Κυριακή, Δεκεμβρίου 20, 2009

Χριστούγεννα στην πλατεία δημαρχείου



Κάποτε το Δημαρχείο είχε ιδιαίτερη αξία για την πόλη. Ένα επιβλητικό πολυώροφο κτίσμα, δείγμα υψηλής αρχιτεκτονικής για την εποχή του. Εδώ και πολλές δεκαετίες μέσα σε δριμείς χειμώνες και ζεστά καλοκαίρια, σε φθινοπωρινές ομίχλες και απέραντες ανοιξιάτικες ξαστεριές, δέσποζε μεγαλόπρεπο καθώς περίμενε τους κατοίκους της πόλης να το επισκεφτούν για τις δημοτικές τους υποθέσεις.
Το είχαν κτίσει πριν τον μεγάλο πόλεμο στην θέση ενός θρυλικού χανιού για να γίνει ένα σύγχρονο ξενοδοχείο μα στο τέλος κατέληξε στα χρόνια του εμφυλίου να φιλοξενεί οικογένειες προσφύγων από το εσωτερικό της χώρας πριν καταλήξει στα χέρια του Δήμου. Όλα αυτά τα χρόνια φιλοξένησε στους ευρύχωρους χώρους του μια πληθώρα από δημοτικούς υπαλλήλους αλλά και μια σειρά από μεγαλόσχημους δημάρχους που στο πέρασμα του χρόνου και στις άλλοτε σύντομες ή πολυετείς θητείες τους είχαν προχωρήσει σε ένα σωρό παρεμβάσεις στο εσωτερικό του. Στο τέλος χάριν της εισροής εσόδων στα ταμεία του δήμου προέβησαν ακόμα και σε έκδοση αδειών για εγκατάσταση εμπορικών καταστημάτων τα οποία στεγάστηκαν στο εσωτερικό του ισογείου και στις προσόψεις του.
Τώρα με πάνω από πενήντα χρόνια υπηρεσίας το δημοτικό συμβούλιο ύστερα από θυελλώδεις συνεδριάσεις και παρά την σθεναρή αντίσταση των δημοτικών συμβούλων του συνόλου της αντιπολίτευσης καθώς και των καταστηματαρχών της ευρύτερης περιοχής είχε κατά πλειοψηφία αποφασίσει να το εγκαταλείψει.
Στην θέση του ψηφίστηκε να κτισθεί ένα σύγχρονο εμπορικό κέντρο με την χρηματοδότηση μιας μεγάλης ιδιωτικής τράπεζας που θα πλήρωνε στον δήμο ένα διόλου ευκαταφρόνητο ποσό το οποίο και θα κατέληγε σύμφωνα με όλες τις διαβεβαιώσεις σύσσωμης της δημοτικής αρχής στην κατασκευή κοινωφελών έργων. Σε λίγους μήνες λοιπόν η δημοτική έδρα θα μετακόμιζε σε ένα σύγχρονο αλλά κακότεχνο σύνολο από πανομοιότυπες πλάκες μπετόν με ενισχυμένο μεταλλικό σκελετό και με πολλά ευρύχωρα γραφεία για τις ανάγκες του δημοτικού προσωπικού καθώς και άνετο παρκινγκ - το μόνιμο αίτημα όλων - στο υπόγειο του. Το κτήριο που πριν χρόνια κοσμούσε με την παρουσία του την παραλιακή πόλη τώρα παραμελημένο άβαφο με σκασμένους τους γκρίζους του τοίχους από την υγρασία και την αλμύρα έμοιαζε με γέρικο κορμί που αγκομαχεί παραδομένο στις κακουχίες πριν έρθει το τέλος, η λύτρωση.
Το κρύο τις τελευταίες μέρες ξύριζε, όπως συνήθιζαν να λένε οι γεροντότεροι της περιοχής. Η παγωμένη πνοή από την κοντινή βουνοκορφή κατηφόριζε μέσα στην πόλη και ενίσχυε αρκετά το κρύο μέχρι που κάποιες στιγμές μαζί με την πάντα παρούσα υγρασία το έκανε ανυπόφορο. Στους δρόμους παρά την τσουχτερή παγωνιά η κίνηση ήταν πυκνή από το πρωί. Φυσικό αφού ήταν παραμονή των Χριστουγέννων και οι άνθρωποι έπρεπε να ετοιμάσουν το γιορτινό τους τραπέζι αλλά και να αγοράσουν μικρά ή μεγάλα δώρα για τα αγαπημένα τους πρόσωπα.. Πολύβουη η αγορά καθώς χιλιάδες άνθρωποι και άλλες τόσες μηχανές βρίσκονταν σε κίνηση. Που και που τον θόρυβο διέκοπταν τα μελωδικά κάλαντα των λιγοστών πιτσιρικάδων που αψηφώντας την παγωνιά έτρεχαν να τα πουν από πόρτα σε πόρτα, από εμπορικό σε εμπορικό. Για κάποιους όλο αυτό ίσως και να ήταν ένα ειδυλλιακό χριστουγεννιάτικο σκηνικό, ακούγοντας τα κάλαντα και βλέποντας τους διαβάτες που περπατούσαν βιαστικά και ντυμένοι βαριά για να προστατευτούν από την παγωνιά καθώς τα ανάγλυφα σύννεφα που διέτρεχαν τον ουρανό πρόδιδαν αβίαστα τις λευκές διαθέσεις τους .
Εμπρός από το παλιό δημαρχείο περνούσε αρκετός κόσμος. Κάποιοι από αυτούς έμπαιναν για να διεκπεραιώσουν τις τελευταίες γραφειοκρατικές διαδικασίες του χρόνου, ενώ άλλοι κοιτούσαν την πραμάτεια στις βιτρίνες των εμπορικών που φιλοξενούνταν στο ισόγειο του και υπολόγιζαν τι από αυτά βαστά η τσέπη για τις γιορτινές αγορές τους. Ο αέρας την τελευταία ώρα είχε αγριέψει και λυσσομανούσε ανάμεσα από τα αετώματα και τα τοξωτά ξεθωριασμένα παραθυρόφυλλα του τριώροφου νεοκλασικού. Η θερμοκρασία είχε πέσει κοντά στο μηδέν αλλά έμοιαζε να είναι πολλούς βαθμούς πιο κάτω. Δίπλα από την κεντρική είσοδο του δημαρχείου, στο πλακόστρωτο, επάνω σε ένα μακρόστενο χαρτόνι καθόταν κουλουριασμένος ένας ηλικιωμένος άντρας. Τα ρούχα του ήταν πολυκαιρισμένα και τόσο κουρελιασμένα που κάλυπταν σωστά μερικά μονάχα σημεία. Το γέρικο κορμί του αδύναμο από την πείνα και τις κακουχίες ακάλυπτο στο βοριά παρέμενε με δυσκολία όρθιο. Ένα μικρό λιγδιασμένο κουπάκι τοποθετημένο εμπρός από τα ξυλιασμένα πόδια του περίμενε την ελεημοσύνη των ανθρώπων. Παρά τις κακουχίες μέσα στα υγρά θολά μάτια του γέροντα αντί για πονηριά, αδιαφορία ακόμα και σκληρότητα μόνο την ανιδιοτελή καλοσύνη των 70 χρόνων της ζωής του μπορούσε κάποιος να διακρίνει. Καθισμένος εκεί έλπιζε στην συμπόνια των ανθρώπων που ευτυχώς ακόμα εκδηλώνονταν τέτοιες μέρες. Έλπιζε πως θα μάζευε λίγα χρήματα για ένα πιάτο ζεστό φαί που θα το μοιραζόταν με τους λιγοστούς του φίλους και λίγο φτηνό κονιάκ ώστε να ζεσταθεί στην παγερή γωνιά του. Έτσι απλά, θα μπορούσε να γιορτάσει και αυτός ετούτη την χρονιά.
Κάθε τόσο με την λίγη δύναμη που του απέμενε έσφιγγε πάνω του το ξεσκισμένο πανωφόρι του, μάταια όμως. Το αδύναμο σώμα του όλο και πάγωνε. Σε μια στιγμή αργά λες και έσερνε το κουρασμένο του κορμί ξεκίνησε με το βλέμμα μια μικρή βόλτα στην πλατεία. Γύρω γύρω τα εμπορικά γεμάτα, κόσμος πολύς περνούσε ξυστά εμπρός του, ελάχιστοι τον κοιτούσαν και σχεδόν κανείς δεν του άφηνε κάτι στο κουπάκι του που από το πρωί δεν είχε μαζέψει ούτε για ένα καρβέλι ψωμί. Αυτός όμως συνέχιζε να ελπίζει, υπάρχουν και καλοί άνθρωποι μπορεί να είναι λίγοι αλλά κάποιος θα περάσει και εμπρός μου. Τότε η ματιά του έπεσε απέναντι.
Τι όμορφη εικόνα, ήταν η βιτρίνα του ζαχαροπλαστείου <<ΚΕΝΤΡΙΚΟΝ>> . Καλοντυμένοι κύριοι και κυρίες η εκλεκτή πελατεία του. Τέτοιες μέρες κάποτε στην πόλη του και αυτός επισκέπτονταν ακριβά ζαχαροπλαστεία για να αγοράζει περίφημα γλυκίσματα και λιχουδιές για τους αγαπημένους του αλλά και για τον ίδιο αφού όλοι γνώριζαν την αδυναμία του. Θυμήθηκε τον Ιάκωβο τον Πολίτη ζαχαροπλάστη και τα εξαίσια σιροπιαστά του. Η βιτρίνα αυτή του θύμιζε πολύ την δικιά του και έτσι που έπεφτε ο ζεστός φωτισμός της επάνω στα τεράστια μελομακάρονα, τους αφράτους ευωδιαστούς κουραμπιέδες και τα γιορτινά τσουρέκια που είχαν πλημμυρίσει με τις θεσπέσιες μυρωδιές τους την κυκλική πλατεία του δημαρχείου, ο γέροντας δάκρυσε. Λένε πως ο άνθρωπος δένεται με τις μυρωδιές γιατί του σκάβουν την μνήμη. Ο δύστυχος γέροντας, ο μόνιμος κάτοικος της πλατείας είχε δεθεί με τις ευωδιαστές οσμές αυτού του ζαχαροπλαστείου που του θύμιζαν πολλά και όμορφα περιστατικά της ζωής του. Ήξερε πάντα τι ψήνει ο φούρνος του, τότε οι θύμισες έρχονταν στην επιφάνεια και πλημμύριζαν το είναι του. Ποτέ του όμως δεν είχε δοκιμάσει κάτι από αυτό το ζαχαροπλαστείο. Ποιος ξέρει γιατί, ίσως επειδή τα λιγοστά χρήματα που του άφηναν οι περαστικοί δεν έφθαναν για τέτοιες πολυτέλειες, ίσως ακόμα και να μην θεωρούσε τον εαυτό του άξιο να περάσει το κατώφλι του πολυτελούς καταστήματος, ίσως και γιατί στην άλλη πλευρά της πλατείας ο κύριος Φρίξος με το πολυκαιρισμένο μαγαζάκι αποικιακών ειδών και την μεγάλη καρδιά πάντα του έδινε ότι γλυκό έφτιαχνε με τα χεράκια της η κυρά Μέλπω. Άγιος άνθρωπος, τον έβρισκε πολλές φορές πριν ανοίξει το μαγαζάκι του και του άφηνε μια χορταστική μερίδα από το γλυκό που είχε φτιάξει την προηγουμένη η χρυσοχέρα, η Μέλπω του.
Κόπασε απότομα ο αγέρας. Μικρές παγωμένες νιφάδες στροβιλίζονται πέφτοντας δειλά από τον φορτωμένο ουρανό. Περνώντας ακόμα λίγα λεπτά άρχισαν να πέφτουν πιο θαρραλέα, πιο πυκνές, έτσι κατάφερναν να ασπρίζουν τα χορταράκια της πλατείας.
Κάποιοι ηλικιωμένοι κάτοικοι της περιοχής τον έβλεπαν χρόνια. Με το ευγενικό του παρουσιαστικό περίμενε καρτερικά πάντα στο ίδιο σημείο χειμώνα καλοκαίρι μέσα στην ζέστη αλλά και στην παγωνιά επάνω στο χαρτόνι του. Μιλούσε μόνο για να ευχαριστήσει τους διαβάτες που του άφηναν λίγα από τα κέρματα τους. Ήξεραν πως για κατάλυμα του ο γέρος ζητιάνος είχε ένα εγκαταλελειμμένο εμπορικό που κάποτε πουλούσε παπούτσια. Εκεί συντροφιά με τους φίλους του, τις γάτες, που τον δέχτηκαν για παρέα τους βρήκε το καταφύγιο του από τον καιρό αλλά και τους ανθρώπους της πλατείας δημαρχείου.
Κανείς πραγματικά δεν γνώριζε την ιστορία του ούτε και το πως ακριβώς βρέθηκε σε εκείνο το σημείο της πόλης . Κάποιοι έλεγαν αόριστα πως κάποτε ήταν ένας πλούσιος έμπορος καφέ στην πρωτεύουσα με τρανταχτή περιουσία. Μερικές λάθος κινήσεις και μια μέρα έχασε τα πάντα από την τράπεζα. Άλλοι υποστήριζαν πως του σάλεψε όταν πέθανε η αρραβωνιαστικιά του και άλλοι πως ήταν κάποτε ναυτικός, ο μόνος που σώθηκε από την μανία της τρικυμισμένης θάλασσας σε εκείνο το ναυάγιο. Όσο και να προσπάθησαν κάποιοι αυτός απλώς τους χαμογελούσε με καλοσύνη κοιτώντας τους γαλήνιος.
Η ώρα περνούσε, όσο η χιονοθύελλα δυνάμωνε τόσο το σώμα πάγωνε και η καρδιά του γέροντα κτυπούσε όλο και πιο αργά. Τα κουρασμένα μάτια του που τόσα βάσανα και ταλαιπώριες είχαν δει, έκλειναν. Αργά βυθίζονταν σε ένα γλυκό και καλοδεχούμενο ύπνο.
Ένας νεαρός που τον λυπόταν και τον βοηθούσε όταν κατέβαινε στην πλατεία για δουλειές τον είδε στην θέση του για ακόμα μια φορά. Θέλησε να του αφήσει μερικά χρήματα, σήμερα λίγα περισσότερα από ότι συνήθιζε. Θυμόταν μια φορά που του είχε δώσει και ένα παλιό παλτό του και ο γέροντας λάμποντας από χαρά του είχε χαρίσει ένα σωρό ευχές. Ήταν η μόνη φορά που είχε ακούσει την φωνή του.
<<Ε παππού, Καλά Χριστούγεννα>> του είπε και έριξε ένα γενναίο χαρτονόμισμα στο λιγδιασμένο κουπάκι του. Ο γέροντας δεν απάντησε.
Ο νεαρός μόρφασε πονεμένα. Κόσμος μαζεύτηκε τριγύρω του. Κάποιοι κοντοστάθηκαν και κούνησαν το κεφάλι τους λυπημένοι άλλοι προσπέρασαν και χάθηκαν στην βουή της πόλης. Ένας ογδοντάρης καλοστεκούμενος από αυτούς που τον γνώριζαν και τον βοηθούσαν στα χρόνια που ζούσε σε αυτήν την πλατεία είπε ως επικήδειο σφραγίζοντας την ζωή του γέροντα.
<< Έφυγε αθόρυβα, ολομόναχος αν και μέσα σε τόσο κόσμο. Καλύτερα έτσι, του έπρεπε τώρα, στην αγκαλιά του γέρικου δημαρχείου. Το ήξερε, δεν θα είχε θέση πια εδώ. Θα το σκοτώσουν και αυτό αύριο, στην θέση του θα έρθει ένα ψηλό κτίριο με πολλά εμπορικά. Αυτή είναι η πρόοδο μας, αυτό είναι το κέρδος μας.
Έζησε πονεμένα χρόνια ο δύστυχος μακάρι ο Θεός να τον αναπαύσει>>.

Έβλεπε τους συγκεντρωμένους ανθρώπους πότε να χάνονταν και πότε να εμφανίζονται μέσα στον πυκνό χιονιά. Όλα τέλειωσαν γρήγορα, έμεινε μόνο ο ήχος της σειρήνας του ασθενοφόρου που έτρεξε μακριά αφήνοντας τον μελαγχολικό απόηχο της να τριγυρνάει θλιμμένα μέσα στην πλατεία. Νύχτωσε, απέμεινε μόνος του μέσα στην σιωπή του χιονιού. Ψηλά επάνω από την ολόλευκη πλατεία που την κοίταζε για πρώτη φορά έτσι, λυτρωμένος από την φτώχεια και τις κακουχίες του γέρικου κορμιού είδε τα πάντα ξανά από την αρχή.
Η αυλαία τραβήχτηκε από την κυκλική σκηνή και άρχισαν να περνούν από μπροστά του τα αγαπημένα πρόσωπα των παιδικών του χρόνων, είδε την γλυκιά νεότητα του, την εποχή της επιτυχημένης ωριμότητας, τον μεγάλο έρωτα, την αβάσταχτη απώλεια. Ύστερα πόνεσε για μια στερνή φορά βλέποντας την πλεκτάνη και την συκοφάντηση, την σύλληψη και την φυλάκιση του, τον θάνατο της, την ταφόπλακα στο πρόωρο μνήμα της ζωής του.
Ξημέρωνε, ώρες εκεί παρακολούθησε όλη του την ζωή, όλα τα σημαντικά γεγονότα της μέχρι που συμφιλιώθηκε με το παρελθόν του και ξαλαφρωμένη πια η ψυχή του άνοιξε τις φτερούγες της. Ήταν έτοιμη να πετάξει μακριά, πέρα από την γη, πέρα από τα βάσανα και τις πίκρες την μέρα που ο μικρός Χριστός ακόμα μια φορά θα έσπερνε το δικό του μήνυμα, το μήνυμα της αγάπης. Δύσκολα φύτρωνε πια, άγονο το έδαφος σε έναν κόσμο όπου οι άνθρωποι έμαθαν να λειτουργούν μόνο με την ψυχρή λογική, το προσωπικό συμφέρον, το κέρδος, δίχως καρδιά, δίχως συναισθήματα, δίχως στοργή, αγάπη.
Όμως αυτό το μήνυμα πάντα θα βλασταίνει στην ψυχή κάποιων, αυτών που μπορούν να κοιτούν…….

….. Ψηλά επάνω από τις χιονισμένες στέγες των σπιτιών, οι άσπρες χαρούμενες νιφάδες στροβιλίζονταν στην δίνη του βοριά σε ένα ξέφρενο χορό σχηματίζοντας τα εφήμερα σχέδια τους γύρω από ένα απλωμένο χέρι, ένα γλυκό πρόσωπο, δυο μαβιά μάτια, αυτά που τον περίμεναν χρόνια κοντά τους, τα μάτια της αιώνιας αγαπημένης του, της Ελένης.


Ευχαριστώ για την παραχώρηση του πίνακα από τον ζωγράφο Ντίνο Παπασπύρου.
ΠΙΝΑΚΑΣ - Σινέ Αλκαζάρ


Καλές γιορτές και ας μην ξεχνάμε τον Συνάνθρωπο μας όχι μόνο στις γιορτές αλλά καθημερινά. Κάποιοι μας έχουν τόσο ανάγκη, κάποιοι μας χρειάζονται.

Α. Δ.Ε. Βαλμάς
Θεσσαλονίκη
Δεκέμβριος 2009


1 σχόλιο:

Α Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Παρακάτω παραθέτω τα μερικά emails σχετικά με το χριστουγεννιάτικο διήγημα μου.

Αγαπητέ Τάσο

Με μεγάλη ευχαρίστηση δέχθηκα το φετεινό σου δώρο. Και να φανταστείς οτι την ημέρα που μου έστειλες το μήνυμα ήμουν στο κέντρο σε τρελό τρέξιμο, με άγχος και εκνευρισμό, είχα να κάνω με ένα θανατηφόρο εργατικό ατύχημα ενός φτωχού ανθρώπου και μέσα σ'αυτή τη μιζέρια έλεγα στον εαυτό μου πως, πάει, τέλειωσε, δεν θα καταφέρω να νοιώσω την ποθητή χριστουγεννιάτικη αγαλίαση φέτος. Σκεφτόμουν λοιπόν πως έπρεπε οπωσδήποτε να ξαναδιαβάσω τα παραμύθια σου για να μπορέσω να μπώ στο κλίμα. Οταν λοιπόν είδα το μηνυμά σου δεν σου κρύβω οτι χάρηκα διπλά!!
Διάβασα το παραμύθι. Είναι πολύ μελαγχολικό βέβαια, αλλά δυστυχώς αντικατοπτρίζει απόλυτα την σημερινή πραγματικότητα. Αυτό το σκηνικό που περιγράφεις εγώ το ζω κάθε μέρα όλο το χρόνο στο κέντρο της Αθήνας, και το σιχαίνομαι. Θέλω να φύγω, θέλω να πάω στο χωριό μου στη Καρδίτσα να μείνω εκεί, να γλίτώσω από αυτή την κόλαση. Μόνη μου παρηγοριά το καταφύγιό μου στον Διόνυσο, διότι έτσι όπως είναι τα επαγγελματικά και οικογενειακά δεδομένα, αυτή η φυγή είναι προς το παρόν ρεαλιστικά αδύνατη. Προσπαθώ να είμαι ένας δίκαιος και γενναιόδωρος άνθρωπος, αυτό με κάνει να αισθάνομαι καλύτερα, αλλά είναι πολλοί που λένε οτι αυτό είναι εγωιστικό. Μπορεί, δεν ξέρω.
Πιο πολύ με ανησυχεί ο κόσμος στον οποίο θα ενηλικιωθούν τα παιδιά μας.
Τέλος πάντων, μη σε κουράσω άλλο, σ'ευχαριστώ που για άλλη μιά χρονιά με βοήθησες να μπω στο πνεύμα των Χριστουγέννων και σου έυχομαι με τη σειρά μου καλές γιορτές με αγάπη και γαλήνη.
Μου αρέσει το στυλ γραφής σου και τα μετεο-στοιχεία που συμπεριλαμβάνεις :-))

Ντίνος


ΘΕΛΩ ΝΑ Σ’ΕΥΧΑΡΙΣΤΗΣΩ ΚΑΙ ΝΑ ΣΕ ΣΥΓΧΑΡΩ ΓΙΑ ΤΗΝ ΥΠΕΡΟΧΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΠΟΥ ΕΓΡΑΨΕΣ !
ΜΕ ΕΚΑΝΕΣ ΚΑΙ ΔΑΚΡΥΣΑ !
ΕΥΧΟΜΑΙ ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ ΚΑΛΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΣΕ ΕΣΕΝΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΟΥ , ΜΕ ΑΓΑΠΗ ΚΑΙ ΥΓΕΙΑ !!

ΓΙΟΥΛΗ


Καλησπέρα, Τάσο. Διάβασα το διήγημά σου και το βρήκα πολύ όμορφο και καλογραμμένο. Με τα ωραία αισθήματά σου.
Οι τελευταίες δύο γραμμές δεν χρειάζονται βέβαια. Όλο το διήγημα δίνει το μήνυμα από μόνο του. Το μήνυμα της αγάπης
και της αλληλεγγύης. Μπράβο σου.

ΤΟΛΗΣ

Ατμόσφαιρα και άρωμα του Ντικενς, στην σύγχρονη εποχή. Όμορφο παραμύθι.

Τόνια

ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΓΗ