Πέμπτη, Δεκεμβρίου 26, 2019

Ένας μικρός Χριστός γεννιέται πάλι αύριο

Ένας μικρός Χριστός γεννιέται πάλι αύριο



   Αν και σε προχωρημένη εγκυμοσύνη, ο άντρας της, την είχε χτυπήσει λίγο νωρίτερα. Όχι πολύ, δυο τρεις, της είχε δώσει μόνο, οπότε… πάλι καλά, σκεφτόταν η νεαρή γυναίκα, ανατριχιάζοντας τι μπορούσε να είχε συμβεί αν δεν σηκωνόταν αμέσως απ’ το στρώμα. Ήταν αδύνατη και κοντούλα, εκείνος σωματώδης, χοντράνθρωπος, ψυχή τε και σώματι. Σαν πάνινη κούκλα την άρπαξε μόλις σηκώθηκε από το στρώμα που είχαν καταγής, αντί για κρεβάτι και της άστραψε δυο σφαλιάρες. Όταν του αντιστεκόταν, εκείνος γινόταν πολύ βίαιος. Ευτυχώς σήμερα δεν του έδωσε χρόνο να νευριάσει περισσότερο γιατί φοβόταν για το αγέννητο παιδί της, όχι για την ίδια. Είχε συνηθίσει πια και στην χώρα της έτσι και αλλιώς, πάντα έφταιγε η γυναίκα. Πολλές φορές κατηγορούσε ακόμη και τον εαυτό της, εκείνη έφταιγε για το ξυλοφόρτωμα, που δεν τον άκουγε τον άντρα, που τον ερέθιζε με τις αρνήσεις και την γκρίνια της. 
   Έτσι και εκείνο το απόγευμα της παραμονής των Χριστουγέννων. Για έναν ζητιάνο, αυτή η μέρα ίσως ήταν η καλύτερη όλου του χρόνου για μεροκάματο. Το πρωί είχε βγάλει αρκετά και τώρα έπρεπε από τις τρεις να είναι στο πεζοδρόμιο, απέναντι από το εμπορικό κέντρο στην Τσιμισκή, όμως έκανε κρύο και έβρεχε, χιονόνερο ήταν. Με τέτοιο κρύο το βρώμικο ημιυπόγειο στην οδό Γαμβέτα με την παλιά ξυλόσομπα, άδειο, γκρίζο και παγερό, κι όμως ήταν μια τσιμεντένια φάτνη θαλπωρής για εκείνη και το αγέννητο παιδί της.
   Τέσσερις και τέταρτο κόντεψε μέχρι να κατέβει απ’ το λεωφορείο στην Αριστοτέλους το αναθεματισμένο αργούσε πολύ. Έτσι εκτός από την δική της αργοπορία, είχε χάσει και άλλη ώρα απ’ αυτήν που τους όριζε το “αφεντικό” στα διάφορα σημεία, έξω από εμπορικά, εκκλησίες και όλα τα πολυσύχναστα περάσματα. Το “αφεντικό” κρατούσε τα μισά από τις ελεημοσύνες του κόσμου. Αλίμονο σε όποιον τον έκλεβε. Τα χρήματα που της αναλογούσαν τα κρατούσε ο άντρας της, αυτός έκανε κουμάντο και λογαριασμό δεν τις έδινε. Αν είχε ένα πιάτο φαί στο τέλος της ημέρας, ήταν ευχαριστημένη, γιατί πολλές φορές εκείνος τα έτρωγε όλα στα χαρτιά και ούτε για αυτό δεν περίσσευε.
    Το κέντρο της πόλης ήταν πολύ όμορφα στολισμένο, όλοι οι κορμοί των δέντρων είχαν τυλιχτεί με φωτεινά λαμπάκια λευκά και κίτρινα εναλλάξ. Στο μεγάλο εμπορικό της Τσιμισκή, στην μέση του αίθριου είχαν στολίσει και ένα πανύψηλο έλατο με χιλιάδες λαμπάκια και μεγάλες κόκκινες μπάλες. Αυτά είναι για τους ανθρώπους που έχουν δουλειά και γεμάτη τσέπη, μονολογούσε. Έβαλε ένα κομμάτι χαρτόνι στις παγωμένες και υγρές τσιμεντόπλακες και κάθισε με την πλάτη στα κάγκελα του δρόμου. Μπροστά τις τοποθέτησε ένα ανορθόγραφο “ΠΙΝΑΟ”.  Με τέτοια μαυρίλα που είχε ο ουρανός φαινότανε σαν να νύχτωνε από τώρα. Οι άνθρωποι βιαστικοί περνούσαν από μπροστά της, να κάνουν τις τελευταίες δουλειές, τις τελευταίες αγορές. Τα μαγαζιά τώρα που είχαν τελειώσει τα κάλαντα, τα πάρτι και τα τσικνίσματα, είχαν σχεδόν αδειάσει. Περνούσε ακόμη πολύς κόσμος, όμως χρήματα δεν αφήνανε. Με την κακοκαιρία κοιτάγανε απλά να τελειώνουν, να γυρίσουν σπίτι για την βραδινή έξοδο ή τις χριστουγεννιάτικες μαζώξεις, σε σπίτια φιλικά.
  Πέντε και δέκα και ήταν νύκτα πια, εκείνη στην γωνιά της έτρεμε από το κρύο, πονούσε η κοιλιά της, σε λίγο καιρό καταλάβαινε ότι θα γεννούσε, αλλά πέρα από αυτό δεν ήξερε τίποτα συγκεκριμένο, ούτε το φύλο του παιδιού δεν γνώριζε, αφού φυσικά σε γυναικολόγο δεν είχε πάει ποτέ.

***

    Αυτό το παγερό απόγευμα της παραμονής των Χριστουγέννων, “ζητιάνευε” στην γωνία, πάνω απ’ το φανάρι της Αριστοτέλους. Καθόταν έξω από εκείνο το μαγαζί με τις τηγανιτές πατάτες. Όλο και κάποιος από τους πελάτες, ειδικά παιδί θα υπέκυπτε στο λυπημένο βλέμμα της και θα της πετούσε κάνα δυο πατάτες και ύστερα πάλι κάποιος άλλος, μέχρι μετά από ώρα να χορτάσει την πείνα της. Σαν χόρταινε, πήγαινε στο κατάστημα με τα ρούχα που φυσούσε εκείνος ο ζεστός αέρας έξω από την είσοδο και ήταν πάντα φιλόξενοι. Δεν την έδιωχναν ποτέ, την αγαπούσαν την γριά σκύλα και εκείνη το είχε κάνει στέκι της.  
   Φτάνοντας στο κατάστημα με τα ρούχα για να ξαπλώσει, είδε εκείνη την κοπέλα με την πρησμένη κοιλιά. Παρακαλούσε τους περαστικούς έχοντας απλωμένο το χέρι της για μια βοήθεια, όμως σαν την ίδια, με τις πατάτες, δεν έβρισκε και πολλούς πρόθυμους να της δώσουν.
   Ο κόσμος όλο και αραίωνε και η κοπέλα κοιτούσε τα λιγοστά χρήματα που είχε μαζέψει. Έτρεμε, όχι μόνο απ’ το κρύο μα και από τον φόβο. Τι θα έδινε στον άντρα της μόνο δέκα ευρώ; Τα μισά ήταν του “αφεντικού” Είχε αργήσει να κατεβεί στο κέντρο, χάθηκε η καλύτερη ώρα και τώρα έτρεμε να τον αντικρίσει.
   Η σκύλα είχε ξαπλώσει πλάγια στην είσοδο του καταστήματος, είχε χοντρό καφέ τρίχωμα που την προστάτευε πολύ καλά, είχε και τον ζεστό αέρα από το κατάστημα, γουργούριζε από ευχαρίστηση γιατί ήξερε πως η νύχτα που θα ακολουθούσε όταν τα φώτα έσβηναν, θα ήταν δύσκολη.  
   Η κοπέλα κάποια στιγμή είδε απέναντι της το σκυλί, φαινόταν ήσυχο και όσο έβλεπε τα μάτια του που την κοιτούσαν, σαν να την συμπονούσε, τόσο και του χαμογελούσε και αυτή. Σαν από μια αόρατη χορδή λες οι ζωές τους ενώθηκαν, η κοπέλα αισθανόταν πως το σκυλί έτσι επίμονα που την κοιτούσε αισθανόταν τον πόνο, την αγωνία, τον φόβο της. Σκύλα πρέπει να ήταν, την ένοιωθε, ναι την ένοιωθε, γιατί και αυτή ζωή έφερνε στον κόσμο.
   Έξι το απόγευμα και η αγορά έκλεινε, ο καιρός βάρυνε και άλλο. Η κυκλοφορία είχε κολλήσει στο κέντρο από τα αυτοκίνητα που το εγκατέλειπαν, κομφούζιο απ’ τα συνεχόμενα κορναρίσματα για την προτεραιότητα στα φανάρια, για λίγα εκατοστά μπροστά. Στο κατάστημα με τα ρούχα οι τελευταίοι πελάτες περίμεναν στο ταμείο. Παραδίπλα, στο μεγάλο εμπορικό κέντρο και εκεί αραίωνε ο κόσμος. Άνθρωπος δεν της είχε αφήσει χρήματα εδώ και ώρα. Η κοπέλα κοιτούσε την σκύλα με μάτια υγρά. Αναπόλησε όταν ήταν παιδί, φτώχεια στο σπίτι, έξι αδέρφια, όμως υπήρχε χαρά στην ζωή τους. Αναθυμήθηκε τον στολισμό των Χριστουγέννων στα σπίτια, στους δρόμους, στην κεντρική πλατεία της πόλης, τις χορωδίες, τα χριστουγεννιάτικα φαγητά και τα στολίδια που πουλούσαν στους γιορτινούς πάγκους, το χιόνι που έπεφτε ανάλαφρο, σε πρόσωπα ευτυχισμένα…
    Ο άντρας της εμφανίστηκε ξαφνικά, δεν τον περίμενε, ήλπιζε ότι το βράδυ που θα γυρνούσε στο υπόγειο τους αυτή, εκείνος θα έλειπε και αργά τα μεσάνυχτα που θα επέστρεφε, θα έπεφτε ξερός από το μεθύσι. Της κόπηκε η μιλιά, πάγωσε. Άπλωσε το χέρι του και της ζήτησε επιτακτικά τα χρήματα. Εκείνη, του έδωσε κάποια κέρματα,
- Πόσα είναι μωρή αυτά; Που είναι τα πολλά, που τα κρύβεις; Την ρώτησε στην γλώσσα τους, μην πιστεύοντας ότι τέτοια μέρα σε αυτό το σημείο είχε μαζέψει μόνο τόσα. Η σκύλα παρακολουθούσε την σκηνή, κοιτούσε μια την κοπέλα και μια τον άγνωστο. Μέσα της ένοιωσε την ένταση, αν και μεγάλη, με τα αρθριτικά να μην της επιτρέπουν μεγάλη ευκινησία σηκώθηκε πάνω. Η κοπέλα απολογούνταν τώρα στον άντρα,
- Δεν δίνανε, βιαστικοί ήταν όλοι με τέτοιο καιρό. Εκείνος φαινότανε ότι δεν την πίστευε, την άρπαξε από το ρούχο,
- Τα χρήματα, τώρααα μην σου… την απείλησε.
- Δεν έχω άλλα, άργησα να έρθω… Το παγωμένο πρόσωπο της έκαψε από το χαστούκι. Σήκωσε το χέρι ξανά για να κατεβεί που αυτήν την φορά;
- Μη, το παιδί, του φώναξε.  
    Ένας περαστικός κοίταξε το ζευγάρι, κοντοστάθηκε μα δεν έδωσε συνέχεια. Ο άντρας σήκωσε πάλι το χέρι του. Η σκύλα είχε φτάσει δίπλα τους, το βραχνό βαρύ γάβγισμα της, ανέκοψε την πορεία του χεριού του . Πήγε να την κλωτσήσει, αυτή όμως δεν τον φοβήθηκε και του γρύλιζε άγρια. Η κοπέλα προσπαθούσε να φύγει όμως δεν ήταν δυνατόν, τα χέρια του την είχαν μαγκώσει σαν τανάλιες. Η σκύλα γάβγιζε όλο και πιο πολύ, γρύλιζε απειλητικά, επέμενε σαν να ήταν η μάνα της κοπέλας, δεν θα τον άφηνε να την χτυπήσει ξανά.
- Τα χρήματα μωρή, φώναξε πάλι αυτός.
- Μη με τραβάς, θα πέσω, το παιδί, ικέτευε εκείνη. Από δίπλα της η σκύλα, τον απειλούσε δείχνοντας συνεχώς τα κοφτερά της δόντια. Μεγάλη φασαρία, τώρα κάποιοι περαστικοί σταμάτησαν.
- Ααααααα ούρλιαξε ο άντρας. Η σκύλα του είχε καταφέρει μια γερή δαγκωνιά στο μπούτι. Τα χέρια του λύθηκαν και η κοπέλα έτρεξε, χάθηκε στο πλήθος.   
- Τι συμβαίνει φώναξε ο ιδιοκτήτης του καταστήματος ρούχων που είδε την σκηνή,
- Με δάγκωσε το κωλόσκυλο είπε σε σπαστά ελληνικά εκείνος, πήγε να δώσει μια κλωτσιά στο σκυλί αλλά του ξέφυγε,
- Ήρεμα μεγάλε, ήρεμα… Ένας γεροδεμένος άντρας με πολιτικά του άρπαξε το δεξί χέρι και του το γύρισε πίσω από την πλάτη. Εκείνος πήγε να αντισταθεί αλλά ένας δεύτερος τον έπιασε από το λαιμό και του κατέβασε το κεφάλι πάνω στα σίδερα του δρόμου και γρήγορα του πέρασαν χειροπέδες.
- Ήσυχα ρε κωλόπαιδο, θα πάμε μια βολτίτσα εδώ κοντά… Οι ασφαλίτες από το προξενείο των ΗΠΑ λίγο πιο πέρα, είχαν ειδοποιηθεί από τον άντρα που κοντοστάθηκε όταν είδε το χαστούκι όμως φάνηκε ότι είχε φύγει.

***

    Χριστούγεννα, αργά το βράδυ, λίγες ώρες πριν το ξημέρωμα οι παρέες που διασκέδαζαν στην μεγάλη συναυλία του δήμου Θεσσαλονίκης, στην πλατεία Αριστοτέλους ή στα μαγαζιά του κέντρου είχαν πια αραιώσει. Η νεαρή γυναίκα γυρνούσε μόνη στους δρόμους του κέντρου αφότου είχε ξεφύγει από τα χέρια του άντρα της. Δεν ήξερε ότι τον συνέλαβαν και φοβόταν μήπως τον δει μπροστά της για αυτό περπατούσε στα στενά ανάμεσα στους κεντρικούς δρόμους. Πονούσε πολύ τώρα, ένοιωθε το μωρό να κλωτσάει δυνατά. Περπατώντας βρέθηκε τώρα στην πίσω μεριά του εμπορικού κέντρου. Ήταν σκοτεινά, ψυχή δεν περπατούσε. Πονούσε, πονούσε πολύ, κρύωνε και φοβόταν. Που να πάει τώρα, τα μοναδικά λεφτά της τα είχε δώσει σε εκείνον. Στο υπόγειο δεν μπορούσε να γυρίσει. Αν την έβλεπε μπροστά του θα την σκότωνε στο ξύλο. Όχι, όχι το μωρό της θα πάθαινε κακό. Καλύτερα να πεθάνουμε εδώ, στην μέση του δρόμου, σκεφτόταν,
 -  Ωωωωω, βόγκηξε από την έντονη σουβλιά, δεν είχε γεννήσει ξανά, όμως το ένστικτο της, της έλεγε ότι η στιγμή πλησίαζε. Πως θα το κάνω Θεέ μου; Αναρωτιόταν, μοναχή μου; Ένοιωσε τα πόδια της υγρά, πολύ υγρά,  λες και κάτι έτρεχε…  
    Άκουσε το γαύγισμα και γύρισε να δει πίσω της. Η σκύλα ερχόταν τρέχοντας με δυσκολία στο κατόπι της.
- Πονάω της φώναξε στην άγνωστη γλώσσα της, έκλαιγε και δίπλωσε στα δυο από τον πόνο. Γονάτισε, το σκυλί ήρθε πάνω της και της μιλούσε στην δική του γλώσσα τώρα, με γλυκόλογα παρηγοριάς. Την έγλυφε με αγάπη, γρήγορα όμως την άφησε και έτρεξε εκεί κοντά. Στάθηκε έξω από μια πολυκαιρισμένη ξύλινη πόρτα και γάβγιζε συνεχώς, την χτυπούσε με το πόδι της για να της ανοίξουν.
- Ποιος είναι; Φώναξε σε λίγο κάποιος από μέσα, η πόρτα άνοιξε διστακτικά, ύστερα καθώς είδε το μοναχό σκυλί, βγήκε ένας κοντόχοντρος, ηλικιωμένος άντρας.
- Τι είναι Κατερίνα; Η σκύλα γάβγισε και τον οδήγησε στην κοπέλα.
- Τι σου συμβαίνει παιδί μου; Την ρώτησε εκείνος αγουροξυπνημένος.
- Μωρό, του απάντησε με τα σπαστά ελληνικά της και έδειξε την κοιλιά της. Ο άντρας την σήκωσε με δυσκολία και την οδήγησε μέσα στο ταπεινό καμαράκι του. Δεν ήταν το σπιτικό του, ήταν άστεγος και είχε βρει καταφύγιο σε ένα ετοιμόρροπο σπίτι. Η σκύλα κουνούσε την ουρά της χαρούμενη και χώθηκε μαζί τους στο υποτυπώδες καμαράκι. Η κοπέλα προς στιγμή ηρέμησε και νόμισε πως θα περάσει ο πόνος όμως επέστρεψε δριμύτερος. Πονούσε πολύ και τα πόδια της είχαν γεμίσει υγρά που έτρεχαν και δεν σταματούσαν. Ο άντρας σήκωσε προς το μέρος της την παλιά λάμπα πετρελαίου και είδε την κατάσταση της,
- Σπάσανε τα νερά, γεννάς κορίτσι μου… πάω να σου φέρω βοήθεια, της είπε και γυρίζοντας στο σκυλί, Κατερίνα πρόσεχε το κορίτσι.
     Η Κατερίνα που ήταν κουλουριασμένη στα πόδια της, την κοίταζε με αγάπη, την έγλυφε, παραστεκόταν στο μαρτύριο της. Η κοπέλα κοιτούσε το σκυλί με ευγνωμοσύνη, αυτήν την στιγμή με όλα αυτά που είχε κάνει δεν ήταν άδικο, το ένοιωθε πιο πολύ και από άνθρωπο, από τον άντρα που δεν είχε να της σταθεί, απ΄την μάνα της την ίδια, που είχε χάσει χρόνια πριν. Μα και η Κατερίνα, αυτή η γιαγιά που από παιδί μεγάλωσε μέσα στο κέντρο της πόλης ζητιανεύοντας από την αγάπη των ανθρώπων, την ένοιωθε. Μάνα ήταν και αυτή κάποτε και τώρα στο τέλος της ζωής της, ένοιωθε το μητρικό ένστικτο για αυτό το άγνωστο κορίτσι, με την φουσκωμένη κοιλιά.
- Εδώ, εδώ, ελάτε, ο άστεγος είχε επιστρέψει με έναν αστυνομικό από την φρουρά του αμερικανικού προξενείου. Μέσα στο πόνο της άκουγε τον αστυνομικό να μιλάει με μια γυναικεία ηλεκτρική φωνή από τον ασύρματο του.
- Γρήγορα, γρήγορα, ασθενοφόρο με γιατρό, φώναζε ο αστυνομικός μέσα από τον ασύρματο του, έχουν σπάσει τα νερά, πρέπει να έχει και αιμορραγία νομίζω. Η αστυνομικός από το κέντρο επικοινώνησε με το ΕΚΑΒ, ζήτησε άμεσα ασθενοφόρο στην οδό Βασ. Ηρακλείου, όπισθεν του εμπορικού κέντρου.
- Σε πέντε λεπτά θα είναι εκεί, ενημερώστε μας για την πορεία του περιστατικού, του απάντησε  η αστυνομικός που είχε βάρδια στο κέντρο της Αμέσου Δράσεως.
   Αιώνες λες και πέρασαν για αυτά τα πέντε λεπτά, μέχρι να ακουστεί η σειρήνα, να κατεβούν από το ασθενοφόρο ο γιατρός και οι διασώστες. Χρόνος δεν υπήρχε, μέσα στις κραυγές της άγνωστης κοπέλας, τα γλυκόλογα της Κατερίνας σαν την γιαγιά που περιμένει το εγγόνι, όλα έπαψαν, σιγή…
   Πρώτα το γλυκό κλάμα του μωρού κι ύστερα τα χαμόγελα όλων στο ετοιμόρροπο σπίτι, ακούστηκαν στις 5.30 πριν απ’ το χάραμα, ενώ οι χιονονιφάδες έπεφταν πυκνά πάνω στην πόλη και στις εκκλησιές έψαλλαν για την Άγια την Νυχτιά, την Φάτνη της Βηθλεέμ. Το παγωμένο καμαράκι του αστέγου, αυτή η φτωχική φάτνη, υποδέχθηκε έναν ακόμη μικρό Χριστό στην γη, έναν Χριστό φτωχό, καταφρονεμένο, παιδί μιας άγνωστης, κακοποιημένης Παναγιάς...


    Σαν από παραμύθι βγαλμένη αυτή η ιστορία, ο άστεγος, που γνώριζε μοναχά λίγο την Κατερίνα όπως την φώναζαν οι καταστηματάρχες στην περιοχή, την αγάπησε με όλο αυτό που είδε και έμαθε τις επόμενες μέρες. Γεροντάκια ήταν και οι δυο τους, ταιριάζανε και έτσι γίνανε αχώριστοι και ότι είχαν πια, το ετοιμόρροπο σπίτι, καμιά κονσέρβα, θα το μοιραζόταν οι δυο τους. Περνούσαν τις μέρες τους στο κέντρο και πάντα περίμεναν την μέρα που θα έβλεπαν ξανά την μάνα και το μωρό εκείνης της Άγιας νύχτας των Χριστουγέννων…
   Η νεαρή μητέρα, και το μωρό της βρήκαν την αληθινή τους φάτνη λίγες μέρες μετά την έξοδο από το νοσοκομείο. Ο αστυνομικός που κάλεσε το ασθενοφόρο ήταν καλόκαρδος άνθρωπος και ήξερε από μια άλλη περίπτωση παλιότερα, ένα ίδρυμα της εκκλησίας έξω από την Θεσσαλονίκη, κάπου κατά την Θέρμη. Πήρε λοιπόν τηλέφωνο για να μιλήσει στον αγαθό ιερέα και την πρεσβυτέρα του, να τους διηγηθεί την ιστορία αυτής της κοπέλας, τουλάχιστον το κομμάτι που γνώριζε ο ίδιος. Ο ιερέας και η πρεσβυτέρα πολλά χρόνια τώρα φρόντιζαν ανύπαντρες μητέρες και κακοποιημένες γυναίκες, χωρίς ποτέ να τους ενδιαφέρει η εθνικότητα ή η θρησκεία τους. Έτσι, λίγες ώρες πριν να μπει ο νέος χρόνος, δέχθηκαν με χαρά στην αγκαλιά τους και αυτήν την κακοποιημένη μητέρα και το αγοράκι της. Τους υποδέχθηκαν με ανοικτή αγκαλιά, για να τους προσφέρουν την αγάπη του Χριστού, που ήρθε σαν αυτό το μωρό, σαν τόσα άλλα στην γη, καταδιωγμένος και ανυπεράσπιστος, μέσα στην ταπεινή φάτνη των ζώων.   


Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα

Ένας μικρός Χριστός γεννιέται πάλι αύριο,
μόνος στον κόσμο.
Ένας μικρός Χριστός που ζωγραφίζει θαμπά
στο τζάμι δέντρα για τα παιδιά,
καράβια για τα όνειρα,
ένα παραμύθι της αγάπης για τους απελπισμένους.
Παραμονή και τα χιλιάδες φώτα της πλατείας
στα μάτια του λάμπουν σαν δάκρυα ...


    Αφιερωμένο στην πρεσβυτέρα Στυλιανή Πλευράκη και τον σύζυγο της, ιερέα Κωνσταντίνου Πλευράκη που εδώ και τρεις δεκαετίες και πλέον προσφέρουν στο ίδρυμα “Το σπίτι της Μαρίας” στην Θέρμη Θεσσαλονίκης, μια φάτνη αγάπης πέρα και πάνω από εθνικότητες και θρησκείες, σε άγαμες μητέρες και κακοποιημένες γυναίκες.

   Στην αγαπητή μου φίλη ποιήτρια Χριστίνα Γεωργιάδου, γιατί όπως και πριν χρόνια στην παρουσίαση της πρώτης της ποιητικής συλλογής ‘’Σπορά” είχα εμπνευστεί ένα από τα διηγήματά μου, κατεβαίνοντας προ ημερών στο γιορτινά στολισμένο κέντρο της πόλης, για την παρουσίαση της νέα της ποιητικής συλλογής “Γόος”, εμπνεύστηκα αυτό το διήγημα.  

Α.  Δ. Ε.  ΒΑΛΜΑΣ
25/12/2019

Ποίηση, Τόλης Νικηφόρου, Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα
Ζωγραφική Ντίνος Παπασπύρου ΠΙΝΑΚΑΣ-Λάμπουν σαν δάκρυα τα Χριστούγεννα, τέμπερα, 28Χ38 εκ., 2006



32 σχόλια:

Tania P. είπε...

Τάσο με συγκίνησες άλλη μια φορά με το ωραίο διήγημα σου. Γραμμένο με καρδια γεμάτη καλοσύνη κι αγάπη για τον συνάνθρωπο. Συγχαρητήρια!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Eleni Psali

Πολυ τρυφερη ιστορια με το μεγαλο νοημα της αγαπης .! Συγχαρητηρια κ Τaso Valma!! Χρονια πολλα ευλογημενα!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Werner Hermann

Χρόνια πολλά κύριε Βαλμά. Το εσωτερικό σας μάτι βλέπει πολλά. Ευχαριστώ που μας μεταφέρατε στον κόσμο της αλήθειας με το διήγημα σας. Χαρούμενο το Νέον Έτος. Με εκτίμηση Β.Χέρμαν

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Χριστίνα Λαζαρίδου

Τασο οπως παντα αγγιζεις ιστοριες με γνωμονα αληθινες ιστοριες και βιωματα σου που βελτιωνουν την αμορφη ψυχη του συγρονου ανθρωπομορφωματος του πλανητη μας…
Ευγε γιατι επιτελεις λειτουργημα !!!Ευχαριστουμε που εισαι κοντα στη δραση μας τοσα χρονια και πιστευεις σε μια καλυτερη ζωη εντος και εκτος των νοσοκομειων δεμενοι ολοι οι συλλογοι σε μια αγκαλια!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Elena Delichristaki

Υπέροχο Μαράκι μου! Τα συγχαρητήριά μου στον Τάσο 👏 Χρόνια πολλά σε όλους σας με υγεία και αγάπη !!!!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Ελενη Βασιλειαδου

Χρόνια πολλά Μαρία μου να χαίρεσαι την οικογένεια σου 😘 τέλειο αυτό που διάβασα τα συγχαρητήρια μου💐 δεν μπορώ να ξεχάσω αυτό που έγραψε για το Στράτο💐 να του μεταφέρεις τις ευχές μου💐 να έχουμε μια δημιουργική χρονιά με υγεία 💖

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Μαρία Μπασούκου

Τόσο συγκινητική ιστορία,μα η πραγματικότητα που ζωντανεύει για τις ανυπεράσπιστες μανουλες ο ιερέας και η πρεσβυτέρα του είναι το Παράδεισος επί γης.

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Alexandra Bakonika

Μπράβο Τάσο...τις ευχές μου για χρόνια πολλά

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Panagiota Athanasiou

Μπραβο Τάσο! Συνεχισε να γράφεις με αγάπη για τους συνανθρώπους μας! Καλές γιορτές σε όλους

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Anastasia Angeli

Μπράβο Τάσο για άλλη μια φορά!Χρονια πολλά ,καλή και δημιουργική Χρονια!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Eva Markakis

Εξαιρετικο! Μπραβο για αλλη μια φορα!🥰

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Constantinos Zacharopoulos

Υπέροχος όπως πάντα, με απύθμενη καλοσύνη, αλτρουισμό και έμπνευση! Χρόνια Πολλά και ευτυχισμένα Τάσο μου!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Dina Malaveta

Πολύ ωραίο Τάσο μου. Μας συγκίνησες πάλι. Καλές κ ευλογημένες γιορτές !!!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Νικη Κακουλιδου

Τάσο μου χρόνια πολλά !!!Υπέροχο !!!!Να είσαι πάντα καλά να δημιουργείς !!!💖🌲

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Taxiarchis Mergias

Άμα σου πω ότι το περίμενα!!! Μας έχεις καλομάθει!!! Εξαιρετικό και ανθρώπινο όπως πάντα!!!
Καλές γιορτές φίλε μου!!!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Lina Christou

Εξαιρετικό όπως και όλα τα υπόλοιπα να είσαι γερός και η φετινή χρονιά να είναι γεμάτη υγεία χαρά και δημιουργία!!!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Eva Kostopoulou

Υπέροχο και αυτό! Μακάρι όλες οι ιστορίες αυτων των γυναικών να έχουν τετοιο τέλος και μπραβο στους ανθρωπους που με το εργο τους γινονται φαρος ελπιδας για τις βασανισμενες ψυχες! Καλή κι ευλογημένη χρονιά σε σενα και τα κοριτσια σου!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Flora Sorotou Matte

Συγχαρητήρια!Χρόνια πολλά!!!!!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Rania Fas

Μπράβο Τάσο πολύ ωραίο για μια ακόμη φορά μας συγκινησες

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Brina Xatzileonida

πολυ πολυ ωραιο οπως ολα σου !! χρονια πολλα και καλα Τασο μου ! καλη χρονια!!!φιλακια στην οικογενεια!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Tolis Nikiforou

Με τα χίλια δυο των ημερών, ομολογώ ότι μόλις τώρα κατάφερα να το διαβάσω ! Με συγκίνησες όμως για μια φορά ακόμη, Τάσο μου, με τη φροντίδα σου για τους απόκληρους αυτού του κόσμου ! Κάπου ανάμεσα τους βρίσκεται και ο αληθινός Χριστός της αγάπης ! Χρόνια πολλά και καλή χρονιά, αγαπημένε φίλε μου !❤️🌺

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Angeliki Angelidou

Συγχαρητήρια Τάσο, πολύ καλό!!!!! Επιτέλους βρήκα χρόνο να τα διαβάσω τα διηγήματά σου.

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Ioanna Goudetsiou

μπράβο! πολύ όμορφο!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

κ. Δήμητρα Λέσχη ανάγνωσης

Τάσο ευχαριστώ για το πολύ συγκινητικό το διήγημα σου.
Καλή Πρωτοχρονιά!
Ευτυχισμένος ο νέος χρόνος!
Δήμητρα

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Νόπη Ταχματζίδου

Συγχαρητήρια. παντα με εμπνευσεις εύχομαι..καλή χρονιά!!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Stephi Kondi

Εξαιρετικό όπως πάντα με ευαισθησία και αγάπη για τους απόκληρους αυτού του κόσμου. Καλή συνέχεια με εμπνεύσεις και δημιουργία!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Stephi Kondi

Ένα εξαιρετικό και πάλι διήγημα με την γνωστή ευαισθησία του συγγραφέα, με μια Θεσσαλονίκη ζωντανή στην υπέροχη περιγραφή των δρόμων του κέντρου που αγαπήσαμε. Με συγκίνησες για άλλη μια φορά. Μπράβο!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Dina Papadopoulou

Καλημέρα και καλή χρονιά Τάσο! Πολύ όμορφο και με ευαισθησία γραμμένο, το νέο διήγημα σου, ζωντανεύει πολύ , γνωστά κι αγαπημένα μέρη και πρόσωπα. Ήμουν πελάτισσα του μαγαζιού, τα τελευταία χρόνια περνώ από έξω και αναρωτιέμαι τι απέγινε ο ευγενικός κύριος που είχε το μαγαζί, δεν ήξερα όλη την ιστορία του. Να είσαι καλά.

Tasos Valmas

Αγαπημένες μου κυρίες Dina Papadopoulou Stephi Kondi Σας ευχαριστώ από καρδιάς για την ανάγνωση και τα σχόλια σας. Πάντα με στηρίζετε στην γραφή μου και σας ευχαριστώ θερμά. Το διήγημα αυτό όμως είναι απολύτως φανταστικό. Σε ένα πρωινό περίπατο την προπαραμονή των Χριστουγέννων είδα αυτό το μαγαζί που δεν γνωριζα προηγουμένως και την επιγραφή service κρυστάλλων και το τράβηξα φωτογραφία και είπα στην Μαρία την γυναίκα μου και την Κλαίρη την κόρη μας, που κοιτούσαμε μαζί αυτήν την βιτρίνα λες και ο χρόνος είχε παγώσει πάνω της, θα γράψω ένα διήγημα. Αυτή η άγνωστη τύχη εκείνη την στιγμή έφερε λίγα μέτρα παρακάτω να συναντήσω έναν ηλικιωμένο με το μπαστουνάκι του. Αυτές οι δύο εικόνες είναι η αλήθεια και η βάση όλου του υπολοίπου φανταστικού διηγήματος....

Ανώνυμος είπε...

Γρηγόρης Παπαδογιάννης

Αγαπητέ Τάσο, σ ευχαριστώ για τα δυο σου ωραία διηγήματα. Η ευαισθησία είναι το σήμα κατατεθέν της γραφής σου όπως και οι αναφορές σου στην τοπική κοινωνία απ' όπου αντλείς τις εμπνεύσεις σου. Νοσταλγικό, μελαγχολικό και λιτό το διήγημα των κρυστάλλων. Το χριστουγεννιάτικο σου πιο λυρικό αλλά και με περισσότερες ρεαλιστικές περιγραφές που βοηθούν τον αναγνώστη να κατανοήσει καλύτερα τις παραμέτρους της ιστορίας και σίγουρα κατατοπιστικό το υστερόγραφο του τέλους και συγχαρητήρια στους ανθρώπους που επιτελούν τέτοιο έργο. Συγχαρητήρια βέβαια και σε εσένα. Ειλικρινά αν είχαν έρθει πιο νωρίς θα ζητούσα την αδειά σου να τα ανεβάσω στο eyelands.

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Κούλα Αδαλόγλου

Καλησπέρα, Τάσο. Διάβασα και τα τρία διηγήματά σου με προσοχή. Μου άρεσαν όλα, το καθένα με την ιδιαιτερότητά του.Μου αρέσει επίσης η σύνδεσή τους με κάποιο πραγματικό γεγονός. Καλή συνέχεια, πάντα με την ευαισθησία και την ανθρωπιά σου!!

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Μάριος Δημάκης

Επιτέλους διάβασα και εγώ ένα ολόκληρο. Την επόμενη κάτι εύθυμο.

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Γρηγόρης Χατζημαυρουδής

Καλησπέρα Τάσο μου!!!!
Χρόνια πολλά και καλή χρονιά γεμάτη υγεία, χαμόγελα, ευτυχία και αγάπη για σενα την οικογένεια σου και, αν είναι δυνατόν, όλο τον κόσμο!!!!!!
Μόλις διάβασα το χριστουγεννιάτικο διήγημά σου!!!!! Το να πω εξαιρετικό είναι πολύ λίγο!!!!!!Όπως στο έχω ξαναπεί, είναι τιμή μου που σε έχω ΦΙΛΟ ΜΟΥ!!! Να είσαι καλά και να γιατρεύεις τις ψυχές μας ή έστω να απαλύνεις τον πόνο που κουβαλούν!!!!

ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΓΗ