Τετάρτη, Ιανουαρίου 14, 2009

ΤΟ ΣΤΕΡΝΟ ΓΛΥΚΟ ΧΑΜΟΓΕΛΟ ΤΗΣ ΝΙΟΤΗΣ

ΔΙΗΓΗΜΑ

11 Μαρτίου 2004 επτά ακριβώς το μεγάφωνο του κινητού άρχισε να πάλλετε στους ρυθμούς μιας ροκ επιτυχίας. Ο Ίστο πετάχτηκε γεμάτος ζωντάνια από το κρεβάτι του. Σε λίγο έπρεπε να κατέβει στον σταθμό των τρένων με προορισμό το σχολείο ανταλλαγής. Ήταν οι πρώτες του μέρες στη Μαδρίτη, πολύ πολύ μακριά από το σπίτι του στην χιονισμένη Φιλανδία.
***
Κάθε μέρα ξυπνώντας ζητούσε να ρίχνει μια ματιά στον έξω κόσμο. Το ίδιο έκανε και αυτό το πρωινό ο νεαρός άντρας. Πίσω από τα στόρια η χειμωνιάτικη νύχτα παρέδιδε τα σκήπτρα της σε μια βαριά μουντή μέρα. Ο ουρανός σκοτεινός, σκεπασμένος με μολυβί πέπλα. Ο χειμώνας επιβάλλονταν ακόμα δείχνοντας το αδρό του πρόσωπο. Στις διαταγές του ένας παγερός βοριάς, σκληροτράχηλος πολεμιστής των υπερβόρειων της υδρογείου και μια πλούσια ποτιστική βροχή που σπάνια επισκέπτονταν την ισπανική πρωτεύουσα αρχές της άνοιξης.
Δεν είχε στην διάθεση του πολύ χρόνο, βιαστικά κινήθηκε προς το μπάνιο για ένα γρήγορο ντους, πρώτα όμως η καρδιά του πρόσταζε κάτι άλλο.
Ανοίγοντας την δρύινη πόρτα του δωματίου, η υπέροχη παιδική ευωδία τον πλημμύρισε.
Η ατμόσφαιρα αυτού του δωματίου πάντα τον μάγευε. Ένας ελαφρύς ροζ φωτισμός διαχέονταν απαλά διαλύοντας το σκοτάδι και διώχνοντας τον φόβο σε τόπους αλαργινούς, πολύ μακριά από τις ευαίσθητες παιδικές καρδούλες. Το ταβάνι ένας ουράνιος θόλος που πάνω του λαμπύριζαν αχνά γαλαζοκίτρινα αστέρια από μακρινούς γαλαξίες στα βάθη του σύμπαντος. Στους ροζ τοίχους, σε ξύλινα ραφάκια, κάθονταν με τάξη στο μισοσκόταδο κούκλες και αστεία ζωάκια. Σε δυο χνουδωτά κουτιά ξεκουράζονταν μαζί με τα παιδιά μέχρι το αυριανά «βασανιστήρια» τους ένας σωρός από παιχνίδια. Ήταν τόσα όσα θα μπορούσε να ποθήσει ο «άπληστος» παιδικός νους.
Από το χθεσινό παιχνίδι των παιδιών ένα μουσικό κουτί με πολύχρωμα φωτάκια, τα βαγόνια από ένα ξύλινο τρενάκι της γιούνισεφ και τα κομματάκια ενός παζλ ήταν διασκορπισμένα πάνω σε ένα χειροποίητο παχύ και συνάμα μαλακό χαλί. Πάνω του υφασμένες κατακόκκινες παπαρούνες και πρασινοκίτρινα αγριολούλουδα, ίδιος ανοιξιάτικος αγρός. Το είχαν διαλέξει με την αγαπημένη του γυναίκα καθώς δημιουργούσαν το παιδικό δωμάτιο περιμένοντας το πρώτο τους παιδί, την Μαρία. Το μοτίβο του τους φάνηκε υπέροχο, τους άρεσε τόσο που το αγόρασαν δίχως να ρωτήσουν την τιμή του. Ήθελαν το παιδικό δωμάτιο να είναι μαγικό, πανέμορφο, ένας μικρός παράδεισος για το πρωτότοκο αγγελούδι τους και λίγο καιρό μετά για το δεύτερο σίγουρα και για το τρίτο, ήθελαν πολλά αγγελούδια να φτερουγίζουν στην ψυχή τους. Έτσι το διακόσμησαν με ότι ομορφότερο είδαν χωρίς να σκεφτούν τα χρήματα και το γέμισαν ασφυκτικά με κάθε λογής παιχνίδια.
Αν και τα δυο παιδάκια είχαν αρκετά παιχνίδια για να παίζουν ατέλειωτες ώρες έλειπε από την ζωούλα τους κάτι αβάσταχτα μεγάλο αν και δεν αντιλαμβάνονταν ακόμα την μονιμότητα και την έκταση του, ειδικά το μικρότερο η Ροζίτα.
Ο νεαρός πατέρας προχώρησε αθόρυβα στις μύτες των ποδιών του. Στάθηκε πάνω από τα παιδικά κρεβατάκια και κοίταξε με λατρεία τα γλυκά προσωπάκια. Ευτυχώς και οι δυο ήταν καλά σκεπασμένες όπως και οι κουκλίτσες που κοιμόταν στο πλάι τους δίχως να τις εμποδίζουν. Χαμογέλασε, όμως αυτό το χαμόγελο τον τελευταίο χρόνο ήταν γεμάτο πίκρα.

«Μια πίκρα στερεή, σαν πέτρα αιχμηρή, ίδιο μαχαίρι κοφτερό, μέσα του, αιώνια φαρμακερό»

Πως να μην πονάει τόσο όταν κάθε μέρα γίνονταν και πιο οδυνηρή από την απουσία της; Πώς να κάνει κουράγιο όταν έβλεπε αυτούς τους μικρούς αγγέλους ορφανούς δίχως να έχουν στο βλέμμα τους την αγάπη της, την στοργή της, τα χάδια της μάνας;
Η γλυκιά τους μανούλα έφυγε αναπάντεχα, απολύτως άδικα, χτυπημένη από μια σπάνια εκφυλιστική ασθένεια του νευρικού συστήματος. Στο πέρασμα τριών βασανιστικών μηνών από μια όμορφη γυναίκα γεμάτη θέληση και αγάπη για την ζωή, απόμεινε μια θλιβερή, κάτισχνη φιγούρα. Ένα φάντασμα του εαυτού της, χαμένη μέσα στον πυρετό και στις εξάρσεις της ασθένειας που αφαιρούσαν και τις τελευταίες ικμάδες ζωής που απέμεναν στο ασθενικό κορμί της. Ένα ηλιόλουστο κυριακάτικο πρωινό του Μάρτη η ψυχή της πέταξε ψηλά φεύγοντας μέσα από την αγκαλιά των αγαπημένων της που παρακολουθούσαν το δράμα της βουβοί, ανήμποροι, σακατεμένοι.
Χωρίς εκείνη πια η ζωή του ήταν μουντή, άσχημη, θλιμμένη . Ένοιωθε την καρδιά του να ραγίζει όταν η Μαρία πολλές φορές τον ρωτούσε με όλη την παιδική της αφέλεια «μπαμπά, πότε θα γυρίσει κοντά μας η μανούλα από την χώρα του Θεούλη;» Τι μπορούσε να απαντήσει σε αυτόν τον μικρό άγγελο; Πως μπορούσε να κρατηθεί όρθιος;
Η ίδια ταινία με τα φωτεινά πλάνα που τον συνόδευε τον τελευταίο χρόνο άρχισε πάλι να προβάλλεται στο μυαλό του. Είδε την ονειρεμένη ζωή τους, τα λίγα ανθισμένα χρόνια που έζησε μαζί με την λατρεμένη του Πενέλοπε. Αυτήν την φορά όμως μετά την διαδοχή των όμορφων υπερφωτισμένων εικόνων της ευτυχισμένης ζωής το σκηνικό άλλαξε.
Είδε τα κοριτσάκια του να στέκονται μόνα τους στο πλάι μιας σιδηροδρομικής γραμμής που χάνονταν στην απεραντοσύνη του τοπίου ανηφορίζοντας δασωμένα βουνά με ορμητικά ποτάμια και διασχίζοντας εύφορες κοιλάδες που στολίζονταν από γαλαζωπές λίμνες.
Έξαφνα όλα σκοτείνιασαν είδε τον εαυτό του παγιδευμένο μέσα σε ένα τσιμεντένιο τούνελ που οι τοίχοι του κινούνταν και έσταζαν αίμα. Φοβήθηκε πολύ, όμως σε λίγο το διέσχισε σπρωγμένος από μια παράξενα οικεία δύναμη που τον οδηγούσε στο φως της μέρας.
Το επόμενο λεπτό έσφιγγε στην αγκαλιά του τα κορίτσια του που του έτειναν τα μικροσκοπικά χεράκια τους από την απέναντι πλευρά της γραμμής. Όλοι τους λουζμένοι από το έντονο πορτοκαλί της αυγής, μιας αυγής διαφορετικής, σκληρής, γεμάτης όμως από την αέναη δύναμη της θέλησης για ζωή και δημιουργία.
Δάκρυα πλημμύρισαν τα μάτια του, κύλησαν καυτά στα μάγουλα για να ποτίσουν πέφτοντας τον αγρό των ονείρων τους. Η πέτρα στο στήθος με τις κοφτερές τις άκρες μετακινήθηκε, όμως ο πόνος ήταν ηπιότερος αυτή την φορά. Ίσως γιατί αυτό το όραμα τον βοήθησε να συνειδητοποιήσει μετά όλο αυτόν τον καιρό ότι έπρεπε να προχωρήσει στην ζωή μαζί με τα αγγελούδια του κρατώντας για πάντα στην ψυχή του την ανάμνηση της λατρευτής συζύγου, της υπέροχης γυναίκας, της Πενέλοπε του.
Έμεινε λίγο ακόμα μόνο για να κοιτάζει τους δυο υπέροχους λόγους που είχε για να ζει, μετά η σκέψη της ημέρας και των υποχρεώσεων της που έρχονταν αδιάφορες για την ψυχολογική του κατάσταση τον ταρακούνησαν. Σκούπισε τα υγρά του μάτια και πισωγύρισε αθόρυβα.
Το νερό έτρεξε με ορμή από την μεταλλική ντουζιέρα. Τον πότισε όπως η καλοκαιρινή μπόρα το διψασμένο χώμα του Ιούλη, γρήγορα σχηματίστηκαν καταρράκτες που διέτρεχαν το κορμί του. Ένοιωσε σαν να έδιωχναν από πάνω του βάρος, το βάρος της θλίψης. Πίστεψε πως με την υδάτινη ορμή τους προσπαθούσαν να τον βοηθήσουν, να παρασύρουν από πάνω του τα πανύψηλα κάστρα της μελαγχολίας από όπου οι σκοτεινοί πολεμιστές της τον πολιορκούσαν τις μοναχικές νυχτιές ρίχνοντας επάνω του τα θολερά τους δίχτυα. Γύρισε και άλλο το χερούλι της βρύσης και το νερό απέκτησε ακόμα μεγαλύτερη ορμή. Σήκωσε τα χέρια του ψηλά, αφέθηκε στην δύναμη του νερού για να τον καθαρίσει, να τον ελευθερώσει.
Η επαφή με το υγρό στοιχείο είχε φέρει στην ύπαρξη του την αίσθηση της ελευθερίας, πλέον ένοιωθε σαν να είχαν σπάσει τα δεσμά από την κακή του τύχη, αυτήν που πολλές φορές την κατηγορούσε για την κατάσταση του. Αισθάνθηκε την καρδιά του να χτυπάει πιο δυνατά, πιο σίγουρα. Το σώμα του ρωμαλέο και ανάλαφρο, λες και είχε χάσει κάμποσα από τα περιττά κιλά του τελευταίου χρόνου. Το ίδιο και την ψυχή του. Με την θέληση του ατσαλωμένη αποφάσισε πως έπρεπε να παραμείνει όρθιος, δυνατός σαν βράχος για τα κορίτσια του, να προχωρήσει μαζί τους, ακλόνητος προστάτης και φίλος σε όλες τις δυσκολίες της ζωής.
Πατώντας τον κυκλικό διακόπτη ο λαμπτήρας απελευθέρωσε δισεκατομμύρια φωτόνια που βομβάρδισαν την παραλληλόγραμμη κουζίνα με το φωτεινό τους φορτίο. Άρχισε να ετοιμάζει το λιτό πρωινό του. Από το σκουρόχρωμο δίπορτο ψυγείο, πήρε ένα μπουκάλι γάλα και έβγαλε να ξεπαγώσει λίγο χοιρινό για το μεσημεριανό γεύμα. Ευτυχώς η μητέρα του ανανέωνε καθημερινά της προμήθειες από το γειτονικό super market και μαγείρευε για αυτόν και τα παιδιά. Η καλή του μητέρα προσπαθώντας να απαλύνει τον πόνο του γιου της ή τουλάχιστον να μην τον βαρύνουν και αυτά τα καθημερινά προβλήματα που μια έμπειρη γυναίκα τα χειρίζεται αβίαστα, ερχόταν καθημερινά και τους μαγείρευε κάθε λογής λιχουδιές. Ο ίδιος προσπαθούσε τουλάχιστον να βοηθάει έστω στην προετοιμασία κάποιων εύκολων πραγμάτων της μαγειρικής τέχνης γιατί σίγουρα για την μητέρα του το φαγητό ήταν τέχνη.
Για εκείνη όμως υπήρχε ένας σπουδαιότερος λόγος από το μαγείρεμα, το πλύσιμο και κάθε άλλη οικιακή εργασία. Επιθυμούσε να βρίσκεται πρώτα από όλα δίπλα στα εγγονάκια της. Αποζητούσε να καλύψει όσο μπορούσε την απουσία της μάνας και να τους δίνει απλόχερα την αγάπη και την στοργή της που τόσο πολύ είχαν ανάγκη τα ορφανά κοριτσάκια σε αυτήν την τρυφερή ηλικία. Γνώριζε όμως πολύ καλά πως καμιά αγάπη δεν μπορεί να να καλύψει τελικά αυτό το δυσαναπλήρωτο κενό που πάντα θα υπάρχει στις καρδιές τους.
Λίγο πριν φύγει για την δουλειά, η μητέρα του, η κυρία Λουτσία έφθασε σπίτι. Αφού την φίλησε τρυφερά πήγε για τελευταία φορά στο παιδικό δωμάτιο. Κοίταξε και πάλι τα λατρευτά ανθισμένα προσωπάκια, θέλησε να πάρει μαζί βγαίνοντας εκεί έξω λίγη από την ευωδιά τους.
Η Μαρία είχε στριφογυρίσει τώρα στο κρεβατάκι της διώχνοντας την κουβέρτα από πάνω της. Με απαλές κινήσεις την σκέπασε, έπειτα αν και φοβόταν μη την ξυπνήσει άφησε να του ξεφύγει ένα απαλό χάδι στα μαλάκια της.
***
Ο Αλφρέδο - έτσι λέγονταν ο χήρος πατέρας - άφησε το σκουρόχρωμο σεντάν αυτοκίνητο του στο πάρκινγκ του σταθμού και κατευθύνθηκε προς την κεντρική είσοδο του σταθμού Σάντα Εουχένια. Τις εργάσιμες ημέρες έπαιρνε από εκεί το τρένο για το τον κεντρικό σταθμό Ατόσα στην καρδιά της Μαδρίτης όπου και στεγάζεται η πολυεθνική εταιρία SiiS στην οποία εργάζονταν εδώ και τρία χρόνια ως υπεύθυνος προσωπικού της διεύθυνσης ανθρωπίνου δυναμικού.
Λόγω της καθημερινής χρήσης του τρένου είχε βγάλει την ειδική κάρτα πολλαπλών διαδρομών και έτσι δεν χρειάζονταν εισιτήριο. Διέσχισε βιαστικά τον πολυτελή προαστιακό σταθμό με το γυαλιστερό γρανιτένιο πάτωμα, τις επιβλητικές αναγεννησιακές τοιχογραφίες και τον γυάλινο θόλο με τα εκπληκτικά βιτρό. Φτάνοντας στην αποβάθρα νούμερο πέντε κοίταξε το σπορ ρολόι του - δώρο της γυναίκας του - με τους φωσφορίζοντες δείκτες. Η ώρα ήταν 8.30 διαπίστωσε πως μόλις είχε χάσει το δρομολόγιο του.
- Ευτυχώς το επόμενο δεν αργεί πάνω από δέκα λεπτά, μονολόγησε.
Το βλέμμα του περιπλανήθηκε για λίγο στο χώρο. Όπως κάθε μέρα πολλοί συμπατριώτες του είχαν κατακλύσει τους σταθμούς των τρένων. Φυσικά δεν έλειπαν και οι τουρίστες, κυρίως από την Λατινική Αμερική που έχουν την Ισπανία πάντα λόγω των ιστορικών και γλωσσικών καταβολών ως τον πρώτο τους προορισμό.
Μια κυρία μαζί με τον ηλικιωμένο σύζυγο της μάλλον από Αργεντινή – όπως συμπέρανε από την προφορά τους – πλησίασαν ρωτώντας τον πιο τρένο να πάρουν για Βαρκελώνη. Εκείνος τους καθοδήγησε ευγενικά και το ζευγάρι έφυγε ευχαριστώντας τον. Ο Αλφρέδο τους παρατηρούσε καθώς απομακρύνονταν αργά. Προσπάθησε να φανταστεί την εικόνα με την γυναίκα του ηλικιωμένοι στην δύση μιας υπέροχης ζωής να περπατούν πιασμένοι χέρι χέρι. Ένας χοντρός κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του από την συγκίνηση. Προσπαθώντας να την διώξει για να μην δακρύσει μπροστά στον κόσμο άρχισε και πάλι την οπτική περιπλάνηση του στον σταθμό και στους ανθρώπους.
Για μια στιγμή η ματιά του έπεσε στο τούνελ στο βάθος της γραμμής, εκεί από όπου σε λίγο θα εμφανίζονταν οι συρμοί του τρένου. Μέσα στο σκοτεινό, ψυχρό τούνελ κάτι απίστευτο εμφανίστηκε εμπρός του. Ταράχτηκε πολύ. Σκέφτηκε πως ίσως ήταν ένα στιγμιαίο παιχνίδι της όρασης του. Κοίταξε και πάλι προς το τούνελ, επίμονα αυτή την φορά. Οι αισθήσεις του πάγωσαν μόνο η όραση του λειτουργούσε, δεν αισθάνονταν τίποτα άλλο γύρω του.
Απέναντι του σε μια απόσταση περίπου τριάντα μέτρων έβλεπε μια οπτασία, μια γυναικεία οπτασία. Ήταν όπως την είχε γνωρίσει πανέμορφη, ψηλή, ευθυτενής, αγέρωχη. Τα μαύρα μακριά μαλλιά της κυμάτιζαν ελαφρά, τον κοίταζε με εκείνα τα υπέροχα, αμυγδαλωτά μάτια με τις πρασινωπές αποχρώσεις που τον είχαν σημαδέψει για πάντα. Ο Αλφρέδο την κοιτούσε αποσβολωμένος δίχως την αίσθηση του χρόνου. Ξαφνικά η οπτασία της κινήθηκε γρήγορα προς το μέρος του. Σήκωσε τα χέρια του θέλοντας να την αγκαλιάσει. Εκείνη στάθηκε σε μια μικρή απόσταση και με το χέρι της τον κάλεσε να την ακολουθήσει. Την είδε να κινείται προς τις σκάλες εξόδου, μετά την έχασε από τα μάτια του. Άρχισε να τρέχει σαν αλλοπαρμένος προς την έξοδο του σταθμού. Αφηρημένος διέσχισε τρέχοντας τον κεντρικό δρόμο που περνάει εμπρός από τον σταθμό. Ένα αυτοκίνητο φρέναρε απότομα και σταμάτησε χωρίς να τον ακουμπήσει ενώ αυτός συνέχισε να τρέχει. Δεν την έβλεπε πουθενά, στάθηκε ακίνητος, η καρδιά του χτυπούσε σαν τρελή, από το στόμα του έβγαινε πηκτός αχνός, στο μυαλό του επικρατούσε σύγχυση. Γύρισε και κοίταξε απέναντι προς τον σταθμό. Ο βοριάς είχε μαλακώσει και τα σύννεφα είχαν φύγει δίνοντας την θέση τους στον παιχνιδιάρη μαρτιάτικο ήλιο. Με τις πορτοκαλί έντονες ακτίνες του έλουζε τα πολύχρωμα βιτρό της οροφής δημιουργώντας μια πανδαισία χρωματικών μείξεων μέσα και έξω από τον σταθμό. Για ακόμη μια φορά άρχισε να την ψάχνει στριφογυρίζοντας γύρω από τον εαυτό του. Δεν φαίνονταν πουθενά, έβλεπε μόνο τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν γρήγορα τον δρόμο και τους ανθρώπους που μπαινοέβγαιναν στον σταθμό.
- Ένα χρόνο τώρα παρακαλούσα να σε δω έστω για μια στιγμή στα όνειρα μου, να νοιώσω πως είσαι πλάι μου. Μάταια ικέτευα όλο αυτόν τον καιρό. Σήμερα όμως σε είδα μπροστά μου. Ήρθες φως μου από τον τόπο που στο διάβα του δεν έχει γυρισμό; Είναι δυνατόν ή μήπως αγάπη μου άρχισα να χάνω τα λογικά μου;
Δεν πρόλαβε να σκεφτεί τίποτα άλλο, πρώτα άκουσε έναν εκκωφαντικό θόρυβο αμέσως σχεδόν δυο ακόμα, σαν κανονιές. Ένα έντονο κάψιμο στο πόδι τον έριξε στο πεζοδρόμιο. Τρεις τρομακτικές εκρήξεις είχαν συγκλονίσει τον σταθμό. Καπνοί και σκόνη αναδύονταν από τις εισόδους και την οροφή του σιδηροδρομικού σταθμού. Τα ωστικά κύματα των εκρήξεων αιματοκύλησαν τον σταθμό και προκάλεσαν ζημιές σε μεγάλη απόσταση.
- Παναγιά μου, ούρλιαξε και από την αγωνία δάγκωσε δυνατά τα χείλη του.
Ευτυχώς ο ίδιος είχε χτυπήσει ελαφρά μόνο στο πόδι από την τζαμαρία μιας παλιάς αποθήκης που έγινε θρύψαλα δεχόμενη το ωστικό κύμα της πρώτης έκρηξης.
Μια ζεστή αύρα τον χάιδεψε στο πρόσωπο. Ο Αλφρέδο σήκωσε το κεφάλι του, εκείνη στεκόταν και πάλι μπροστά του, αέρινη οπτασία. Τον κοιτούσε με μάτια υγρά. Από το σοκ της έκρηξης και της εμφάνισης της τα είχε χάσει δεν μπορούσε να της μιλήσει. Η Πενέλοπε του, λες και βεβαιώθηκε πως είναι καλά σήκωσε το χέρι της και του έστειλε ένα φιλί, ένοιωσε την θέρμη του. Ύστερα σαν κινηματογραφικό πλάνο που μακραίνει αργά, έφυγε από κοντά του. Ακίνητος την κοιτούσε να απομακρύνεται, μάταιο να τρέξει πίσω της.
Ένα δάκρυ κύλησε στο δεξί του μάγουλο, δάκρυ χαράς. Ναι, ήταν σίγουρος είχε έρθει για αυτόν, τον τράβηξε έξω, τον έσωσε. Μέσα του, στην επιφάνεια, δυο αντίρροπα συναισθήματα παρόντα, χαρά για την σωτηρία του αλλά και ανησυχία για το τι είχε συμβεί μέσα στο σταθμό.
Όμως βαθειά μέσα του ένοιωθε λυτρωμένος γιατί εκείνη όλο αυτόν τον καιρό ήταν δίπλα τους, ζούσε κάθε λεπτό μαζί τους, πονούσε όπως αυτός και σήμερα ένα χρόνο μετά τον αποχωρισμό τους του έδωσε την ευκαιρία να συνεχίσει να ζει, να μεγαλώσει τα παιδιά τους.
Θυμήθηκε το όραμα στο παιδικό δωμάτιο. Όλα ταίριαζαν τώρα πια. Η σιδηροδρομική γραμμή, το ματωμένο τούνελ, η πορτοκαλί αυγή. Ήταν βέβαιος, η Πενέλοπε ήρθε για να τον σώσει ακόμα και αν την περίμενε η χειρότερη δοκιμασία στην χώρα των ψυχών.
- Αγάπη μου, της φώναξε και ο ήχος πλέχτηκε με τους σκληρούς ήχους των τραγικών στιγμών.
Κόλαση επί της γης, κόλαση του Δάντη, σκηνές φρίκης και πανικού, πόνος, αίμα, κραυγές απόγνωσης, απαρηγόρητες ανθρώπινες φιγούρες. Έξω από τον σταθμό εκατοντάδες άνθρωποι έτρεχαν πανικόβλητοι, αλλόφρονες προς όλες τις κατευθύνσεις μη γνωρίζοντας τι ακριβώς έχει συμβεί. Αργότερα θα μάθαιναν πως όλη η χώρα είχε αιματοκυλιστεί.
Ο Αλφρέδο παρά τον πόνο που ένοιωθε στο πόδι του σηκώθηκε και κουτσαίνοντας κινήθηκε προς τον σταθμό. Όσοι δεν είχαν τραυματιστεί σοβαρά έτρεχαν να βγουν έξω από την κόλαση της έκρηξης. Μπήκε στο σταθμό, χάος, ένα συνονθύλευμα καπνού και σκόνης έκαναν την ατμόσφαιρα αποπνικτική. Το δάπεδο γεμάτο από κοφτερά πολύχρωμα κομμάτια γυαλιού από τα κατεστραμμένα βιτρό της οροφής.
Προχώρησε, με δυσκολία έφτασε στην αποβάθρα. Το γρανιτένιο πάτωμα δεν ήταν πια πεντακάθαρο και λαμπερό, σάρκες και αίματα θάμπωναν την λάμψη του. Φρίκη παντού, άνθρωποι νεκροί, κομματιασμένοι μέσα στο τρένο που την ώρα της έκρηξης έμπαινε στο σταθμό. Κόλαση και στην αποβάθρα που πολλοί περίμεναν τον ερχομό του.
Λίγα βήματα μακριά του μια νεαρή γυναίκα πεσμένη στα γόνατα κρατούσε έναν άνδρα. Το πρόσωπο της αιμορραγούσε από μια επιπόλαια πληγή στο μέτωπο, μια γραμμή αίματος είχε τραβήξει τα ίχνη της μέχρι τον λαιμό της. Στο στήθος της κρατούσε σφιχτά το διαμελισμένο σώμα του νεκρού της φίλου. Απαρηγόρητη αναρωτιόταν με κοφτές ανάσες μέσα στο γοερό της κλάμα «Γιατί; γιατί; τι σας φταίξαμε;»
Δίπλα μια γυναίκα γύρω στα πενήντα κουλουριασμένη στο δάπεδο σφάδαζε από τους αφόρητους πόνους στο στομάχι ενώ καλούσε σε βοήθεια στα αγγλικά με όση δύναμη της απέμενε. Οι διασώστες δεν είχαν μπει ακόμα στον σταθμό. Οι σειρήνες τους ούρλιαζαν δαιμονισμένα έξω καθώς τα πληρώματα ασθενοφόρων, πυροσβεστικών και αστυνομικών οχημάτων πλησίαζαν με ταχύτητα. Η γυναίκα ξεψύχησε εμπρός του λίγο πριν φτάσουν.
Πλάι στον πρώτο συρμό ένας έφηβος ήταν πεσμένος, στο χέρι του κρατούσε ένα κινητό. Τον πλησίασε, ανέπνεε ακόμα, όμως ένα μεταλλικό θραύσμα ήταν καρφωμένο βαθιά στο ξανθό του κεφάλι. Κομμάτια σάρκας και αίμα που κυλούσαν από το τραύμα είχαν δημιουργήσει μια πηκτή βαθυκόκκινη λίμνη. Ήταν άσχημο τραύμα ο Αλφρέδο πόνεσε πολύ βλέποντας την κατάσταση του. Έσκυψε, του έπιασε θερμά το χέρι και σαν γονιός του είπε στοργικά,
- Κουράγιο αγόρι μου όλα θα πάνε καλά.
Ο έφηβος τον κοίταξε, δεν μίλησε όμως το βλέμμα του ήταν ήρεμο, γαλήνιο, γεμάτο από αγάπη. Αισθάνθηκε πως τον ευχαριστούσε ίσως επειδή του κράταγε με ζεστασιά το χέρι όπως ακριβώς θα έκανε ο δικός του πατέρας αν βρίσκονταν πλάι του αυτήν την στιγμή του ύστατου αποχωρισμού.
Τα άδολα γαλανά του μάτια πριν λίγο ήταν γεμάτα ζωή. Τώρα ανοικτά, ασάλευτα την αποχαιρετούσαν, μαζί της και τα χρόνια που δεν έζησε, τα όνειρα που έπλασε. Τώρα κοιτούσαν το άπειρο, κάπου εκεί που προϋπάρχει ο πανάγαθος δημιουργός αυτός ο μεγάλος άγνωστος που τόσο πολύ οι άνθρωποι εκμεταλλεύονται την αφανή παρουσία του ώστε να επιτύχουν τους ιδιοτελής σκοπούς τους.
Πριν δέκα λεπτά στεκόταν στην αποβάθρα της Σάντα Εουχένια. Ήταν ο Ίστο ένας Φιλανδός μαθητής που ταξίδευσε λίγες μέρες πριν από την μακρινή, παγωμένη χώρα των χιλίων λιμνών για να συμμετάσχει σε ένα πρόγραμμα σχολικής ανταλλαγής. Πνεύμα νεανικό, ανήσυχο, ανοικτό. Πονούσε μαζί με τους αδυνάτους, μάχονταν και περιφρονούσε τους ισχυρούς αυτού του κόσμου. Πίστευε στην ειρηνική συνύπαρξη των λαών, πίστευε στην δικαιοσύνη.
Όλα αυτά μέχρι πριν δέκα λεπτά όταν κάποιοι «πιστοί» που αγίασαν τα μέσα για τον ανίερο σκοπό τους έκοβαν βίαια το νήμα της ζωής του, τόσο νωρίς, τόσα άδικα.

‘‘Γαλήνιος κοιτούσε εκεί, στο άπειρο, προς το Θεό, χαρίζοντας του αυτό που ποτέ πια δεν θα ζωγραφίζονταν στα ανοιξιάτικα, νεανικά του χείλη, το στερνό γλυκό χαμόγελο της νιότης του’’

ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΑ ΘΥΜΑΤΑ ΤΩΝ ΑΔΙΚΩΝ ΕΠΙΘΕΣΕΩΝ ΠΟΥ ΣΥΜΒΑΙΝΟΥΝ ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΑΝΘΡΩΠΟΤΗΤΑ ΑΠΟ ΚΑΘΕ ΧΡΩΜΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΕΥΩ.

ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ ΑΥΤΟ ΕΙΧΕ ΩΣ ΑΦΕΤΗΡΙΑ ΚΑΙ ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΣΗ ΠΟΥ ΣΥΝΕΒΕΙ ΣΤΗΝ ΙΣΠΑΝΙΑ ΤΗΝ 11η ΜΑΡΤΙΟΥ 2004

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΒΑΛΜΑΣ ΜΑΪΟΣ 2008

Δευτέρα, Ιανουαρίου 12, 2009

Ο Πλοηγός Του Απείρου




είναι ανεξακρίβωτες οι προθέσεις του
καθώς σιωπηλός μας οδηγεί
πέρα από τις γνωστές θάλασσες
πλοηγός του απείρου
με πρόσωπο σκοτεινό

έχουν πολλά να εξερευνήσουν
τα τυφλά μας μάτια
τα μυστικά της άλλης όχθης
τι κρύβεται πέρα από την αγάπη
πώς από μαύρο πυρήνα
εκσφενδονίζεται ακέραιο το φως

ο δικός του ουρανός
είναι μια έρημος με υπόγεια νερά
ένας ανεξερεύνητος γαλαξίας
όπου καίγονται οι ψυχές σαν άστρα

Τόλης Νικηφόρου
Αναδημοσίευση απο http://ploigos-tou-apeirou.blogspot.com/

Τετάρτη, Ιανουαρίου 07, 2009

Την τελευταία της πνοή άφησε η τραγουδίστρια Μαρία Δημητριάδη



Αθήνα
Την τελευταία της πνοή άφησε τα ξημερώματα η σπουδαία τραγουδίστρια Μαρία Δημητριάδη. Νοσηλευόταν στον «Ευαγγελισμό» προκειμένου να αντιμετωπίσει σπάνια πνευμονική νόσο.

Η Μαρία Δημητριάδη διέθετε μια ζεστή και ιδιαίτερη φωνή, με μεγάλο ερμηνευτικό εύρος.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 ερμήνευσε έργα όπως ο Ήλιος ο πρώτος του Γιάννη Μαρκόπουλου, σε ποίηση του Οδυσσέα Ελύτη, ενώ ακολούθησαν ερμηνείες έργων του Μίκη Θεοδωράκη και του Θάνου Μικρούτσικου.

Τη δεκαετία του 1980 ερμήνευσε διαφορετικά έργα όπως Μάνο Χατζιδάκι (Για την Ελένη, σε στίχους Μιχάλη Μπουρμπούλη) αλλά και Στέφανο Κορκολή (Το μαγικό κλειδί το 1987).

Το 1996 έκανε μια προσπάθεια επιστροφής στο τραγούδι με έναν ροκ δίσκο, «Το αύριο», παραγωγή του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Ήταν μία προσπάθεια επανόδου στο τραγούδι έπειτα από αρκετά χρόνια ηθελημένης απουσίας που έγινε κυρίως, όπως έλεγε η ίδια, για να μεγαλώσει το γιο της Στέργιο, από το γάμο της με τον Ανδρέα Μικρούτσικο.

Η Μαρία ΔΗμητριάδη διατέλεσε δημοτικός σύμβουλος στον Ταύρο τη δεκαετία του '70.

«Με τη στάση ζωής της, με τις επιλογές της, με τα τραγούδια που ερμήνευσε σε στίχους μεγάλων ποιητών, όπως του Γ.Ρίτσου, Ν.Χικμέτ, Βλ.Μαγιακόφσκι, στρατεύτηκε στις αγωνίες, στις ανησυχίες, στους αγώνες του λαού μας. Η παρουσία της και η πορεία της στο ελληνικό τραγούδι συνέβαλε στο να έρθουν σε επαφή και οι νέες γενιές με το επαναστατικό τραγούδι» ανέφερε σε ανακοίνωσή του το Κ.Σ. της ΚΝΕ.

Συλλυπητήριο μήνυμα στην οικογένεια της Μαρίας Δημητριάδη απέστειλε η πολιτική εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ για θέματα Πολιτισμού, Μαρία Δαμανάκη.

«Με αισθήματα βαθειάς συγκίνησης πληροφορηθήκαμε πως η Μαρία Δημητριάδη έφυγε πρόωρα από κοντά μας. Η φωνή της - ένα από τα ακλόνητα σύμβολα του αντιδικτατορικού αγώνα και των νεανικών μας χρόνων - θα μείνει για πάντα ζωντανή στις καρδιές εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων. Η Μαρία Δημητριάδη έζησε και έφυγε με διακριτικότητα και αξιοπρέπεια. Υπήρξε μια σεμνή και άξια καλλιτέχνιδα όσο και δυναμική αγωνίστρια της Δημοκρατίας».

Συλλυπητήρια στην οικογένεια της Μαρίας Δημητριάδη απέστειλε ο Σπυρος Λυκούδης εκ μέρους του ΣΥΝ, τονίζοντας:

«Η Μαρία Δημητριάδη, η σπουδαία κα αυθεντική ερμηνεύτρια των τραγουδιών της καρδιάς μας και των ονείρων μας, η συναγωνίστριά μας στο αντιδικτατορικό κίνημα και πάντα παρούσα στους δημοκρατικούς αγώνες δεν είναι πια κοντά μας. Η θλίψη μας είναι μεγάλη. Εκφράζουμε τα συλλυπητήριά μας στους δικούς της».

Το ΠΑΜΕ με τη σειρά του εξέφρασε με ανακοίνωσή του τη θλίψη των μελών του και τα συλλυπητήριά τους στην οικογένεια της τραγουδίστριας.

«Η Μαρία Δημητριάδη μπορεί να έχασε τη μάχη για τη ζωή, αλλά θα είναι παρούσα με την αγωνιστική της φωνή σε όλους τους λαϊκούς - εργατικούς αγώνες που έρχονται για την κατάκτηση όλων εκείνων που με το τραγούδι της απαίτησε για τους εργαζόμενους, για τη νέα ζωή σε μια νέα κοινωνία χωρίς εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο».

Πηγή: Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ
http://www.in.gr/news/article.asp?lngEntityID=973187&lngDtrID=253

Πέμπτη, Ιανουαρίου 01, 2009

Τόλης Νικηφόρου, παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Ιωάννη Τσιουράκη Ήχος Πλάγιος. Μόνος

Παρουσίαση της ποιητικής συλλογής του Ιωάννη Τσιουράκη
Ήχος Πλάγιος. Μόνος http://hxosplagiosmonos.blogspot.com/
Βιβλιοπωλείο Μαλλιάρης Παιδεία την Παρασκευή, 28.11.2008


Όπως γνωρίζουν πολλοί από σας, ιδίως οι νεώτεροι, τα τελευταία χρόνια παρουσιάζεται μια μεγάλη ποιητική δραστηριότητα στο διαδίκτυο. Θα την ονόμαζα «άνθηση» παρά τα αναπόφευκτα μειονεκτήματά της. Κυρίως μια ευκολία και μια προχειρότητα που προάγεται από το ίδιο το μέσο και από την ανωνυμία. Είναι όμως πολύ ευχάριστο να βλέπεις ηλεκτρονικά λογοτεχνικά περιοδικά, ιστότοπους παλιών και νέων ποιητών, προσωπικά ιστολόγια και διαφόρων ειδών ανθολογίες με σημαντική συμμετοχή ποιητών και φίλων της ποίησης. Με δημοσίευση νέων ποιημάτων, που μερικές φορές συνδυάζονται με εικόνες, πίνακες ζωγραφικής και μουσική, με ανταλλαγή απόψεων, συζητήσεις, κριτικές…. Ανάμεσα στα χιλιάδες ιστολόγια, τα περίφημα blogs, υπάρχουν και μερικές δεκάδες ποιητικά, τα οποία έχω την αίσθηση ότι αυξάνονται συνεχώς. Αυτό, κατά τη γνώμη μου, είναι καλό γιατί δίνεται μια διέξοδος στις δημιουργικές ανησυχίες και γιατί μέσα από την πληθώρα, μέσα από τον σωρό, όπως πάντοτε συμβαίνει, ξεχωρίζουν τα ωραία ποιήματα και οι πραγματικά αξιόλογες προσπάθειες.

Τυχαίνει έναν ποιητικό ιστότοπο και ένα ιστολόγιο να έχει η Κατερίνα Καριζώνη αλλά και εγώ. Πιθανότατα και αρκετοί από σας. Ο ιστότοπός μου δημιουργήθηκε πριν μερικά χρόνια, το ιστολόγιο τον περασμένο Ιούνιο. Σερφάροντας λοιπόν στο διαδίκτυο, κατά το κοινώς λεγόμενο, ανακάλυψα πριν από τρεις μήνες περίπου το ιστολόγιο του Ιωάννη Τσιουράκη Ήχος Πλάγιος. Μόνος …Το ομώνυμο δηλαδή ιστολόγιο με την ποιητική συλλογή που παρουσιάζουμε σήμερα.

Από την πρώτη στιγμή μου έκανε εντύπωση η ειλικρίνεια και η σοβαρότητα του νέου ποιητή. Αλλά και ένας άκρατος ρομαντισμός, μια κυρίαρχη μελαγχολία. Όπως υποδηλώνεται και από τον τίτλο του βιβλίου του, μια μοναξιά. Λίγο αργότερα, είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω από κοντά σε μια εκδήλωση στην Κεντρική Βιβλιοθήκη και να διαβάσω το καλαίσθητο βιβλίο του.

Θα πρέπει να πω ότι δεν μου αρέσει να κρίνω τον πόνο, την αγωνία, το αίμα του άλλου. Μπορώ όμως να εκφράσω τις εντυπώσεις μου και τη γνώμη ενός απλού αναγνώστη του βιβλίου.
Αν και ο Ιωάννης Τσιουράκης γεννήθηκε στο Βέλγιο, νομίζω ότι είναι νησιώτης, κατάγεται από τη Σάμο και βρίσκεται ως μέτοικος στη Θεσσαλονίκη. Ίσως το γεγονός αυτό να εξηγεί σε ένα βαθμό και τα συναισθήματά του. Ο ποιητής μιλάει συχνά για τη θάλασσα, για πλοία και νεκρούς ναυτικούς, για τα καράβια που φεύγουν, για λιμάνια, για άγκυρες, κάβους, ταξίδια και ναυάγια. Ίσως πάλι αυτό να είναι απλώς ένα πρόσφορο μέσο για να εκφράσει τη γενικότερη ψυχική του κατάσταση.

Εκείνο που είναι κυρίαρχο είναι το ερωτικό στοιχείο, η ερωτική διάψευση και η απογοήτευση. Τι πιο φυσικό για έναν νέο! Και ακόμη πιο φυσικό για έναν νέο ποιητή. Η ποίηση είναι ένα ερωτικό φαινόμενο, και η διάψευση μια βεβαιότητα στο ερωτικό φαινόμενο. Όλοι οι έρωτες είναι για πάντα και όλοι οι έρωτες έχουν ημερομηνία λήξης. Συνήθως σύντομη. Έτσι, η επόμενη βεβαιότητα είναι ότι ένας νέος έρωτας θα διαλύσει τις ομίχλες του προηγούμενου. Αυτό όμως δεν το ξέρει ακόμα ο Ιωάννης Τσιουράκης ή μάλλον δεν αφήνει τον εαυτό του να το συνειδητοποιήσει.

Ας αρχίσουμε όμως από την αρχή. Ο νέος ποιητής είναι ένας τρυφερός και ευαίσθητος άνθρωπος. Έχει πολλή αγάπη μέσα του. Αγαπάει το παιδιά και την αθωότητά τους. Νοσταλγεί τη δική του αθωότητα.

Οι ήχοι, λέω, όταν πλαγιάσουν πολύ από τον άνεμο,
παύουν να είναι ήχοι.
Γίνονται μικρά κορδόνια να μπορούν τα παιδιά να
κρατούν τα κόκκινα μπαλόνια
στο Λούνα Παρκ.
Να κρατούν το πλαστικό φορτηγάκι τους
καθώς τρέχουν στον δρόμο ..
Να συγκρατούν ένα παπούτσι επάνω στο πόδι
καθώς εκείνο βρίσκεται σε γρήγορο βηματισμό.
Κι εγώ πλάγιασα.

Σας διάβασα τους πιο χαρακτηριστικούς ίσως στίχους της συλλογής που βρίσκονται και στο οπισθόφυλλο του βιβλίου. Αμέσως μετά ακολουθεί η επίκληση στην αγαπημένη του. Και αμέσως μετά η πλήρης απογοήτευση και η παραίτηση.

Μάταιο να περνάς απ’ το σπίτι
δεν έχω τίποτα να σε φιλέψω
απόμειναν άδεια ντουλάπια
απλήρωτοι λογαριασμοί
δίχως ρεύμα, οι συσκευές δεν δουλεύουν
δυο φέτες μονάχα ψωμί μουχλιασμένες
μαρτυρούν
πως μόνο υγρασία υπάρχει σε τούτο το σπίτι.

Κι όμως η αγαπημένη του είναι διαρκώς παρούσα. Είτε την επιζητεί είτε την αποκρούει, είτε την επιθυμεί είτε την αρνείται, είτε την εκθειάζει είτε την στιγματίζει. Της μιλάει άμεσα, σε δεύτερο πρόσωπο.

Σε λίγο θα έχεις φύγει
το ρούχο σου ριγμένο στη καρέκλα θα μείνει
το άρωμα σου στον χώρο
θα προδίδει την εδώ παρουσία σου
η μοναξιά θα ντυθεί την ύπαρξή σου
δίπλα μου θα πλαγιάσει
κι έτσι επιρρεπής που είμαι
θα τη δεχτώ
κι όταν το ρούχο της δίπλα στο δικό σου θ’ αφήνω
θα ψελλίσω τ’ όνομά σου.

Κι ακόμη

Σε νοσταλγώ με το πάθος, απόψε
του μελλοθάνατου
μ’ ένα λουλούδι στο χέρι
με τη γεύση του ονόματός σου στα χείλη
για καλημέρα.

Το όλο κλίμα του βιβλίου λοιπόν χαρακτηρίζεται από την απογοήτευση και την παραίτηση που ελάχιστα απέχουν από την αυτολύπηση. Και εκείνη ελάχιστα απέχει από τον ναρκισισμό. Πολλή μοναξιά, πολλή ερημιά, πολλά δάκρυα …Ο ποιητής φαίνεται να ταξιδεύει σε μια σχεδόν γαλήνια θάλασσα θλίψης.
Εγώ λοιπόν που έχω τα διπλάσια του χρόνια, θα ρωτούσα τον Ήχο Πλάγιο. Μόνο : «δεν είναι λίγο νωρίς για να πλαγιάσει; Δεν είναι λίγο νωρίς για να γεράσει; Δεν υπάρχει και ομορφιά σ’ αυτόν τον κόσμο, δεν υπάρχει αθωότητα, δεν υπάρχει έρωτας και αγάπη; Δεν υπάρχει το πάθος της δημιουργίας; Και δεν θα άξιζε να μιλήσει κανείς και για όλα αυτά;» Από την άλλη, πρόκειται για ένα πρώτο βιβλίο και ο νέος ποιητής έχει όλη τη ζωή μπροστά να γράψει πάνω σε οποιοδήποτε θέμα τον συγκινεί και με οποιοδήποτε τρόπο επιλέξει.

Από την καθαρά ποιητική άποψη, τα ποιήματα της συλλογής, όπως και η συναισθηματική κατάσταση του ποιητή, παρουσιάζουν πολύ λίγες εξάρσεις. Είναι επαρκή, ικανοποιητικά, συμπαθητικά. Με στιγμές γνήσιας έμπνευσης. Ο Ιωάννης Τσιουράκης επιλέγει να μιλήσει απλά και λιτά και θεωρώ ότι αυτό είναι ένα πολύ θετικό στοιχείο. Αποφεύγει επίσης σε μεγάλο βαθμό τις ψευτοποιητικές λέξεις που κατά κανόνα βρίθουν στα ποιήματα των νέων ποιητών. Όμως μια μεγαλύτερη θεματική ποικιλία νομίζω ότι θα ήταν επιθυμητή.

Συνολικά και κατά τρόπο παράδοξο, μέσα από τη μελαγχολία και τη θλίψη του νέου ποιητή, αναδύεται μια αισιοδοξία. Όχι η χαζοχαρούμενη των ηλιθίων αλλά η αισιοδοξία ότι η ποίηση δεν κινδυνεύει, όπως έγραφα πριν από έξι χρόνια στον Κώστα Κρεμμύδα, τον εκδότη του Μανδραγόρα, με αφορμή την ανθολογία της αόρατης γενιάς, της γενιάς του 1990. Η ποίηση δεν κινδυνεύει για υπάρχουν πολλοί που συνεχίζουν όταν οι άλλοι πετάνε την πετσέτα στο ρινγκ. Η ποίηση δεν κινδυνεύει γιατί αποτελεί μια βαθύτατη ανάγκη του ανθρώπου. Και η ποίηση δεν κινδυνεύει γιατί υπάρχουν νέοι σαν τον Ιωάννη Τσιουράκη, με σοβαρότητα και ειλικρίνεια, με αγάπη, με ταλέντο και με αφοσίωση. Νέοι που, ό,τι και να πούμε εμείς, θα χαράξουν τον δικό τους δρόμο. Σ’ αυτή την ισόβια ανηφορική πορεία προς μια κορυφή που δεν υπάρχει, εύχομαι στον Ιωάννη Τσιουράκη κάθε επιτυχία και κάθε εκπλήρωση.


Τόλης Νικηφόρου


Χαίρομαι ιδιαίτερα που μέσα στο 2008 έτυχε να γνωρίσω τον ποιητή Τόλη Νικηφόρου και επίσης
που μου δόθηκε η ευκαιρία να συμμετέχω σε μια κοινή ομάδα μαζί του.
Για την ακούραστη ενασχόληση του με το διαδίκτυο και την υπέροχη ποιητική ανθολόγηση που
συνεχίζει όλοι οι φίλοι της ποίησης αλλά και οι νέοι που θέλουν να την γνωρίσουν έχουν μια πραγματική
ευκαιρία και του αξίζουν πολλά μπράβο.
Εύχομαι το 2009 να συνεχίσει να μας χαρίζει τέτοιες όμορφες στιγμές ποίησης και η φλόγα της έμπνευσης
να παραμένει άσβεστη στην νεανική του καρδιά.

Σχετικοί δεσμοί για τον ποιητή Τόλη Νικηφόρου:
http://www.nikiforou-poems.gr/gr/index.htm
http://ploigos-tou-apeirou.blogspot.com/
http://dreaming-in-the-mist.blogspot.com/

2009 ΕΥΧΕΣ










ΥΓΕΙΑ, ΕΥΤΥΧΙΑ, ΕΥΖΩΙΑ, ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ
ΥΓΕΙΑ, ΕΥΤΥΧΙΑ, ΕΥΖΩΙΑ, ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ
ΥΓΕΙΑ, ΕΥΤΥΧΙΑ, ΕΥΖΩΙΑ, ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ
ΥΓΕΙΑ, ΕΥΤΥΧΙΑ, ΕΥΖΩΙΑ, ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ
ΥΓΕΙΑ, ΕΥΤΥΧΙΑ, ΕΥΖΩΙΑ, ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ
ΥΓΕΙΑ, ΕΥΤΥΧΙΑ, ΕΥΖΩΙΑ, ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ
ΥΓΕΙΑ, ΕΥΤΥΧΙΑ, ΕΥΖΩΙΑ, ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ
ΥΓΕΙΑ, ΕΥΤΥΧΙΑ, ΕΥΖΩΙΑ, ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ
ΥΓΕΙΑ, ΕΥΤΥΧΙΑ, ΕΥΖΩΙΑ, ΕΠΙ ΤΗΣ ΓΗΣ ΕΙΡΗΝΗ


Φωτογραφίες από Associated Press και Reuters

Τετάρτη, Δεκεμβρίου 31, 2008

Έχεις δυο επιλογές

Τι θα έκανες εσύ; Θα διάλεγες, σίγουρα..
Μην κοιτάξεις για κάτι αστείο σ' αυτό το κείμενο, δεν υπάρχει, μα διάβασέ το.
Η ερώτηση είναι: Θα έκανες την ίδια επιλογή ;

Σε ένα δείπνο, για φιλανθρωπικό σκοπό, ενός σχολείου για παιδιά με ειδικές ανάγκες, ο πατέρας ενός αυτιστικού παιδιού διηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, που δεν θα την ξεχάσει κανείς απο όσους την άκουσαν εκείνη τη μέρα.

Μετά την τελετή, έκανε μια ερώτηση.
"Όταν η φύση δεν παρεμποδίζεται απο εξωτερικές επιρροές, όλα γίνονται τέλεια.
Ακόμα ο γιος μου, ο Shay, δεν μπορεί να μάθει τα πράγματα όπως τα άλλα παιδιά. Δεν μπορεί να καταλάβει τα πράγματα όπως τα άλλα παιδιά. Πού είναι η φυσική τάξη των πραγμάτων στο γιο μου;"

Όλοι στην αίθουσα αναρωτιόνταν σιωπηλά και γεμάτοι απορία.
Ο πατέρας συνέχισε.

"Όταν ένα παιδί σαν τον Shay που είναι πνευματικά ανάπηρο, έρχεται στη ζωή, η ευκαιρία να καταλάβεις την αληθινή ανθρώπινη φύση είναι, το πώς οι υπόλοιποι άνθρωποι θα συμπεριφερθούν σ' αυτό το παιδί."
Και αφηγήθηκε την παρακάτω ιστορία, που θα σας παρακαλέσω θερμά να διαβάσετε μέχρι το τέλος της..

Ο Shay κι εγώ, περάσαμε έξω απο ένα πάρκο, όπου κάποια αγόρια που γνώριζαν τον Shay, έπαιζαν μπέιζμπολ.
Ο Shay με ρώτησε, "μπαμπά, νομίζεις ότι θα μ' αφήσουν να παίξω μαζί τους;"
Εγώ ήξερα ότι τα περισσότερα αγόρια, δεν θα ήθελαν κάποιον σαν τον Shay στην ομάδα τους.
Μα ήξερα, και καταλάβαινα σαν πατέρας, ότι αν του δινόταν η ευκαιρία να παίξει, θα του έδινε πολύ μεγάλη χαρά και επίσης ένα αναγκαίο αίσθημα ένταξης, μαζί με κάποια εμπιστοσύνη που θα γινόταν αποδεκτός από τα άλλα παιδιά, παρά την αναπηρία του.
Πλησίασα λοιπόν ένα απο τα παιδιά, και το ρώτησα χωρίς βέβαια να περιμένω και πολλά, αν ο Shay θα μπορούσε να παίξει μαζί τους.
Το αγόρι κοίταξε γύρω του σαν να ζητούσε κάποια υποστήριξη, μα στο τέλος απάντησε, "χάνουμε έξι γύρους, και το παιχνίδι είναι στον όγδοο γύρο. Γιατί όχι, μπορεί να παίξει στην δική μας ομάδα, και θα προσπαθήσουμε να τον βάλουμε να παίξει στον επόμενο γύρο, να αποκρούσει τις βολές αν το θέλει.
Ο Shay πήγε με δυσκολία μέχρι τον πάγκο της ομάδας, για να φορέσει την μπλούζα της ομάδος. Τον παρακολουθούσα με μάτια δακρυσμένα και μια θέρμη στην καρδιά μου.
Τα αγόρια της ομάδας, είδαν την χαρά μου, που τον αποδέχτηκαν στην ομάδα τους.

Στο τέλος του όγδοου γύρου, η ομάδα του Shay νικούσε μερικούς πόντους, αλά ήταν ακόμη πίσω τρείς πόντους για να κερδίσουν τον γύρο.
Στην αρχή του ένατου γύρου, ο Shay έβαλε το γάντι και έπαιξε δεξιά στο γήπεδο.
Αν και οι μπαλιές δεν ήρθαν προς την κατεύθυνσή του, έδειχνε ενθουσιασμένος, δείχνοντας την χαρά του, και μόνο που βρισκόταν εκεί, χτυπώντας όλο χαρά τα χεράκια του.
Το χαμόγελό του ήταν απο το ένα αυτί στο άλλο, όταν με κοίταζε που τον χαιρετούσα απο την εξέδρα.

Προς το τέλος του ένατου γύρου, η ομάδα του Shay πήρε κι άλλους πόντους.
Με δύο παίκτες έξω, και τρείς έξω απο την βάση, οι πιθανότητες να κερδίσει γύρους, ήταν κοντά στην βάση, και ο Shay καθορίστηκε σαν ο επόμενος για να αποκρούσει τις βολές.

Σ' αυτό το κρίσιμο σημείο, αναρωτήθηκα αν θα αφήσουν τον Shay να δοκιμάσει να αποκρούσει, και να χάσουν τις πιθανότητες να κερδίσουν το παιχνίδι.
Για μεγάλη μου έκπληξη, ..τον άφησαν!

Όλοι γνωρίζανε ότι ήταν αδύνατον να χτυπήσει ο Shay την μπάλα, τη στιγμή που δεν ξέρει καν, πώς να κρατήσει κατάλληλα το ρόπαλο, πόσο μάλλον να στοχεύσει την μπάλα.
Εντούτοις, ο Shay πήρε θέση.
Ο αντίπαλος παίχτης, που πετάει την μπάλα, αναγνώρισε ότι η ομάδα του Shay έβαλε την νίκη του παιχνιδιού σε δεύτερη μοίρα, για να δώσουν την ευκαιρία στο παιδί αυτό, να χαρεί αυτήν τη στιγμή, γι αυτό και ήρθε πιο κοντά, προσπαθώντας να τον βοηθήσει να τα καταφέρει ρίχνοντας την μπάλα απαλά στον Shay.

Στην πρώτη προσπάθεια, ο Shay κούνησε αδέξια το ρόπαλο και αστόχησε.
Ο αντίπαλος παίκτης, ήρθε ακόμη πιο κοντά του λίγα βήματα, για να του πετάξει ακόμη πιο απαλά την μπάλα. Ο Shay κούνησε πάλι αδέξια το ρόπαλο, μα αυτή τη φορά βρήκε τυχαία την μπάλα, στέλνοντάς την πολύ κοντά, και μάλιστα σε έναν αντίπαλο.

Το παιχνίδι τώρα, κανονικά θα είχε τελειώσει.
Ο αντίπαλος όμως, σήκωσε την μπάλα, και, ενώ θα μπορούσε να την πετάξει στην πρώτη βάση, βγάζοντας τον Shay έξω απο το παιχνίδι, πέταξε επίτηδες την μπάλα πολύ ψηλά, πάνω απο το κεφάλι του συμπαίκτη του, και μακρυά κι απο τους άλλους συμπαίκτες του.

Όλοι στις εξέδρες, και απο τις δύο ομάδες, άρχισαν να φωνάζουν, "Shay τρέξε στην πρώτη βάση, τρέξε, τρέξε..."
Ποτέ στη ζωή του ο Shay δεν έτρεξε τόσο μακρυά, μα έφτασε στην πρώτη βάση γεμάτος ενθουσιασμό και με ορθάνοιχτα απο χαρά μάτια, κοιτώντας γύρω του απορημένα και σαστισμένα, να καταλάβει τι άλλο πρέπει τώρα να κάνει...

Η εξέδρα συνέχισε τότε, "Shay, τρέξε στη δεύτερη βάση, Shay τρέξε..τρέξε.."
Με την ανάσα κομμένη και άτσαλα, έτρεξε προς τη δεύτερη βάση. Μέχρι όμως να φτάσει ο Shay στη δεύτερη βάση, ο δεξιός αντίπαλος είχε ήδη πιάσει την μπάλα.
Ήταν ο μικρότερος της αντίπαλης ομάδας, και είχε πλέον όλη την ευκαιρία, να γίνει ο ήρωας της ομάδας του.
Θα μπορούσε να πετάξει την μπάλα στον συμπαίκτη της δεύτερης βάσης, όπου θα έβγαζε έξω τον Shay, μα κατάλαβε τις προθέσεις του συμπαίκτη του που έριχνε τις βολές, και την έριξε ψηλά, πρός τον συμπαίκτη της τρίτης βάσης.

Ο Shay έτρεξε πρός την τρίτη βάση σαν ξετρελαμένος, καθώς οι παίκτες της ομάδας του
έτρεξαν κι εκείνοι προς τη βάση.
Όλοι φωνάζαμε, "Shay, Shay, Shay!!!"

Ο Shay έφτασε στην τρίτη βάση, αλά με την κρυφή βοήθεια του αντίπαλου παίχτη της τρίτης βάσης, ο οποίος σταμάτησε να τρέχει να προλάβει την μπάλα, για να δείξει στον Shay την σωστή κατεύθυνση, το πού ήταν η τρίτη βάση, λέγοντάς του "απο δώ, απο δώ Shay.."
Καθώς ο Shay πέρασε απο την τρίτη, τα αγόρια και των δύο ομάδων και οι θεατές στις εξέδρες, ξεσηκώθηκαν φωνάζοντας "Shay, τρέξε στη βάση ένα τώρα, τρέξε στη βάση ένα.."
Ο Shay έφτασε στη βάση, πάτησε στον βατήρα, κερδίζοντας το παιχνίδι, και όλοι τον ζητωκραύγασαν σαν τον ήρωα, που βοήθησε να νικήσει η ομάδα.

Εκείνη την ημέρα, συνέχισε με δάκρυα ο πατέρας, τα αγόρια και απο τις δύο ομάδες, και ο κόσμος στις εξέδρες, βοήθησαν να φέρουν ένα κομμάτι αληθινής αγάπης και ανθρωπιάς σ' αυτόν τον κόσμο, να δώσουν χαρά σε μια ψυχούλα, που τόσο την λαχταρούσε και που τόσο την είχε ανάγκη.

Ο Shay δεν τα κατάφερε μέχρι το επόμενο καλοκαίρι, πέθανε εκείνο τον χειμώνα, χωρίς όμως να ξεχάσει ποτέ, πώς ήταν ο "ήρωας" που με έκανε τόσο χαρούμενο εκείνη την ημέρα, και την χαρά που έδωσε στην μητέρα του, και που με δάκρυα αγκάλιασε τον μικρό της ήρωα σαν πήγαμε σπίτι.

Και τώρα, ..κυρίες, ...κύριοι, ...ο επίλογος..

Υπάρχουν χιλιάδες ανέκδοτα που στέλνονται δια μέσου internet, χωρίς δεύτερη σκέψη.
Μα όταν πρόκειται για ιστορίες που έχουν να κάνουν με επιλογές ζωής, οι άνθρωποι διστάζουν.
Το ακατέργαστο, το χυδαίο, και συχνά άσεμνο, περνάει ελεύθερα μέσω του κυβερνοχώρου, αλλά η δημόσια συζήτηση για την ευπρέπεια, πάρα πολύ συχνά καταστέλλεται, ακόμη και στα σχολεία η και τους εργασιακούς χώρους μας.

Εάν σκέφτεσαι να προωθήσεις αυτό το κείμενο, πιθανότατα θα κάνεις ίσως επιλογή, στα άτομα στα οποία θα το στείλεις.
Θεωρώ προσωπικά πως ανήκω στα άτομα, που πιστεύουν πως μπορούν να κάνουν τη διαφορά.
Όλοι έχουμε χιλιάδες ευκαιρίες στην καθημερινή μας ζωή, να καταλάβουμε την φυσική τάξη των πραγμάτων.
Τόσες πολλές, φαινομενικά τετριμμένες αλληλεπιδράσεις μεταξύ δύο ανθρώπων, μας δίνουν μια επιλογή:
Περνάμε κατά μήκος ενός μικρού σπινθήρα αγάπης και ανθρωπιάς;
ή παραβλέπουμε κάθε ευκαιρία, αφήνοντας αυτόν τον κόσμο ακόμη πιό κρύο;

Ένας σοφός είπε κάποτε, "κάθε κοινωνία κρίνεται, από το πώς μεταχειρίζεται τους πιό αδύναμους ανάμεσά της"

Τώρα έχεις δύο επιλογές για το κείμενο που διάβασες..
Διαγραφή, δηλαδή δεν του δίνεις σημασία, ή..
Προώθηση, δηλαδή, αναδημοσίευσέ το...

Να έχεις μια χαρούμενη ημέρα, να έχεις μια "Shay day!"
Κάνε το σωστό, προώθησέ το, δώσε μια ακόμη μικρή ελπίδα στο να καλυτερέψει ο κόσμος μας, να γίνει πιο ανθρώπινος, πιο συμπονετικός, πιο αγνός..

...και, χαμογέλα!!! ...μας παρακολουθούν παιδιά.


Μου ήρθε μέσω email και δίχως δεύτερη σκέψη το ανέβασα εδώ αλλά και το προώθησα σε φίλους.

Καλή χρονιά με πολύ πολύ ανθρωπιά.

Παρασκευή, Δεκεμβρίου 26, 2008

ΧΡΟΝΙΑ ΣΟΥ ΠΟΛΛΑ

Αυτόν τον καιρό τον σύγχρονο καιρό υπάρχει ανάμεσα μας ένα μικρό κοριτσάκι που ζει με την υπέροχη οικογένεια της κάπου στην Ελλάδα.
Αυτά τα Χριστούγεννα όπως και πολλά - πολλά επόμενα θα χαίρεται τέτοιες γιορτινές μέρες με τους αγαπημένους της κόντρα στις προβλέψεις της επιστήμης, κόντρα στην απαισιοδοξία και την μιζέρια που υπάρχει στον κόσμο μας.
Γιατί; Γιατί απλά αυτό το παιδί έχει την θέληση να ζήσει, να παίξει, να μεγαλώσει, να φτάσει τα αδέρφια να σκαρφαλώσει στην θέση του μπαμπά και της μαμάς και όταν έρθει η ώρα να γίνει και αυτή ένας υπέροχος γονέας με τεράστια αποθέματα αγάπης, υπομονής και επιμονής ακριβώς σαν τους δικούς της.
Το όνομα της ΛΥΔΙΑ.

ΧΡΟΝΙΑ ΣΟΥ ΠΟΛΛΑ ΑΓΓΕΛΟΥΔΙ.


ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗΝ ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΤΗΣ ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΖΩΗ

http://lydia-tigria.blogspot.com/

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 25, 2008

ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ


ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ. ΑΓΑΠΗ ΣΤΙΣ ΚΑΡΔΙΕΣ ΜΑΣ




ΣΑΣ ΑΦΙΕΡΩΝΩ ΤΑ ΔΥΟ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΑ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΛΠΙΔΑ
ΠΩΣ ΚΑΠΟΤΕ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΜΑΣ ΘΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΓΙΑΤΙ ΠΡΩΤΑ ΘΑ ΕΧΟΥΜΕ
ΑΛΛΑΞΕΙ ΕΜΕΙΣ.

http://tasosv.blogspot.com/2008/12/blog-post.html

http://tasosv.blogspot.com/2007/12/blog-post.html

Κυριακή, Δεκεμβρίου 07, 2008

Το βίντεο της δολοφονίας του Αλέξη




"Eπικίνδυνα έως απαράδεκτα αθώος"

ο καλοκαιρινός μου ίσκιος
μακρύς, λεπτός κι αγέρωχος
ούτε μια μέρα πάνω απ’ τα δεκαοχτώ
αν το παιδί πράγματι είχε πει
ο βασιλιάς είναι γυμνός
μετά την πρώτη έκπληξη
τον πρώτο ίσως θαυμασμό και φθόνο
θα επέπιπτε ως είθισται η εξουσία
με τους λακέδες και τις πόρνες της
να το κατασπαράξει
ως είθισται αιώνες τώρα
καμία έκπληξη λοιπόν
όταν καλείται η αθωότητα να απολογηθεί
καμία έκπληξη όταν δοξάζεται η ατιμία
ούτε ίχνος παραπόνου
γι’ αυτά και τα χειρότερα
να βλέπουμε μονάχα και να ξέρουμε
και να μην επιτρέπουμε την αυταπάτη
και να κρατάμε ακέραια
στο στήθος μας την έκρηξη
ο καλοκαιρινός μου ίσκιος
μακρύς, λεπτός κι αγέρωχος
ούτε μια μέρα πάνω απ’ τα δεκαοχτώ

Τόλης Νικηφόρου

από τη συλλογή
"Την κοκκινόμαυρη
ανεμίζοντας της ουτοπίας", 1997

*αναδημοσίευση του κειμένου της 8/12/2008 από το ιστολόγιο του ποιητή,
"Ενα λιβάδι μέσα στην ομίχλη που ονειρεύεται"
http://dreaming-in-the-mist.blogspot.com/

Το λευκό μπαστούνι....


Το παρακάτω κείμενο είναι του Εξωραιστικού Συλλόγου Μικροχωρίου - Καπανδριτίου Αττικής

" Δεν βλέπω, βλέπεις όμως εσύ. Θέλεις να με βοηθήσεις; Τότε διάβασε τα παρακάτω και να ξέρεις πως αν κάτι θυμάσαι απ' αυτά όταν κάπου, κάποτε τυχαία ή για κάποιο λόγο με συναντήσεις, θα με κάνεις να νιώσω άνετα, δίνοντάς μου αυτό ακριβώς που χρειάζομαι:

1) Μόνο εμείς οι τυφλοί κρατάμε λευκό μπαστούνι και αυτό για να περπατάμε με ασφάλεια, όχι για να ξεχωρίζουμε, να παίζουμε, να μας δείχνουν ή να ζητιανεύουμε.

2) Είμαι ένας συνηθισμένος άνθρωπος, αλλά τυφλός. Μην με μεταχειρίζεσαι σαν παιδάκι. Μεγαλώνω, παίζω, τρέχω, διαβάζω, θυμώνω, σερφάρω, κάνω chat όπως κι εσύ!

3) Πιο εύκολα θα περπατήσω μαζί σου, παρά με το μπαστούνι ή με τον σκύλο μου. Όμως μην με πιάνεις από τον ώμο ή από το μπράτσο. Ασε με να σε πιάσω εγώ. Έτσι θα νιώθω πότε σταματάς, πότε στρίβεις, πότε ανεβαίνεις ή κατεβαίνεις.

4) Μην ρωτάς τον συνοδό μου: "Πώς τον λένε;", "Τι θέλεις να ψωνίσει;",Πού θέλει να πάει;" Ρώτησε εμένα, ξέρω κι εγώ να σου απαντήσω!Χρησιμοποίησε τον κανονικό τόνο της φωνής σου, όπως μιλάς στους άλλους, μίλα και σε μένα!

5) Μην αποφεύγεις τις λέξεις:¨"Βλέπω", "Κοιτάζω", "Τυφλός" κλπ, τις μεταχειρίζομαι κι εγώ! Βλέπω με τα χέρια μου. "Βλέπω" σημαίνει αγγίζω, ακούω, μυρίζω, καταλαβαίνω, αισθάνομαι.

6) Σύστησέ με στους άλλους, ακόμη και στα παιδιά. Θέλω να γνωρίσω ποιος είναι στην τάξη ή στο δωμάτιο μαζί μου. Μίλησέ μου όταν μπαίνεις και πες μου πότε φεύγεις. Με φέρνεις σε μεγάλη αμηχανία αν μ' αφήνεις να μίλάω με κάποιον που δεν είναι κοντά μου.

7) Οδήγησε το χέρι μου σε μια καρέκλα. Πες μου πού είναι η πόρτα στο δωμάτιο το μπάνιο, το παράθυρο κλπ. Κι αν υπάρχουν εμπόδια ή πράγματα στο πάτωμα. Δεν θέλω να κάνω ζημιές, γιατί ΜΠΟΡΩ να μην κάνω ζημιές!

8) Βοήθησέ με διακριτικά στο τραπέζι και πες μου για το φαγητό στο πιάτο μου. Χρησιμοποίησε το πιάτο σαν ρολόι και πες μου σε ποια "ώρα" είναι το κάθε είδος του φαγητού μου. Πχ: "Το κρέας σου είναι στο έξι" Κοίτα το ποτήρι μου να είναι δίπλα στο πιάτο μου και πες μου αν είναι στο δεξί ή στο αριστερό μου χέρι για να το "δω" κκι εγώ όταν το χρειαστώ.

9) Μου αρέσουν οι αθλητικές εκδηλώσεις, το θέατρο και ο κινηματογράφος, φτάνει να με βοηθάς να καταλαβαίνω τι γίνεται διαβάζοντας / περιγράφοντας όσα δεν μπορώ να δω.

10) Μου αρέσουν οι εκδρομές και τα πάρτυ. Πάρε με στην παρέα σου και γνώρισέ μου τους καλεσμένους σου.

11) Ξέρω να συμπεριφέρομαι. αν υστερώ σε κάτι βοήθησέ με. Δεν θέλω τον οίκτο σου, αλλα΄την φιλία σου! Μην μιλάς για την "θαυματουργό αντίληψη" των τυφλών. Μην ξεχνάς οτι όσα έμαθα, είναι αποτέλεσμα σκληρής προσπάθειας και εργασίας!

12) Αν είσαι επρίεργος, θα μιλήσω μαζί σου για το πρόβλημά μου, αλλά όχι μόνο γι αυτό, γιατί για μένα είναι μια παλιά ιστορία! Έχω τόσα άλλα ενδιαφέροντα, χόμπυ και απορίες, όπως κι ΕΣΥ!"

Ας το θυμόμαστε την επόμενη φορά που θα συναντήσουμε έναν συνάνθρωπο μας με προβλήμα όρασης.

Τρίτη, Δεκεμβρίου 02, 2008

Ο Μέγας Ζωγράφος


ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΙΑΤΙΚΟ ΠΑΡΑΜΥΘΙ

Σεπτέμβρης μήνας αλλά η φοβερή ζέστη δεν έλεγε να υποχωρήσει ούτε και τώρα μετά από ένα σκληρό και ιδιαίτερα μακρύ καλοκαίρι που είχε ξεκινήσει πρόωρα κάπου στα μέσα του Απρίλη. Τέσσερις μέρες είχε που μπήκε και ο πρώτος μήνας του φθινοπώρου. Τέσσερις μέρες που ο ήλιος συνέχιζε να πυρώνει ανελέητα τα πάντα, τέσσερις μέρες αφόρητης ζέστης που δυσκόλευαν την ζωή πλουσίων και φτωχών, αδίκων και δικαίων.

Η άσφαλτος, η νησίδα, το φανάρι έβραζαν, αυτή όμως εκεί, ώρες ολόκληρες δεν έφευγε από δίπλα τους. Σώμα ασθενικό, βασανισμένο όπως η ψυχή της. Είχε έρθει πριν μερικές μέρες στην μεγάλη πόλη με τα πολλά σπίτια, με τους μακριούς, φαρδιούς δρόμους και τα αυτοκίνητα που έτρεχαν σαν δαιμονισμένα. Το βράδυ τα έβλεπε από το καμαράκι να σχίζουν με τα δυνατά τους φώτα την σκοτεινιά και να εξαφανίζονται μέσα στην νύχτα πίσω από τα αγριόχορτα του κήπου.
Ο Βασίλι την έφερε σε αυτήν την μεγάλη πόλη. Όσο ζούσε μαζί με την μάνα της στο χωριό ο γεροδεμένος άντρας εμφανίζονταν ξαφνικά σαν φάντασμα. Μόλις την έβλεπε τα αδρά χαρακτηριστικά του προσώπου του αυλακώνονταν από ένα τεράστιο χαμόγελο ενώ τα γερακίσια, γεμάτα δόλο μάτια του δεν σηκώνονταν στιγμή από πάνω της. Έπειτα εξαφανίζονταν δίχως ποτέ να την πλησιάσει ή να της πει κουβέντα, όμως το αποκρουστικό χαμόγελο και η απαίσια μυρωδιά των σωθικών του για ώρες στροβιλίζονταν γύρω από την ύπαρξη της.
Όταν πέθανε η μάνα της, ήρθε ένα πρωινό στο καλυβάκι για να την πάρει μαζί του. Δεν έφερε αντίρρηση, δεν αντιστάθηκε, τον ακολούθησε σιωπηλή, όπως πάντα. Άλλωστε πως θα μπορούσε ένα καχεκτικό, σακάτικο πλάσμα. που δεν είχε ηλικία, φύλλο, όνειρα, δεν είχε χθες ούτε αύριο μέσα στο τρικυμισμένο του μυαλό.
Κάτι δεν πήγε καλά στην γέννα, αυτό άκουσε κάποια φορά που ένας φίλος του πατέρα είχε έρθει στο σπίτι να τον δει. Δεν καταλάβαινε γιατί μιλούσαν όμως εκείνος ο άνθρωπος την κοιτούσε πολύ λυπημένος.
Ένα παγωμένο απόγευμα ο πατέρας δεν γύρισε από την δουλειά, δεν ήρθε ούτε εκείνο το βράδυ ούτε κανένα άλλο να την δει, να της χαϊδέψει τα μακριά κατάμαυρα μαλλιά της. Δεν περνούσε μέρα που να μην τον αναζητήσει, όμως μάταια .
Ένα πρωϊνό η μάνα της με βουρκωμένα μάτια της είπε δείχνοντας με το χέρι προς τον ουρανό, << πήγε εκεί ψηλά>>. Πόσο πολύ ήθελε να πάει και αυτή <<εκεί ψηλά>>.
Ο καιρός περνούσε και ο πατέρας της έλειπε κάθε μέρα και πιο πολύ, η μάνα της ήταν καλή αλλά δεν της χάιδευε ποτέ τα μαλλιά, πάντα ήταν στεναχωρημένη μαζί της.
Γρήγορα έφυγε και εκείνη από κοντά της, <<πήγε ψηλά και αυτή>> της είπαν οι συγχωριανοί γελώντας. Την έδιωξαν για να μπουν στο ρημαγμένο σπίτι κάποιοι άκαρδοι συγγενείς με πολλά παιδιά. Στο χωριό δεν την λυπόταν κανείς, σκληροί άνθρωποι, δίχως συναισθήματα, λαξευμένοι από την πέτρα των βουνών του φτωχού τόπου τους, κοιτούσαν μοναχά την επιβίωση τους. Υπήρχε όμως κάποιος που την ήθελε πραγματικά κοντά του, για τους λόγους του.
Μόνη πια, πεινασμένη σε ένα παρατημένο καλυβάκι λίγο πιο έξω από το χωριό με το χάδι του πατέρα ακόμα στα μαλλιά της, ήρθε και την πήρε ο Βασίλι.
Από την πρώτη στιγμή της φέρθηκε σκληρά αυτή όμως τον ακολουθούσε σκυφτή, κουτσαίνοντας δίχως να βγάλει έστω μια δυνατή κραυγή, το καλύτερο που μπορούσε να κάνει για να δείξει την αντίδραση της. Μέρες μαζί του δεν είχε αντιδράσει σε τίποτα, μόνο όταν ο ξένος πήρε ένα ψαλίδι και άρχισε να της κόβει τα μακριά μαλλιά της επαναστάτησε.
Τίναξε σπασμωδικά τα αδύναμα μέλη της με όση δύναμη της απέμενε μετά από μέρες πείνας. Προσπάθησε να ξεφύγει από τα χέρια του, από το ψαλίδι. Μια δυνατή γροθιά στην πλάτη την έριξε καταγής και ο βάναυσος άντρας εγκλωβίζοντας την ανάμεσα στα μυώδη πόδια του άρχισε να κόβει τα μακριά μαύρα μαλλιά της με άτσαλες ψαλιδιές. Καυτά τα σιωπηλά δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλα της και έπεφταν μαζί με τις μπούκλες στο μουντό, βρώμικο πάτωμα μιας άθλιας γκαρσονιέρας σε μια χώρα φτωχή, δίχως ελπίδα., που φώτιζε ένας μουντός, γκρίζος ήλιος.
Το χάδι του πατέρα έφυγε από πάνω της, δεν ένοιωθε πια τα δυνατά ροζιασμένα από την σκληρή δουλειά δάχτυλα του να την χαϊδεύουν στοργικά.. Χάθηκε μαζί με τα μαλλιά της.
***
Το αυτοκίνητο έτρεχε γρήγορα αφήνοντας πίσω του δέντρα, σπίτια, ανθρώπους, αναμνήσεις….. μεταφέροντας την σε μια ξένη χώρα.
Φθάνοντας στην μεγάλη πόλη ο Βασίλι την έφερε στο καμαράκι. Στο μικρό δωμάτιο ζούσαν ακόμα τέσσερις εξαθλιωμένες ψυχές. Ήταν το άθλιο δωμάτιο ενός μικρού σπιτιού με μια ξεχασμένη αυλή γεμάτη άχρηστα πράγματα και ψηλά ξερά αγριόχορτα πλάι στον μεγάλο δρόμο.
Αργά το ίδιο βράδυ όταν όλοι είχαν κοιμηθεί κοίταξε ψηλά, έξω από το ανοικτό παράθυρο. Προσπαθούσε να δει μήπως εμφανίζονταν ο πατέρας, μήπως έρχονταν να την πάρει μαζί του μακριά από τον ξένο τόπο, μακριά από τον κακό άντρα. Όμως ο ουρανός ήταν θολός δεν φαίνονταν ούτε το φεγγάρι, ο πατέρας της δεν ήρθε.
Το επόμενο πρωί ο Βασίλι τους πήρε όλους και τους οδήγησε με τα πόδια καμιά διακοσαριά μέτρα μακριά σε μια διασταύρωση. Εκείνη δυσκολευόταν πολύ να τους ακολουθεί. Κούτσαινε ασθμαίνοντας ενώ προσπαθούσε να στηριχτεί σε ένα στραβό κομμάτι ξύλο. Ο ήλιος ανηλεής σαν τον δουλέμπορο, έκαιγε το κουρεμένο της κεφάλι.
<<Εδώ θα πηγαίνεις πάνω κάτω και θα ζητάς λεφτά, κατάλαβες;>> της είπε και την ταρακούνησε από την βρώμικη σκισμένη μπλούζα της. Κούνησε το κεφάλι της γεμάτη φόβο.
Η ογκώδης μορφή, αθέατη από τον δρόμο στάθηκε μερικά μέτρα παρακάτω σε μια συστάδα από δέντρα και παρακολουθούσε τους <<πωλητές>> της.
Με αργές ασύγχρονες κινήσεις βάδιζε με τα παραμορφωμένα μέλη της τείνοντας ικετευτικά ένα ντενεκεδάκι από κονσέρβα ντομάτας προς τα αυτοκίνητα. Οι άνθρωποι με κλειστά τα παράθυρα λόγω της αποπνικτικής ζέστης και των καυσαερίων είτε την κοιτούσαν αδιάφορα, μιλούσαν στα τηλέφωνα τους, έπαιζαν με το ραδιόφωνο ή απλώς εκνευρισμένοι κοιτούσαν επίμονα το φανάρι που αργούσε να ανάψει. Πολλές φορές όμως κάποιοι της χαμογελούσαν και άνοιγαν το παράθυρο ρίχνοντας μερικά νομίσματα στο τενεκεδάκι της. Χαίρονταν με τα χαμόγελα τους.
Το βράδυ στο καμαράκι μούσκεμα στον ιδρώτα, εξουθενωμένη από την ζέστη και την αφόρητη μυρωδιά των άπλυτων σωμάτων ξάπλωσε στο βρώμικο πάτωμα. Κάτι παλιοστρώματα που υπήρχαν δεν έφταναν για όλους. Εκείνη την νύχτα δεν μπόρεσε να κοιτάξει στον ουρανό, ήταν αδύναμη, βυθίστηκε αμέσως.
Το επόμενο πρωί ο σεπτεμβριάτικος ήλιος χώθηκε απρόσκλητος στον άθλιο χώρο φωτίζοντας με τις καυτές ακτίνες του τους λιγδιασμένους τοίχους.
<<Από εδώ και πέρα θα πηγαίνεις μόνη σου, το βράδυ θα σε περιμένω εδώ. Αν δεν φέρνεις αρκετά λεφτά δεν θα τρως>> της είπε κατεβάζοντας με ορμή και μίσος την τεράστια παλάμη του στο αγαθό της πρόσωπο ώστε να σφραγίσει την << όμορφη συνεργασία>> τους.
Έφυγε από το σπίτι για τα φανάρια βουβή δίχως δάκρυα και με το μάγουλο πρησμένο για να θυμάται κάτι που δεν μπορούσε πραγματικά να καταλάβει, ο Βασίλι ήταν ο αφέντης της, είχε πάνω της κυριαρχία για ζωή και θάνατο.

***
Οι μήνες κυλούσαν αργά, είχε χειμωνιάσει πια. Κάθε βράδυ συνήθιζε να κάθεται σε μια καρέκλα που χρησίμευε και για κρεβάτι δίπλα στο ξεχαρβαλωμένο παράθυρο που έμπαζε το κρύο λες και δεν υπήρχε καθόλου στην θέση του. Μάταια περίμενε να έρθει ο πατέρας, ήθελε τόσο πολύ να τον δει, να της χαμογελάσει. Ένοιωθε πως θύμωσε μαζί της για αυτό δεν έρχονταν. Θύμωσε που άφησε τον Βασίλι να της κόψει τα μαλλιά.. Αν όμως μάκραιναν πάλι, τότε θα έρχονταν και ίσως να έφερνε και την μάνα της. Μπορεί τώρα να μην ήταν πια στεναχωρημένη μαζί της.
Αλλά αυτός ο δυνατός άντρας με την κακιά καρδιά την κούρευε με το ζόρι όπως και τους άλλους. Όλοι στο καμαράκι τον φοβόταν. Έτρεμαν την οργή του, όποιος δεν έφερνε αρκετά τον χτυπούσε βάναυσα με μια φαρδιά ζώνη και τον άφηνε νηστικό μέχρι την επόμενη νύκτα που του έφερνε τις εισπράξεις της ημέρας. Μια τέτοια μέρα χαμηλών εισπράξεων ήταν για εκείνη η σημερινή. Μόνο λίγα κέρματα είχε μαζέψει αυτήν την βροχερή ημέρα. Δεν μπορούσε να δικαιολογηθεί, ακατόρθωτο να αρθρώσει και την πιο απλή πρόταση, μόνο να φοβάται μπορούσε και να αισθάνεται μια απέραντη μοναξιά που της πάγωνε το σώμα.
<<Έλα μπαμπά>> είπε ψιθυριστά, ακατάληπτα με σάλια και αίμα να τρέχουν από το πληγωμένο στόμα της ενώ κοιτούσε πάντα προς τον σκοτεινό ουρανό.
***
Μερικές μέρες τώρα ο Βασίλι τους έφερνε στο κέντρο της πόλης. Ήταν σίγουρη πιάτσα, οι <<σακάτηδες>> θα του έφερναν καλύτερες εισπράξεις, βλέπεις μέσα στις γιορτές ήταν πολλοί αυτοί που έδιναν τον οβολό τους για να νοιώσουν καλοί χριστιανοί έστω και για λίγες μέρες τον χρόνο.
Απόγευμα παραμονής Χριστουγέννων. Οι μεγάλοι αλλά ακόμα και οι μικροί δρόμοι της αγοράς έσφυζαν από κίνηση όπως και τα πεζοδρόμια από τους αργοπορημένους πελάτες που συνωστίζονταν στα εμπορικά , αλλά και αυτούς που απολάμβαναν απλώς μια υπέροχη βόλτα στην εορταστική αγορά. Τα μάτια των περαστικών δεν χόρταιναν να κοιτούν τα πολύχρωμα φωτάκια και τις εξαίσια στολισμένες βιτρίνες που λες και όλοι οι μαγαζάτορες είχαν βαλθεί να έχουν την πιο όμορφη, την πιο παραμυθένια.
Αυτό το απόγευμα της παραμονής ο Βασίλι την είχε πάρει και αυτήν μαζί με τους άλλους στην γιορτινή αγορά. Την πήγε με το αμάξι του σε ένα φανάρι αφού πρώτα την είχε απειλήσει πως αν δεν του έφερνε πολλά θα την πετούσε γυμνή έξω στην αυλή για όλο το βράδυ, μέχρι να πεθάνει από το κρύο.
Το φανάρι βρίσκονταν στον παραλιακό δρόμο. Από την μια σύνορο του είχε την θάλασσα. Σκοτεινή, παγωμένη περόνιαζε τα κόκαλα με την ψυχρή της ανάσα ενώ ταυτόχρονα καθρέπτιζε τα γιορτινά φώτα της πόλης δίνοντας μια μεγαλοπρεπής όψη στον στολισμό της. Από την άλλη πλευρά υπήρχε ένα μεγάλο υπαίθριο πάρκινγκ με ψηλά πλατάνια που ήταν στολισμένα με χιλιάδες μικροσκοπικά φωτάκια.
Στο πολυσύχναστο πάρκινγκ συνεχώς μπαινόβγαιναν αυτοκίνητα και άνθρωποι που σταματούσαν αναγκαστικά στο φανάρι. Φιλέτο, στον χάρτη των σύγχρονων δουλεμπόρων. Η περιοχή μοιράζονταν μετά από μεγάλη μάχη μεταξύ τους και ο καθένας έπρεπε να τοποθετήσει τους <<πωλητές>> του εκεί που είχαν συμφωνήσει από πριν. Πάντα όμως κάποιος που περνιόταν ποιο έξυπνος μοιραία έσπαγε την συμφωνία. αφού τα κέρδη ήταν δελεαστικά τέτοιες μέρες.
Το κρύο τσουχτερό και ο ουρανός βαρύς, ετοιμάζονταν να χιονίσει εδώ και μέρες. Στο χωριό της πίσω στην πατρίδα χιόνιζε συχνά. Πολύ και πυκνό ήταν το χιόνι που κάλυπτε τα σπίτια, τους δρόμους, τα δέντρα. Ήταν όμορφα, τότε όλα ήταν χαρούμενα στα μάτια της. Όταν ζούσε ο πατέρας την έπαιρνε στους δυνατούς του ώμους και την πήγαινε στο χιονισμένο λόφο να δει τα παιδιά που γλιστρούσαν με τις σκάφες τους μέχρι την παγωμένη λίμνη. Θα ήθελε να χιονίσει σήμερα, τότε ίσως και να έρχονταν ο πατέρας της να την σηκώσει στους δυνατούς του ώμους.
Πρώτη φορά έβλεπε μια στολισμένη πόλη. Παντού φώτα και όμορφα στολίδια, χαρούμενοι άνθρωποι της χαμογελούσαν και της έβαζαν χρήματα στο παλιό ντενεκεδάκι λέγοντας της κάποιες λέξεις που δεν καταλάβαινε, όμως ένοιωθε πως ήταν καλοί, δεν την κορόιδευαν.
Στο βάθος ανάμεσα από τις ψηλές πολυκατοικίες ξεπρόβαλε ένα πανέμορφο, τεράστιο δέντρο με χιλιάδες πολύχρωμα λαμπιόνια. Κάποια στιγμή κάτι άλλο τράβηξε την προσοχή της. Λίγα μέτρα πίσω υπήρχε ένας ολοφώτιστος στάβλος. Ήταν γεμάτος ζώα και στοίβες από άχυρα και στην μέση μια μαμά κρατούσε τυλιγμένο ζεστά ένα μωράκι. Αυτή η όμορφη εικόνα την είχε μαγέψει και ας μην ήξερε τι ήταν αυτή η μαμά και το νεογέννητο μωράκι της.
Αυτοί οι άνθρωποι; Δεν ήξερε γιατί όλοι έδειχναν τόσο χαρούμενοι. Στο χωριό της δεν είχε δει ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν είχε ακούσει ποτέ, παρά μόνο σήμερα να τις λένε χαμογελαστά, <<Καλά Χριστούγεννα>>. Ήταν όμορφα και ας μην ήξερε γιατί χαίρονταν αυτοί οι άνθρωποι.
Γρήγορα περνούσε η ώρα, σχεδόν δίχως να το καταλαβαίνει. Δεν είχε σημασία το τσουχτερό κρύο, της έφταναν τα ευτυχισμένα πρόσωπα που έβλεπε. Ξαφνικά μικρές χιονονιφάδες έκαναν την εμφάνιση τους, σήκωσε το πρόσωπο της στον ουρανό και αφέθηκε στο χάδι τους. Αυτά τα λευκά μικροσκοπικά αριστουργήματα του ουρανού της έφεραν την βαθειά πίστη πως θα εμφανιστεί ο πατέρας. Θα ήθελε να έρχονταν μαζί με την μάνα της και να την έσφιγγε στην ζεστή αγκαλιά της όπως εκείνη η γλυκιά μητέρα το μωράκι στον στάβλο.
Μετά από λίγο ο καιρός βάρυνε πολύ, το χιόνι τώρα έπεφτε πυκνό καλύπτοντας τα πάντα. Οι λιγοστοί άνθρωποι, βιαστικοί έτρεχαν να τελειώνουν τις χριστουγεννιάτικες αγορές τους, μερικά μαγαζιά άρχισαν να κατεβάζουν ρολά από τον φόβο του αποκλεισμού των δρόμων. Αυτή όμως λες και απολάμβανε το θέαμα στέκονταν αγέρωχα στο φανάρι δίχως να κρύβεται από τον χιονιά.
Μέσα στην χιονοθύελλα κάποιος την άρπαξε. Δυο άντρες την είχαν πιάσει και την έσυραν σε ένα σκοτεινό απόμερο σημείο λίγο πιο πέρα από το φανάρι. Με μια γρήγορη κίνηση τράβηξε ο ένας το γεμάτο χρήματα τενεκεδένιο κουτί ενώ ο άλλος με μια λαβή την κρατούσε ακίνητη. Μάταιη κίνηση γιατί έτσι και αλλιώς δεν θα αντιδρούσε ποτέ το άμοιρο πλάσμα. Φεύγοντας αυτός που την κρατούσε της έδωσε μια δυνατή σπρωξιά και έσκασε με δύναμη στον τοίχο. Οι κλέφτες εξαφανίστηκαν μέσα στην χιονοθύελλα τρέχοντας ικανοποιημένοι.
Το κορμί της προσγειώθηκε ανάσκελα στην άκρη του τσιμέντου επάνω από τα παγωμένα νερά.. Οι νιφάδες έπεφταν πότε χορεύοντας ανάλαφρα και πότε σαν παγωμένο μαστίγιο σπρωγμένες από τον βοριά. Δεν μπορούσε να κουνηθεί, δεν υπήρχε κανείς να την δει. Ο Βασίλι θα έρχονταν και αν την έβρισκε θα την τιμωρούσε σκληρά που δεν είχε χρήματα.
Ένα δάκρυ κύλησε αργά στο χιονισμένο μάγουλο της.
- Μην κλαις εδώ είναι ο μπαμπάς, το χέρι του χάϊδεψε απαλά το κουρεμένο κεφάλι, το γελαστό του πρόσωπο εμφανίστηκε μπροστά της,
- Μπαμπά, η λέξη ίσα που βγήκε από τα ξεψυχισμένα χείλη της, είχε όμως τόση χαρά, τόση ανακούφιση που αντήχησε δυνατά στην λευκή σιωπή του νυκτερινού σκηνικού.
- Κοίτα ποιος ήρθε;
Ήταν η μαμά της, πρόβαλε πίσω του φωτεινή, χαρούμενη και γλυκιά όπως ποτέ δεν την είχε δει στην ζωή της. Ήρθε και την έσφιξε απαλά στην ζεστή αγκαλιά της, όπως το μωράκι στον στάβλο η μανούλα του.
- Μαμά ήρθες; δεν είσαι θυμωμένη; είπε με θέρμη όπως ποτέ δεν πρόφεραν τα χείλη της, λες και τώρα πια ελευθερώθηκε η ψυχή της. Εκείνη την στιγμή δεν μιλούσε αυτό το δυστυχισμένο κορίτσι που στην ζωή της στερήθηκε τα πάντα. Εκείνο το άμοιρο πλάσμα που η ζωή το αδίκησε στα μάτια των ανθρώπων, στα μικρόψυχα βλέμματα αυτών που δεν μπορούν να δουν πέρα από το σώμα και τις αδυναμίες του.
***
Ουρανός και γη ενωμένοι με ένα χρώμα. Χρόνια είχαν να δουν οι κάτοικοι χιονισμένη την πόλη τους ανήμερα Χριστουγέννων. Από τα γύρω βουνά μέχρι την θάλασσα ένα παχύ πουπουλένιο πάπλωμα, δώρο του λευκού επισκέπτη, είχε ντύσει όλες τις επιφάνειες με ένα ομοιόμορφα λαμπρό, γιορτινό ρούχο.
Οι νοικοκυρές και οι νοικοκυραίοι ξυπνούσαν σιγά - σιγά τούτο το χαρμόσυνο πρωινό και με χαρά έβλεπαν να έχει εξαφανιστεί το γκρίζο από την πόλη τους. Τα παιδιά αν και είχαν ενθουσιαστεί βλέποντας έξω το χιόνι να έχει καλύψει τα πάντα, πρώτα έτρεχαν κάτω από τα φωτισμένα καραβάκια και τα χιλιοστολισμένα έλατα για να βρουν τα δώρα του Αι Βασίλη που περίμεναν με τόση ανυπομονησία όλη την χρονιά..
Ευτυχώς ο άγιος Βασίλης δεν τα είχε ξεχάσει ούτε και φέτος χαρίζοντας τους όμορφα παιχνίδια που γέμιζαν με πολύ χαρά. τις παιδικές τους ψυχούλες και συντηρούσαν άσβεστη στα άγουρα μυαλουδάκια τους την μυθική του παρουσία.
Έλαμπε η πόλη ολάκερη, έλαμπε και η ψηλή περίφραξη του λιμανιού με τα μουντά μυτερά της κάγκελα που το προηγούμενο βράδυ ντύθηκαν στα λευκά και αυτά για τον ερχομό του θείου βρέφους. Στην άκρη της, δίπλα στην αχνισμένη από το κρύο θάλασσα , μια ευγενική μορφή ίσα που ξεχώριζε. Είχε φορέσει και αυτή το λευκό της φόρεμα, το ομορφότερο δώρο που της είχαν χαρίσει ποτέ. Ακίνητη, γαλήνια, χαμογελούσε απαλά λες και ήταν τώρα αυτή το μοντέλο του μεγάλου δημιουργού. Αυτού που με το πινέλο του χαρίζει την ζωή, τις πίκρες και τις χαρές της, τον πόνο και την ευτυχία.
Λίγες ώρες πριν είχε σηκώσει το πινέλο του και αποφάσισε να αλλάξει τον μουντό πίνακα. Οι παλιοί έλεγαν πως αυτός είχε ζωγραφίσει τον πιο όμορφο πίνακα αλλά εμείς τον ασχημίσαμε με τις αμαρτίες μας. Ποιος μπορεί να γνωρίζει γιατί πήρε το πινέλο στα χέρια του και αυτή την φορά, ίσως ήταν χαρούμενος, όμως κανείς δεν μπορεί να το ξέρει. Το σίγουρο είναι πως πήρε από την μπαλέτα του και έριξε λευκό, τόσο πολύ που ο γκρίζος πίνακας έχασε την ασχήμια του. Έπειτα σήκωσε το πινέλο του και λύτρωσε μια ψυχή, ένα αθώο πλάσμα που δεν έφταιξε σε τίποτα και όμως έζησε την σκληρότητα και την απανθρωπιά αυτού του γκρίζου πίνακα.
Σήμερα όμως ο μέγιστος δημιουργός, ο μέγας ζωγράφος έριξε το βλέμμα του πάνω της. Πρέπει να είδε το λάθος του και αποφάσισε να το διορθώσει με λίγες πινελιές.
Πάνω από την χιονισμένη πόλη τρεις ανθρώπινες οπτασίες σφιχταγκαλιασμένες ανέβαιναν αργά όλο και πιο ψηλά, πάνω από τα βαριά χιονοσύννεφα που παραμέρισαν αφήνοντας μια στήλη φωτός να τις οδηγήσει στον δρόμο για την χώρα του μεγάλου ζωγράφου, την χώρα του άγνωστου, του αιώνια παντοντινού.




Ένα κείμενο εμπνευσμένο από ένα υπαρκτό πρόσωπο που κατέληξε στην δημιουργία ενός Χριστουγεννιάτικου διηγήματος με σκληρές πινελιές.
Πιστεύω πως αυτές οι μέρες δεν πρέπει να γεμίζουν μόνο από όμορφα χαρούμενα παραμύθια αλλά και από κάποιες άλλες ιστορίες. Ευτυχώς ακόμα υπάρχουν άτομα με ευαίσθητες χορδές όπως εσείς που σίγουρα κάτι θα αποκομίσουν από αυτήν την Χριστουγεννιάτικη μυθοπλασία.

Καλές γιορτές με υγεία και ευτυχία

Δες γύρω σου πόση δυστυχία, πόνος και αρρώστια υπάρχει και προσευχήσου με τον δικό σου τρόπο, άλλα με όλη την δύναμη της ψυχή σου, αυτά τα Χριστούγεννα ο Μέγας Ζωγράφος να σηκώσει το πινέλο του, να ομορφύνει τον γκρίζο πίνακα μας.

Αναστάσιος Βαλμάς Δεκέμβριος 2008

Πέμπτη, Νοεμβρίου 20, 2008

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ

Σύντομα θα ανεβάσω κάποια νέα κείμενα, χριστουγεννιάτικα παραμύθια και διηγήματα. Συγνώμη σε όλους που αργώ τόσο πολύ να ανανεώσω το blog αλλά οι προσωπικές μου υποχρεώσεις είναι πολλές.

Κυριακή, Αυγούστου 24, 2008

ΟΙ ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΣΤΑΛΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ

ΟΙ ΚΟΚΚΙΝΕΣ ΣΤΑΛΕΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ








Ο Νίκος

  Στα τριάντα πέντε χρόνια του ο Νίκος πάντα ήταν απών. Απών από τις γιορτές, απών και από τις λύπες. Η απουσία του από τη ζωή ξεκίνησε από τα πρώτα χρόνια της ζωής του εξαιτίας μια εκ γενετής δυσμορφίας γύρω από το δεξί μάτι. Οι ψίθυροι και τα πνιχτά γέλια πίσω από την πλάτη του που ήταν αναγκασμένος να υποστεί καθημερινά στην μικρή κοινωνία του σχολείου και της γειτονιάς του χωριού για την ατέλεια που αλίμονο τον είχε «προικίσει» η φύση τον οδήγησαν στην απομόνωση και στην παραίτηση από οτιδήποτε κοινό με άλλους ανθρώπους. Για αυτό από μικρό παιδί συνήθιζε να τρέχει και να κρύβεται μακριά από ξένους, συγγενείς και φίλους που τον κοιτούσαν περίεργα. Η μάνα του ή κυρία Χαρίκλεια στεναχωριόταν πολύ αλλά η χήρα δεν μπορούσε να κάνει και πολλά εκτός από το να τον πιέζει να πάει σχολείο, να σπουδάσει, να βρει μια δουλειά στην πόλη να μην καταντήσει ένα δυστυχισμένο αγρίμι στο χωριό. Αυτό θα την σκότωνε.
  Τα επόμενα χρόνια μετακόμισε στα Ιωάννινα για να μπορέσει να τελειώσει το γυμνάσιο και το λύκειο με την χήρα να παλεύει στο χωριό με χίλιες στερήσεις για να τον σπουδάσει. Ευτυχώς τουλάχιστον εκεί ζούσε ένας μακρινός ξάδερφος της μητέρας του που του βρήκε μια φτηνή καμαρούλα με κοινόχρηστο μπάνιο και μια δουλειά για τα σαββατοκύριακα στην λάντζα ενός μαγειριού στο κέντρο της πόλης. Το σχολείο πήγαινε καλά και τέλειωσε χωρίς καθυστερήσεις. Φυσικά μια και ο Νίκος συνέχιζε πάντα απομονωμένος να περνάει την ώρα του είτε διαβάζοντας είτε αγναντεύοντας τα μακρινά αστέρια του ουρανού όταν τον συναντούσε η νύχτα στο παράθυρο της καμαρούλας του.
  Η ντροπή για το δύσμορφο πρόσωπο του δεν σταμάτησε ούτε λεπτό να τον συνοδεύει ακόμα και στην πόλη μακριά από το χωριό του. Καθώς γινόταν άντρας ή ντροπή καμουφλαρίστηκε και φόρεσε την μάσκα της αδιαφορίας, μιας αδιαφορίας για όλους και για όλα. Με τον καιρό έγινε τόσο μεγάλη που τον κάλυψε ολόκληρο όπως η παχιά κουβέρτα το ζεστό χειμωνιάτικο κρεβάτι.
  Δεν ήταν πως είχαν στερέψει μέσα του τα συναισθήματα, πάντα είχε, όμως από μικρό παιδί έμαθε να τα πνίγει βίαια αλλά και σιωπηρά στο βάθος της ψυχή του. Όσοι μπορούσαν να δουν μέσα του έβλεπαν έναν καλόψυχο άνθρωπο αλλά και απόμακρο, ένα φοβισμένο αγρίμι που δεν κατέβαινε από το ασφαλές του καταφύγιο. Τελειώνοντας το λύκειο αποφάσισε να φύγει και πάλι, αυτή την φορά για την Θεσσαλονίκη, να κρυφτεί καλύτερα



Ο Αποστόλης

   Στα τριάντα του ο Αποστόλης ήταν πάντα παρόν. Για τους δικούς του λόγους. Μεγάλωσε σε ένα οικογενειακό περιβάλλον που κάποιοι θα το έλεγαν -χρησιμοποιώντας όλη την επιείκεια και την ευγένεια τους - προβληματικό. Στην πραγματικότητα μόνο οικογενειακό δεν ήταν. Αυτός και ο αδερφός του είχαν την ιδιαίτερη ατυχία να έχουν γονείς δυο συνεταίρους. Ναι σωστά διαβάσατε(ακούσατε), ένας άντρας και μια γυναίκα συνεταιρίστηκαν σε έναν γάμο. Ο άντρας ήθελε να γίνει πατέρας η γυναίκα να ζει άνετα και πλούσια μακριά από οικονομικές έννοιες. Το τέλειο ζευγάρι των ημερών μας. Μόνο που κανείς δεν σκέφτηκε δυο ζωντανά πλάσματα, τα παιδιά.
  Σύντομα μετά τον ερχομό του Αποστόλη χώρισαν. Ο Αποστόλης μεγάλωσε με την μητέρα του απλώς για να έχει εκείνη έναν μοχλό πίεσης απέναντι στον πρώην άντρα της. Η «αξιότιμη» μητέρα του ήταν μια γυναίκα που ζούσε στο τετράγωνο γυμναστηρίων, κομμωτηρίων, νυκτερινών κέντρων και ύπνου.
  Ο μικρός περνούσε την ώρα μόνος του σε ένα πολυτελές διαμέρισμα με θεά από τον Λευκό πύργο ίσα με το λιμάνι της πόλης. Όλη μέρα μπροστά σε μια τηλεόραση ή το βράδυ να κοιτάει τα φώτα από τις σιδερένιες πολυκατοικίες στο βάθος του κόλπου– όπως με την φαντασία του έβλεπε τα εμπορικά καράβια - περιμένοντας το σαββατοκύριακο ώστε να πάει στο σπίτι του πατέρα του για να παίξει με τον κατά δυο χρόνια μεγαλύτερο αδερφό του. Ήταν ένα παιδί που του έλειπε η παρέα, η ανθρώπινη επαφή για αυτό και την κυνηγούσε όπου την έβρισκε.
  Στα χρόνια που ήρθαν δυο θάνατοι διασταύρωσαν την ζωή του. Πρώτα ήρθε ο χαμός της μητέρας του σε τροχαίο όταν το αυτοκίνητο της τυλίχθηκε στις φλόγες μετά την πρόσκρουση της σε κολόνα φωτισμού. «Η άτυχη οδηγός βρισκόταν υπό την επήρεια αλκοόλ μετά από την αποχώρηση της από κοσμική συγκέντρωση που έλαβε χώρα σε γνωστό κέντρο διασκεδάσεως της πόλης» είχαν γράψει οι εφημερίδες της εποχής.
  Ύστερα από λίγο καιρό ακολούθησε η οικονομική καταστροφή του πατέρα και ο θάνατος του από καρδιακή προσβολή λίγους μήνες μετά. Ο δυστυχής βιομήχανος ποτέ δεν είχε πάψει να την αγαπά.
  Ο Αποστόλης σε αντίθεση με τον αδερφό του άντεξε αυτό το διπλό χτύπημα της μοίρας. Στο πέρασμα του χρόνου το μεγάλο απόθεμα ψυχής που κουβαλούσε τον μεταμόρφωσε σε έναν δυνατό, ισορροπημένο άντρα, έτοιμο να αντιμετωπίσει με θάρρος και ψυχραιμία όλες τις δύσκολες στιγμές αλλά και να χαρεί όλες τις ομορφιές που φέρνει στο διάβα της η ζωή.

 
Στο κέντρο της πόλης

   Ένα μεσημέρι του Ιούλη από αυτά που κανείς δεν θέλει να κυκλοφορεί στην πόλη επειδή η ζέστη είναι τόσο ανυπόφορη που νοιώθει να μην μπορεί να πάρει ανάσα, μουσκεμένος στον ιδρώτα ο Νίκος καβάλα στο μηχανάκι του κατέβαινε την Παύλου Μελά. Έπρεπε να πάρει μια επιταγή από μια εταιρεία λίγο μετά την διασταύρωση με την Τσιμισκή, αυτές οι δουλειές τον έκαναν να ντρέπεται πολύ αλλά δεν μπορούσε να τις αποφύγει. Σταμάτησε στο φανάρι με την κεντρική λεωφόρο κρατώντας το κράνος περασμένο στο χέρι του. Ο ήλιος έκαιγε ανελέητα το δέρμα του και ο ιδρώτας που μούλιαζε το κορμί του πετύχαινε να τον κάνει να νοιώθει σαν κοτόπουλο στην χύτρα, παρά να τον δροσίζει. Μια φωτεινή πινακίδα με μεγάλα κόκκινα ψηφία από το φαρμακείο στην απέναντι πλευρά του δρόμου πληροφορούσε τους ταλαίπωρους διαβάτες του καυτού μεσημεριού πως το θερμόμετρο είχε ξεπεράσει τους 41 βαθμούς κελσίου.
- Τι ζέστη, έχω σκάσει, δεν αντέχω άλλο μονολόγησε. Το μόνο που σκέφτονταν ήταν να τελειώνει γρήγορα για να κάνει ένα δροσερό ντουζ και μετά να απολαύσει μόνος – όπως πάντα - στο σπίτι κάτω από το κλιματιστικό ένα τεράστιο ποτήρι φραπέ.
- Άντε άναψε… κόλλησε το παλιοφάναρο; αναρωτήθηκε οργισμένος. Τα μάτια του έτσουζαν από τα άλατα του ιδρώτα που κυλούσε συνέχεια από το μέτωπο του αλλά πεισματικά δεν τα κατέβαζε από το φανάρι. Όλη αυτή η ανυπόφορη κατάσταση τον είχε κάνει ιδιαίτερα νευρικό και ανυπόμονο.   Το φανάρι επιτέλους πρασίνισε, αστραπιαία έβαλε πρώτη και ξεκίνησε με φόρα για να διασχίσει την Τσιμισκή. Ένας οδηγός αυτοκινήτου που διέσχιζε εκείνη την στιγμή την λεωφόρο πέρασε τον σηματοδότη χωρίς να κόψει ταχύτητα αν και είδε από μακριά το πορτοκαλί και έπειτα το κόκκινο να έχει ανάψει.
  Η σύγκρουση ήταν σφοδρή ο Νίκος πετάχτηκε από την μηχανή και έπεσε στο οδόστρωμα σαν πλαστική κούκλα φέρνοντας μερικές ανεξέλεγκτες περιστροφές πριν καταλήξει στο κιγκλίδωμα του απέναντι πεζοδρομίου.
- Αμάν το παλικάρι σακατεύτηκε ούρλιαξε μια κυρία που τον είδε έντρομη να σκάει δίπλα της.
- Καλέστε γρήγορα ένα ασθενοφόρο, είμαι γιατρός, ανοίξτε να πάρει αέρα, είπε ψύχραιμα ένας ηλικιωμένος κύριος με ανοιχτόχρωμο κουστούμι σκύβοντας πάνω από τον Νίκο και σταμάτησε κάποιους που προσπάθησαν να τον μετακινήσουν λέγοντας, δεν πρέπει να μετακινηθεί καθόλου, θα περιμένουμε το ασθενοφόρο ευτυχώς είναι ζωντανός, έχει σφυγμό.




 
Ράδιο Θεσσαλονίκη

  Το σήμα του έκτακτου δελτίου ειδήσεων διέκοψε απότομα το τραγούδι στα ραδιόφωνα των ακροατών του ράδιο Θεσσαλονίκη, η ένταση του έπεσε λίγο και ο εκφωνητής ξεκίνησε την ανακοίνωση.
- Κυρίες και κύριοι, τα τελευταία λεπτά η κυκλοφορία έχει μπλοκάρει στο ύψος της Τσιμισκή με Παύλου Μελά λόγω σοβαρού τροχαίου ατυχήματος. Συνεπεία αυτού επηρεάζονται σοβαρά Βασιλίσσης Όλγας και Στρατού, επίσης Ν. Εγνατία, 3ης Σεπτεμβρίου και η Αγ. Δημητρίου με τις κάθετες της όπου η κίνηση τους προς Εγνατία είναι προβληματική λόγω της πρόσθετης κυκλοφορίας που δέχεται και της ήδη υπάρχουσας της επιβάρυνσης λόγω των έργων του Μετρό. Η τροχαία συστήνει στους οδηγούς να μην κατευθύνονται προσωρινά προς το κέντρο μέχρι να εκτονωθεί το πρόβλημα. Για οτιδήποτε νεότερο θα σας ενημερώσουμε άμεσα. Ο ηχολήπτης έκοψε το μικρόφωνο και στο cd μία ποπ επιτυχία δόνησε τα ηχεία των ραδιοφώνων.



ΑΧΕΠΑ

     Στο νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ οι γιατροί έδιναν μάχη για να κρατήσουν τον Νίκο στην ζωή. Είχαν να αντιμετωπίσουν πολλαπλές κακώσεις, κατάγματα και μια εκτεταμένη εσωτερική αιμορραγία. Η ομάδα αίματος του η δυσκολότερη 0 ρέζους αρνητικό, η ομάδα πανδότης. Το άτομο που την έχει μπορεί να δώσει σε όλες τις άλλες ομάδες, όμως δεν μπορεί να δεχθεί αίμα από καμιά άλλη. Η περίπτωση του ήταν από αυτές που οι γιατροί απεύχονται να συμβεί ειδικά τους καλοκαιρινούς μήνες που τα τροχαία είναι πολλά.
  Εν τω μεταξύ στα επείγοντα περιστατικά δίνονταν μάχη πάνω από το αναίσθητο σώμα του Νίκου. Ο επιμελητής Ά που τον χειρουργούσε με την βοήθεια ενός ειδικευόμενου και μιας εργαλειοδότριας αδελφής προσπαθούσε να περιορίσει την αιμορραγία. Ο γιατρός δίχως να σηκώσει το κεφάλι ρώτησε τον ειδικευόμενο,
- Παλμοί, πίεση;
- Σταθεροί, 9,5 με 6
Μια νοσοκόμα μπήκε στο χειρουργείο για να ενημερώσει τον επικεφαλής γιατρό.
- Γιατρέ από το αιματολογικό μας ειδοποίησαν ότι τώρα έχουμε μόνο μια μονάδα διαθέσιμη, τα ξημερώματα στάλθηκαν αρκετές μονάδες στην Καστοριά σε επείγον περιστατικό. Έχουμε ειδοποιήσει σε Θεσσαλονίκη και επαρχία για να μας στείλουν ότι μπορούν από το απόθεμα τους, τον πληροφόρησε η νοσοκόμα. Ο γιατρός φανερά ανήσυχος χωρίς να σηκώσει τα μάτια του από την τομή που έραβε είπε,
- Ο ασθενής έχει σοβαρότατη αιμορραγία θα χρειαστούμε αρκετές μονάδες τις επόμενες ώρες. Αδελφή παρακαλώ ειδοποιήστε να γίνει έκκληση από τους ραδιοφωνικούς σταθμούς για άμεση ανάγκη ομάδας αίματος 0 ρέζους αρνητικό.

Έκκληση Ανθρωπιάς

   Τις ίδιες στιγμές ο Αποστόλης άκουγε ράδιο Θεσσαλονίκη στο αμάξι του. Το ραδιόφωνο της καρδιάς του. «Είμαστε μια παρέα» έλεγε στους γνωστούς του απαντώντας τους γιατί ποτέ δεν αλλάζει συχνότητα. Αυτήν την ώρα ήταν ένας από τους άτυχους οδηγούς που μέσα στον καύσωνα ήταν σχεδόν σταματημένος για ώρα στην συμβολή Εγνατίας με 3ης Σεπτεμβρίου. Το αυτοκίνητο του απαρχαιωμένο και ούτε λόγος για σύστημα κλιματισμού. Με τέτοια ζέστη είχε μουσκέψει από τον ιδρώτα από την κορφή έως τα νύχια.
  Ο σταθμός κάθε λίγο ενημέρωνε τους οδηγούς για την κατάσταση αλλά το κυκλοφοριακό πρόβλημα ήταν τεράστιο στους καυτούς δρόμους του κέντρου παρά τις φιλότιμες προσπάθειες των τροχονόμων που προσπαθούσαν να ρυθμίσουν την κυκλοφορία τρέχοντας πάνω κάτω στην καυτή άσφαλτο αναπνέοντας τα καυσαέρια και δίνοντας συνεχώς εντολές στους οδηγούς με τα χέρια και την σφυρίχτρα τους.
- Αγαπητοί φίλες και φίλοι διακόπτω εδώ το τραγούδι γιατί πρέπει να σας μεταδώσω μια επείγουσα ανακοίνωση του νοσοκομείου ΑΧΕΠΑ. Βαριά τραυματίας χρειάζεται άμεσα αίμα ομάδας 0 ρέζους αρνητικό. Παρακαλούνται όσοι έχουν αυτήν την ομάδα αίματος να σπεύσουν σε ΑΧΕΠΑ ή ΙΠΠΟΚΡΑΤΕΙΟ ώστε να δώσουν αίμα για τον συνάνθρωπο μας του οποίου η ζωή κινδυνεύει άμεσα. Ο ραδιοφωνικός παραγωγός άφησε για ένα μικρό κενό να ακούγεται μόνο η μουσική και συνέχισε, ο άνθρωπος αυτός τραυματίστηκε πριν λίγη ώρα στο τροχαίο ατύχημα στην Τσιμισκή που ταλαιπωρεί αυτήν την ώρα την πόλη. Ελπίζω πως θα τρέξετε όπως πάντα να σώσετε μια ζωή κάποιου αγνώστου που αύριο μπορεί να είναι ένας δικό σας άνθρωπος. Από αυτήν την συχνότητα έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στο θέμα και ζητάμε πολύ συχνά την συμμετοχή σας στις αιμοδοσίες που πραγματοποιεί ο σταθμός, αλλά και γενικά να αιμοδοτείτε. Θα ήθελα ακόμα μία φορά να σας παρακαλέσω όσοι μπορείτε να δώσετε αίμα όχι μόνο για τον άτυχο συνάνθρωπο μας αλλά και για να υπάρχει πάντα αρκετό απόθεμα στα νοσοκομεία μας ώστε να μην κινδυνεύουν σε μια δύσκολη στιγμή οι ζωές των συνανθρώπων μας, η δική μας ζωή.
  Ο Αποστόλης δεν χρειάστηκε να το σκεφτεί με μια απότομη κίνηση έστριψε το τιμόνι και βγήκε από την ατέλειωτη ουρά. Μερικά μέτρα παραπέρα ανέβασε το αυτοκίνητο του στο πεζοδρόμιο εμπρός στο τμήμα φυσικής και το παράτησε βιαστικά. Με τα πόδια έκοψε δρόμο μέσα από τα πανεπιστήμια και βρέθηκε στο ΑΧΕΠΑ.
- Η αιμοδοσία; ρώτησε λαχανιασμένος τον φύλακα που πετάχτηκε τρομαγμένος από την μεσημβρινή αποχαύνωση του.
- Εκεί, του έδειξε με το χέρι βγαίνοντας από το κουβούκλιο της εισόδου.
   Μετά από μια γρήγορη τυπική διαδικασία για την συμπλήρωση και την υπογραφή του ειδικού ερωτηματολογίου με τον γιατρό το πολύτιμο υγρό φορτίο της ζωής κυλούσε αργά από τις φλέβες του προς τον ασκό συλλογής. Γύρισε το κεφάλι του και κοίταξε τον ασκό να γεμίζει από το αίμα του καθώς πάλλονταν αργά στην ειδική συσκευή που τον είχε τοποθετήσει η νεαρή νοσοκόμα.
- Αισθάνεστε καλά; τον ρώτησε η αδελφή που επιτηρούσε την διαδικασία συλλογής.
- Μια χαρά αν θέλετε δίνω και ένα δεύτερο.
- Αρκεί ένα του χαμογέλασε.
Τι γλυκιά που είναι, σωστός άγγελος, ο άγγελος της αιμοδοσίας σκέφτηκε κοιτάζοντας την.
Τώρα ήρεμος πως όλα πάνε καλά και βλέποντας τον ασκό να έχει γεμίσει σχεδόν με το πολύτιμο κόκκινο υγρό ένοιωθε να φουσκώνει από υπερηφάνεια. Σκεφτόταν πως πιθανώς θα έσωζε ένα άνθρωπο που είχε μια άτυχη στιγμή στην ζωή του.
- Μακάρι Παναγία μου μονολόγησε χαμηλόφωνα.
- Αισθάνεστε καλά; μήπως ζαλίζεστε; Τον ρώτησε και πάλι η νεαρή νοσοκόμα
- Όχι είμαι μια χαρά.
   Όταν σε λίγα λεπτά σηκώθηκε από την πολυθρόνα της αιμοδοσίας μια τροφαντή νοσηλεύτρια στην υποδοχή του πρόσφερε έναν χυμό και αλμυρά μπισκοτάκια. Του φάνηκε πως ήταν τα πιο νόστιμα μπισκότα και ο πιο υπέροχος χυμός που είχε δοκιμάσει ποτέ.



 
Μια ζωή αλλάζει

  Το αίμα που έδωσε ο Αποστόλης καθώς και άλλη μια μονάδα που ήρθε μετά λίγη ώρα από το Ιπποκράτειο έσωσαν την ζωή του Νίκου. Μέχρι το βράδυ μαζεύτηκαν συνολικά 15 μονάδες από την σπάνια ομάδα αίματος και αιμοδοτήθηκαν και άλλοι άνθρωποι που βρέθηκαν σε ανάγκη τις επόμενες μέρες.
   Ο Νίκος συνήλθε ύστερα από δυο μέρες και βγήκε από την εντατική μετά τέσσερις. Την ημέρα εκείνη στο δωμάτιο του βρήκε στο προσκεφάλι του την γριά μάνα του αλλά και τον Αποστόλη και τον Πέτρο με την γυναίκα του που και αυτός είχε αιμοδοτήσει για τον Νίκο. Δεν το επισκέφτηκαν μόνο αυτοί επίσης και πολλοί συνάδελφοι του, άνθρωποι που για χρόνια ήταν μαζί στην δουλειά και δεν είχαν πει τίποτα παραπάνω από ένα τυπικό γεια. Στην αρχή αισθάνονταν αρκετά άβολα, βλέποντας όμως το πραγματικό ενδιαφέρον που έδειχναν για την υγεία του και τον Αποστόλη και τον Πέτρο που έτρεξαν να τον σώσουν μέσα του κάτι άρχισε να κινείται. Ο μύλος της βαριάς σκουριασμένης κλειδαριάς που κρατούσε κλειστή την ψυχή του Νίκου όλα αυτά τα χρόνια γύριζε αργά αργά έτοιμη να ανοίξει για να την ελευθερώσει για πάντα.
   Ο Αποστόλης κάθισε μαζί του αφού έφυγαν όλοι. Όλη την ώρα που ήταν μαζί του παρατηρούσε πως ένοιωθε άβολα με το πρόσωπο του και με την δυσμορφία που είχε και πως προσπαθούσε συνέχεια να το κρύβει. Στην ματιά του Νίκου είδε το αγρίμι, είδε όμως και τον άνθρωπο που ζητάει την προσοχή και την αγάπη των συνανθρώπων του αλλά παράλληλα φοβάται και αποστρέφεται την επαφή μαζί τους.
- Είμαι πολύ χαρούμενος που ξεπέρασες τον κίνδυνο και τώρα είσαι καλύτερα και γρήγορα θα είσαι πάλι με τους ανθρώπους που αγαπάς.
- Σε ευχαριστώ πολύ Αποστόλη, αν και ξέρεις… δεν είναι τόσοι πολλοί αυτοί που με νοιάζονται, τουλάχιστον μέχρι το ατύχημα.
- Εδώ σήμερα είδα πολλούς Νίκο που σε κοιτούσαν μπορώ να πω με πολύ αγάπη.
- Ναι δεν το περίμενα για να πω την αλήθεια. Πάντως ήθελα να σε ευχαριστήσω που έτρεξες και έδωσες το αίμα σου για να σωθώ. Γιατί το έκανες; Δεν το άξιζα, εγώ θα καθόμουν στην θέση μου στο αυτοκίνητο και δεν θα έτρεχα, όπως εσύ.
- Ούτε να το σκέφτεσαι, είναι χρέος καθενός που θέλει να λέγεται άνθρωπος.
- Εγώ δυστυχώς μέχρι τώρα δεν ήμουν, απάντησε ο Νίκος με χαμηλωμένο βλέμμα και συνέχισε με αποφασιστικό τόνο, όμως από εδώ και πέρα σίγουρα θα αλλάξει αυτό, το υπόσχομαι.
- Είμαι σίγουρος Νίκο, βλέπω την φλόγα που καίει στο βλέμμα σου.
- Αποστόλη οι γιατροί μου είπαν πως ήσουν ο πρώτος που αιμοδότησες, πως…..
- Έγινε λίγα λεπτά μετά την ανακοίνωση του ραδιοφώνου, παράτησα το αμάξι μου και ήρθα. Είδες τελικά Νίκο είναι καλό να ακούς ράδιο, ράδιο Θεσσαλονίκη φυσικά.
- Είσαι τρελός φίλε του είπε γελαστά ο Νίκος.
- Μάλλον ανήκω σε τρελή παρέα. Στην παρέα του ράδιο Θεσσαλονίκη. Θα σε δω στην επόμενη αιμοδοσία του σταθμού;
- Σίγουρα Αποστόλη, είναι χρέος όλων και εγώ αυτό το ένοιωσα όσο ποιο βαθειά γίνεται. Είμαστε απλά άνθρωποι που σίγουρα έχουμε τις μικρές η μεγάλες φοβίες μας, τις αδυναμίες, τα ελαττώματα μας, αλλά πάνω από όλα έχουμε μια μεγάλη λαμπρή ψυχή που πρέπει να την αφήσουμε να βγει από τα μπουντρούμια του μυαλού μας, να φωτίσει έστω λίγο παραπάνω τον μουντό κόσμο που δημιουργήσαμε.





Αφιερωμένο στο Ράδιο Θεσσαλονίκη και σε όλους τους ανθρώπους του που εδώ και χρόνια δίνουν την δική τους μάχη αλληλεγγύης για τον συνάνθρωπο...



Α. Δ. Ε. ΒΑΛΜΑΣ
ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 2008

ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΓΗ