτόταν να φύγει σε λίγο πίσω για την Θεσσαλονίκη αλλά ήταν κουρασμένος. Καλύτερα να έμενε και αυτό το βράδυ στην Λάρισα, εξάλλου δεν είχε και κάποια σοβαρή δουλειά. Για το πασχαλινό τραπέζι δεν είχε να νοιαστεί, τον είχε καλέσει η αδελφή του, στην Αλεξάνδρεια. Μόνο να προλάβαινε να αγοράσει παιχνίδια στα ανίψια του και ήταν έτοιμος.
    Κοίταξε έξω από την τζαμαρία, η πόλη είχε φωτιστεί, θα πρέπει να κόντευε τις εννιά τώρα.  Χαλάρωσε, η σκέψη του αμέσως πήγε στα χθεσινοβραδινά, στα παλιά διόδια των Τεμπών. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί τελικά, τι σήμαινε η απάντηση του αγοριού; Ποιοί ήταν αυτοί οι άνθρωποι και γιατί γιόρταζαν τον νέο δρόμο;
   Οι αστυνομικοί μετά τις απαραίτητες διατυπώσεις και το έλεγχο που διεξήγαγαν, έφυγαν. Μαζί τους έφυγε και εκείνος. Όταν πέρασε μπροστά από τα εστιατόρια μπορεί τα φώτα του δρόμου να φώτιζαν το μέρος όμως μέσα στα εστιατόρια όλα ήταν έρημα και σκοτεινά, κανείς δεν βρισκόταν εκεί, καιρό τώρα. Ανατρίχιασε, μα δεν φοβήθηκε. θυμόταν ότι λίγο πριν βγει από το αυτοκίνητο ήταν 20:16 και όταν του ζήτησε την ταυτότητα ο αστυνομικός και κοίταξε το ρολόι πάλι, διαπίστωσε ότι δεν είχε περάσει ούτε ένα λεπτό από πριν ή μήπως δεν θυμόταν καλά; Το εκπληκτικό ήταν ότι ένοιωθε σαν να είχε ζήσει όλη αυτήν την παράξενη γιορτή μέσα στο ίδιο λεπτό, σε έναν χρόνο παγωμένο. Το είχε ζήσει όλο αυτό στα σκοτεινά και εγκαταλελειμμένα εστιατόρια; Η λογική δεν άφηνε περιθώρια, ήταν απλά ένα πολύ ζωντανό και αλλόκοτο όνειρο.
   Απ’ έξω ακούστηκαν ψαλμωδίες, σηκώθηκε και άνοιξε την συρόμενη μπαλκονόπορτα, βγήκε έξω. Ο ανθοστολισμένος επιτάφιος κινούνταν αργά πάνω στις πλάτες των ανδρών της ενορίας και πίσω του έβλεπε αχνά τα μυριάδες πρόσωπα που φωτίζονταν μέσ’ το σκοτάδι απ’ τις φλογίτσες των σκουρόχρωμων κεριών που τρεμόπαιζαν στο ελαφρύ αεράκι.
Η αίθρια βραδιά μύριζε απ’ τους ανθούς της άνοιξης και τα θυμιάματα που ανέβαιναν σαν προσευχές στον ουρανό.  

   Πρώτη φορά βρισκόταν Μ. Παρασκευή στην Λάρισα. Κοιτούσε από τον τέταρτο όροφο κάτω στην λεωφόρο, τον επιτάφιο που περνούσε. Ήταν από την εκκλησία του πολιούχου της πόλης, του Αγίου Αχιλλίου που διάβαινε τους κύριους δρόμους του κέντρου και τώρα μόλις προσέγγιζε την κεντρική πλατεία, μέσω της λεωφόρου Κύπρου. Σε λίγο όμως είδε κάτι πρωτόγνωρο για τον ίδιον. Από όλες τις πλευρές της πλατείας μέσα από διαφορετικούς δρόμους έφθαναν και άλλοι επιτάφιοι. Οι δρόμοι είχαν κλείσει από την τροχαία και είχαν πλημμυρίσει από τους πιστούς που είχαν κατεύθυνση το κέντρο της πλατείας όπου και τελικά θα συναντιόνταν οι επιτάφιοι των ενοριών της Λάρισας. Μέτρησε τουλάχιστον πέντε, ο καθένας είχε και τον δικό του ξεχωριστό στολισμό. Αργά το βράδυ της Μ. Πέμπτης, γυναίκες και κορίτσια από την κάθε ενορία στόλισαν τους επιταφίους τους με λογής λογής ανοιξιάτικα λουλούδια ώστε να είναι ο δικός τους επιτάφιος ο πιο όμορφος, ο πιο εντυπωσιακός. Πασχαλιές, ζουμπούλια, ανεμώνες και πολύχρωμα λουλούδια του αγρού, αγιόκλημα και κρίνοι, ανθοί λεμονιάς, τριαντάφυλλα, χρυσάνθεμα και βιολέτες συνόδευαν το Χριστό στην κάθοδο του στον Άδη. 
   Από ψηλά, συνεπαρμένος, άκουγε τους μελωδικούς κυματισμούς, τους βυζαντινούς τόνους της φωνής των χορωδών και των ιερέων, που καθώς έψαλλαν τους ύμνους και τα εγκώμια του επιτάφιου θρήνου, δεν μοιρολογούσαν μα δοξολογούσαν, προετοίμαζαν τους πιστούς για την Ανάσταση, την έλευση του Φωτός, της Αιώνιας Ζωής.  

Η ζωή εν τάφω κατετέθης, Χριστέ, και Αγγέλων στρατιαί εξεπλήττοντο… Η ζωή πώς θνήσκεις; Πώς και τάφω οικείς;…”
    

  Η πλατεία σιγά σιγά γέμισε από τον κόσμο, οι επιτάφιοι είχαν τοποθετηθεί πλάι πλάι, δίπλα στην εξέδρα που μόλις είχαν ανέβει ιερείς και ο δεσπότης της Λάρισας. Δεν μπορούσε να κάθεται ολομόναχος εκεί ψηλά, ήθελε να την ζήσει αυτήν την εμπειρία. Έκλεισε βιαστικά την πόρτα πίσω του και κατέβηκε γρήγορα από τις σκάλες. Αγόρασε ένα κερί από έναν ανάπηρο μικροπωλητή και χώθηκε ανάμεσα στο πλήθος. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι κρατιότανε αγκαζέ για να στηρίζουν ο ένας τον άλλον. Στα μάτια τους είδε τον σεβασμό, το νοιάξιμο, την αγάπη τόσων ετών, αυτή που μέχρι σήμερα δεν είχε βρει εκείνος στο πρόσωπο μιας συντρόφου. Τους ζήτησε να ανάψει το κερί του, του χαμογέλασαν και ανάβοντας φώτισε τα καλοσυνάτα τους πρόσωπα, τις βαθιές ρυτίδες. Η καρδιά του σκίρτησε, συγκινήθηκε, γιατί θυμήθηκε τους δικού του γονείς, που είχε χάσει χρόνια πριν. Τους χαμογέλασε και εκείνος και έφυγε λέγοντας “Καλή σας Ανάσταση, για πολλά, πολλά χρόνια ακόμη” Απομακρύνθηκε περπατώντας περιμετρικά της πλατείας. Τι παράξενο, ένοιωθε τόσο οικεία σε μια πόλη που γνώριζε ελάχιστα, ανάμεσα σε χιλιάδες ξένους ανθρώπους.  Τόσα χρόνια στο Λονδίνο, Πάσχα δεν είχε κάνει στην Ελλάδα. Του είχε λείψει αυτό το κατανυκτικό κλίμα, τώρα πάλι ένοιωθε σαν το παιδί που μεγάλωνε στην Αλεξάνδρεια Ημαθίας και μαγεύεται και αφήνετε ολότελα στην γοητεία των στιγμών, δίχως ερωτήματα και αμφιβολίες, όπως τον προέτρεπε το αγαπημένο του ποίημα  να γυρίζεις στο φως, σαν το μικρό παιδί
   Σ’ αυτές τις ώρες της Θείας θλίψης, σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα δέους και κατάνυξης, ο Πορφύριος ένιωσε μέσα του την απάντηση, τον πόνο, την απόγνωση των ψυχών που έχασαν τις ζωές τους τόσο άδικα σε αυτόν, σε όλους τους δρόμους. Ήταν Μ. Παρασκευή και κάποιες ψυχές ζητούν δικαίωση, Ανάσταση μετά την σταύρωση τους. Δεν χρειαζόταν άλλη εξήγηση, για τον χρόνο και τον τόπο, για το πώς και το γιατί. Η γιορτή στα ερειπωμένα εστιατόρια των διοδίων των Τεμπών, ήταν η γιορτή των ψυχών, των ίσκιων των Τεμπών που κατεβαίνουν στην γη για να δικαιωθούν, για να γιορτάσουν τον νέο δρόμο. Αυτό που βίωσε την Μ. Πέμπτη, την ώρα της σταύρωσης του Χριστού, δεν ήταν όνειρο, ήταν ένα όραμα, το γιατί που ζητούσε απάντηση, το γιατί που ζητούσε δικαίωση. Η δικαίωση που ήρθε, αφού πρώτα έπρεπε κάποιες ψυχές να σταυρωθούν από την αδιαφορία, την αμέλεια, τον εγωισμό, το κέρδος, από την ασέβεια στο ανείπωτο μυστήριο, στο θαύμα της ζωής…

  Με ιδιαίτερο σεβασμό, εις μνήμην των εικοσιένα αδικοχαμένων μαθητών της Α΄ τάξης του λυκείου Μακροχωρίου Βεροίας στις 13/4/2003, των έξι νεότατων οπαδών του ΠΑΟΚ που έχασαν τις ζωές τους τον Οκτώβρη του 1999,  όλων ανεξαιρέτως των θυμάτων τροχαίων. Άνθρωποι που δολοφονήθηκαν και από την εγκληματική αδιαφορία των υπευθύνων επί δεκαετίες, για τους φονικούς δρόμους των oδικών μας δικτύων. Αν τουλάχιστον οι εθνικές οδοί είχαν κατασκευαστεί εδώ και χρόνια σύγχρονες και ασφαλείς, αν υπήρχαν τα σημερινά τούνελ στον Πλαταμώνα και στην κοιλάδα των Τεμπών και νοτιότερα, ένα από αυτά δεν θα ονομαζόταν «Μαθητών Μακροχωρίου» και τα παιδιά αυτά, όπως και όλα τα άλλα θύματα, σήμερα να ζούσαν…

   Εμπνευσμένο δυο χρόνια πριν, εξαιτίας μιας περιγραφής του καλού φίλου Νίκου Πολυζούλη από ένα ταξίδι στην περιοχή,  με την έναρξη της λειτουργίας των τούνελ στα Τέμπη και τον Πλαταμώνα.

   Θερμά ευχαριστώ για τις πληροφορίες που μου παρείχαν, στους αγαπητούς φίλους από την Λάρισα, Μάριο Δημάκη, Νίκο Μπαλατσό και στον κ. Βασίλη Καραβιδέ υπεύθυνο του λαογραφικού μουσείου Γόννων.

 Τα θερμά μου ευχαριστώ στους αγαπητούς μου φίλους και ποιητές Τόλη Νικηφόρου και Γ. Χ. Θεοχάρη για την άδεια τους να κάνω χρήση στίχων των ποιημάτων τους.

Τόλης Νικηφόρους
Στίχοι από το ποίημα “Nα γυρίζεις στο φως”, από την συλλογή “Μια κιμωλία στον μαυροπίνακα” Μανδραγόρας, 2012.

Γιώργος  Χ. Θεοχάρης
Ποίημα “Περιστατικά της μνήμης”,  από την συλλογή "Από μνήμης" Μελάνι, 2010

Και πάντοτε τις ευχαριστίες μου στον φίλο, θεσσαλονικιό ζωγράφο Ντίνο Παπασπύρου για την παραχώρηση χρήσης των έργων του, στο διήγημα:

ΠΙΝΑΚΑΣ-Ορεινό χειμερινό τοπίο
ΠΙΝΑΚΑΣ-ΤΟΠΙΑ-225, ΑΠΟ ΤΙΣ ΜΗΛΙΕΣ ΠΗΛΙΟΥ
ΠΙΝΑΚΑΣ Μεγάλη Παρασκευή στην Μονή Βλατάδων

Α.  Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ
ΠΑΣΧΑ 2019











25 σχόλια:

Ευα Μαρκακη είπε...

Εξαιρετικο! Με την πεννα σου εζησα τον επιταφιο και τις μικρες χαρες και σκιρτηματα που μας διμιουργουσε η Μεγαλη Εβδομαδα!Νασαι καλα και να συνεχισης να γραφης! Μου φερνεις παντα στο μυαλο μια ποιο ανθρωπινη Ελλαδα!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Sita Papa

Πολύ ωραία διήγηση!!!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Tolis Nikiforou

Ωραία σύλληψη, διήγημα μέσα στο αληθινό πνεύμα των ημερών !!!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Dina Papadopoulou

Ενδιαφέρον! Ότι έπρεπε γι'αυτές τις μέρες των πολλών μετακινήσεων. Να θυμόμαστε και να προσέχουμε.

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Irene Stampoylidou

"το γιατί που ζητούσε απάντηση, το γιατί που ζητούσε δικαίωση. Η δικαίωση που ήρθε, αφού πρώτα έπρεπε κάποιες ψυχές να σταυρωθούν από την αδιαφορία, την αμέλεια, τον εγωισμό, το κέρδος, από την ασέβεια στο ανείπωτο μυστήριο, στο θαύμα της ζωής…"
“Ο γυρισμός στο φως είναι η μονή σωτηρία ! Χρίστος Ανέστη Τάσο και χρόνια σου πολλά !

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Stephi Kondi

Εξαιρετικό !!! Χρόνια Πολλά, Τάσο!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Anastasia Angeli

Πολύ ωραίο Τάσο... για τέτοιους δρόμους πρέπει να γιορτάζουμε πάντα...ζώνη και προσοχή.. όχι μόνο για μας αλλά και για τους άλλους που δεν φταίνε σε τίποτα!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Alexandra Bakonika

Υπέροχο!!!...χρόνια πολλά Τάσο :-)

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Sofia Zachou

Όμορφο και συγκινητικό Τάσο! Χρόνια πολλά!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Phyllis Nianiopoulou

Συγκινητικό!Υπέροχο!Χρόνια πολλά

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Ioanna Goudetsiou

πολύ όμορφο!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Κούλα Αδαλόγλου

Πολύ ωραίο, Τάσο. Στη μνήμη εκείνων των παιδιών...

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Έλλη Γιαννοπούλου Ψυχολόγος

Πόσο συγκινητικό..Ευχαριστούμε πολύ για το μοίρασμα Τάσο! Χρόνια πολλά!!!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Tziatziou Maria

Όντας Λαρισαία, ο τόπος που περιγράφεις είναι τόπος μου. Ήταν έκπληξη και συγκίνηση που τόσες πολλές εικόνες ανακλήθηκαν απ το μακρινό παρελθόν μέσα σε μερικά λεπτά. Θλιβερά τα περιστατικά των Τεμπών όμως μου θύμισαν και το θρήνο των ανθρώπων που όσα ατυχήματα και να αποφευχθούν πλέον, με κανένα τρόπο δε θα φέρουν τα αγγελούδια τους πίσω. Να είσαι καλά Τάσο. Να είσαι καλά και να γράφεις.

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Lydia Katsarka

Με γλαφυροτητα,συγκινηση κ κατανυξη,με ταξιδεψες γλυκα κ μου θυμισες εικονες κ στιγμες της νιοτης,ξαναδιαβηκα τους ιδιους δρομους,κ ενιωσα ξανα παιδι,αλλα κ την ευθυνη της ωριμοτητας,Τασο μου,ευχαριστουμε για το ομορφο ταξιδι,χαιρομαι που σου το ενεπνευσε ο Νικος μου!!👏❤️

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Rhéa Sourmeli-Gstrein

Πολύ ενδιαφέρον και με πολύ ψυχή! Bravo! σου Τάσο μου💐

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Maria Poulopoulou

Τάσο μου, τώρα το διάβασα κ ριγησε η ψυχή μου!
Προσδοκώ Ανάσταση Νεκρών!
Χριστός Ανέστη!
Μήνα ευλογημένο κ χαρούμενο!👏🎀🥀👼👼👼👼👼👼

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Eva Kostopoulou

13/4/2003... Βρισκόμασταν λίγα μέτρα πιο πίσω εκείνο το τραγικό απόγευμα, γυρίζοντας από Λάρισα. Δεν θα ξεχάσω ποτέ τα ασθενοφόρα που έφταναν φρενιασμένα να παραλάβουν τραυματίες... Μετά μάθαμε τη διάσταση της τραγωδίας... Ας ευχηθούμε να μην ξαναζήσουμε ποτέ ξανά τέτοια γεγονότα. Κι ας μη σβηστούν ποτέ από τη μνήμη μας. Μπράβο για την επιλογή του θέματος και για την ευαισθησία με την οποία το αντιμετώπισες! Φυσικά δεν περίμενα κάτι λιγότερο!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Nick Balatsos

Τάσο και τα δικά μου συγχαρητήρια για όμορφο διήγημα σου. Σε ευχαριστώ και για την ειδική μνεία στο πρόσωπο μου και χαίρομαι που έδωσα έστω και μια μικρή ώθηση στην έμπνευση σου.

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Anthi Papou

ΣΥΓΧΑΡΗΤΗΡΙΑ

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Δήμητρα Καρακατσάνη

Τάσο, σε ευχαριστώ κατ΄αρχάς ,που με συμπεριέλαβες , στην κοινοποίηση, αυτού του ωραίου σου διηγήματος ,του τόσο υποβλητικού ,απο την εξαιρετική σου διήγηση !!!!
Χρόνια πολλά, .ομορφα και καλά!!!!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Δήμητρα

Χρόνια πολλά Τάσο, σ' ευχαριστώ για τα δύο όμορφα, ταξιδιάρικα (σε Τέμπη και δρόμους της Θεσσαλονίκης) διηγήματά σου.
Τα απόλαυσα.
Να είσαι πάντα καλά και να δημιουργείς τις ιστορίες σου.

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Γ. Χ. Θεοχάρης

Τάσο είναι υπέροχο το κείμενο σου, αληθινά είναι χαρά και τιμή μου, να έχεις moto σ' αυτό το ωραίο γραπτό, δικούς μου στίχους!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Lilia Tsouva

Πολύ ωραίο. Εξαιρετικό.

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...


Μαρία Γαϊτάνη

Πολύ όμορφο Τάσο.

ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΓΗ