Πέμπτη, Απριλίου 12, 2012

Πριν το Ηλιοβασίλεμα

 
Από την γέννηση μέχρι το ηλιοβασίλεμα μιας ηλιαχτίδας

    Ο Ήλιος πιστός στην υπόσχεση του άρχισε να προβάλει στον ανέφελο ουρανό της άνοιξης, πίσω από τις δασωμένες βουνοπλαγιές του Χορτιάτη. Κείνη την στιγμή μια χρυσαφένια ανάσα του γεννήθηκε πέρα από τον Θερμαϊκό,  μέσ’ την καρδιά των χιονισμένων οροσειρών της δύσης που ατάραχες αχνόφεγγαν μες στο βαθύ τους μπλε. 

   Μεμιάς οι βουνοκορφές φωτίστηκαν σκορπώντας στην πλάση ολάκερη τα χρώματα της ίριδας. Από την μεγαλοπρέπεια του θρόνου τους, η μικρή ηλιαχτίδα αντίκρισε την ομορφιά, την απεραντοσύνη του κόσμου και μαγεύτηκε. Ο παντοκράτορας χρόνος όριζε και την δική της σύντομη ζωή, έπρεπε να κατεβεί να γνωρίσει τους τόπους που απλώνονταν στα πόδια των βουνών, στον εύφορο κάμπο, πλάι στην θάλασσα. Φεύγοντας, τα κορφοβούνια της δώσανε τον άνεμο για σύντροφο, να κατηφορίσουν αντάμα τις απόκρημνες πλαγιές τους και να φτάσουν μέχρι τα χωριά του κάμπου που ‘χαν πάντα ανάγκη τις κόρες του Ήλιου. 

   Στα χαμηλά την ζεστασιά της υποδέχτηκαν με χαρά η ανθισμένη φύση, οι χωρικοί μα και όλα τα ζωντανά που είχαν λουφάξει την ξάστερη νυχτιά στις κρυψώνες τους. Τριγύρισε με πόδια γυμνά στα καταπράσινα χωράφια και ζέστανε με την πνοή της  τους αγέννητους καρπούς. Σκαρφάλωσε σε ανθισμένα δέντρα και χάιδεψε απαλά τα πολύχρωμα μπουμπούκια τους. Πήρε μια αγκαλιά αγριολούλουδα και τα ολόχρυσα μαλλιά της στεφάνωσε με κόκκινες παπαρούνες. Οι στιγμές κυλούσαν σαν μέρες για αυτήν, μεγάλωνε γοργά και έπρεπε και πάλι να κινήσει, να συνεχίσει το ταξίδι της. Αποχαιρετώντας τον κάμπο που μεγάλωσε, η νεαρή ηλιαχτίδα πήρε στον κόρφο της τους ανέμελους ήχους και τις μοσχοβολιές των λουλουδιών. 

   Περπάτησε μέχρι την θάλασσα, ανάλαφρα βούτηξε στον γαληνεμένο σαν λίμνη κόλπο. Τα πλάσματα της θάλασσας σαν την αντίκρισαν έτρεξαν να μπλεχτούν μέσα στα φωτεινά μαλλιά της. Κολυμπώντας και παίζοντας την έφεραν μέχρι το ακρογιάλι της νύφης, της όμορφης Σαλονίκης. Εκείνη ξενυχτισμένη, αναπαυόταν μαζί με τους ανθρώπους της.  Το όμορφο μέτωπο της πλάι στην γαλαζωπή αγκαλιά δεχότανε μεσ’ στον γλυκό της λήθαργο τα πρωινά του χάδια, την αλμυρή του νερού πνοή. 

    Η χρυσαφένια ανάσα, αθόρυβα αναδύθηκε. Στην μεστή της νιότη μια επιθυμία την παρακίνησε και άρχισε να τριγυρνά σε λεωφόρους και πάρκα του κέντρου ιστορικά, ζητούσε από κοντά να αισθανθεί το τραχύ διάβα των αιώνων της.  Πολυτάραχο το πέρασμα του χρόνου, το ένοιωσε στις αρχαίες στοές, στα πεσμένα κορμιά των βαρβάρων έξω από τα κάστρα της, στα οθωμανικά χαλάσματα. Σαν πότισε από το αίμα, το δάκρυ, τα πολυκύμαντα χρόνια μα και γνώρισε τις δόξες του παρελθόντος της, τράβηξε κατά τα δυτικά σε δρόμους ταπεινούς, σε γειτονιές απόκληρες. 

    Χώθηκε ανάμεσα στους μαύρους καπνούς που έκοβαν την ανάσα της, που θάμπωναν τον ουρανό της. Τρύπωσε στα λιγοστά εργοστάσια που είχαν απομείνει στο σώμα της. Είδε ανθρώπους κουρασμένους, μα καλοσυνάτους  που την αγάπη κουβαλούσαν στο πετσί τους. Τρέχαν αγχωμένοι για να μπουν μέσα σε τούτα τα ανήλιαγα εργοστάσια για ένα κομμάτι γλυκό ψωμί, τις οικογένειες να θρέψουν.

    Ύστερα κίνησε μέχρι την άλλη άκρη της πόλης, πάνω από σπίτια γκριζωπά και δρόμους πολύβουους που μούγκριζαν χιλιάδες μηχανές μολύνοντας τον αέρα. Η ηλιαχτίδα τρύπωσε μέσα από γρίλιες και παραθυρόφυλλα κρυφοκοίταξε μικρές στιγμές της ζωή τους. Γνώρισε την αρρώστια στα νοσοκομεία, περιπλανήθηκε στις γειτονιές, ανακατεύτηκε με βιαστικούς διαβάτες, με ανέμελα παιδιά σε αυλές και σχολεία. Η μέρα έγερνε πια και η μεστή ηλιαχτίδα άρχισε να ανηφορίζει μέχρι που έφτασε ψηλά στους λόφους, εκεί που τα  σπίτια είναι πλούσια δίχως έννοιες οικονομικές. Είδε πλούτη αμέτρητα και όλης της γης τα αγαθά, μα αναρωτήθηκε, «Η αγάπη έβρισκε τόπο φιλόξενο σε τούτα τα χορτασμένα σώματα;»  

   Γερασμένη πια, λίγο πριν έρθει το σκοτάδι γύρισε να κοιτάξει πίσω της, τη γη της Μακεδονίας, τα ανθρώπινα δημιουργήματα. Αγέρωχα βουνά, ευλογημένοι κάμποι, γραφικά χωριά και ολόιδιες τσιμεντένιες πόλεις διαγράφονταν μέσα στο ασθενικό φως. Χάρηκε που η μοίρα την έστειλε εδώ, που έζησε όλη της την ζωή σε τούτο το φιλόξενο κομμάτι γης πλάι στην θάλασσα. Όμως ο Χρόνος την καλούσε, ήταν πάνω από τις δυνάμεις της, πέρα από την βούληση της.
   
   Για αποχαιρετισμό άφησε ένα της δάκρυ που έσπασε σε αμέτρητες σταγόνες και πότισε σαν μνήμη το χώμα της γης που έζησε. Ήσυχα τράβηξε για τις δασωμένες βουνοπλαγιές, εκεί που γεννήθηκε στον κόσμο, εκεί που της έμελε να κοιμηθεί. Αύριο το πρωί μια άλλη ηλιαχτίδα θα γεννιόταν, θα μεγάλωνε και θα λιοβασίλευε σε αυτόν τον κόσμο.
                   ∽ ∽ ∽ 
Μέρος δεύτερο

Και όμως, είπε το πουλί,
κάποτε τούτες οι ρίζες
 ήταν δυνατές,
τρέφαν με στοργή
ολάκερο το δέντρο


- Καληνύχτα Στέλλα
- Καληνύχτα Θεόδωρε
- Καληνύχτα Θανάση
«Καληνύχτα ….. καληνύχτα».
   
    Η ώρα της αναγέννησης μετά τις γκρίζες μέρες του χειμώνα είχε φτάσει ακόμα μια χρονιά. Ουρανός με γη, όλα τους ένα στην θαυμαστή συμφωνία της φύσης.  Φέτος ο κήπος γιόρταζε πιο νωρίς από άλλες φορές. Η βαρυχειμωνιά είχε εξαφανιστεί μαζί με τον κουτσοφλέβαρο και ο Μάρτης μέσα στην γλύκα του άφησε τα ξύλα άκαυτα, στοιβαγμένα στις αποθήκες. Ήταν ένας Απρίλης ζεστός σαν Μάης, δέντρα και λουλούδια έσφυζαν από ζωντάνια, από ομορφιά.  Αρρενωποί πορτοκαλί κατιφέδες πλάι σε πανέμορφες λευκές ίριδες, κίτρινες νεραγκούλες περικυκλωμένες από ολόασπρα σουρφίνια, δίχρωμες ντάλιες παρέα με μωβ βιολέτες και εγωπαθείς νάρκισσοι συγκατοικούσαν αρμονικά στο νοτισμένο έδαφος. Ανάμεσα από τις πυκνές φυλλωσιές των δένδρων τα πουλιά κελαηδούσαν τα ανοιξιάτικα τραγούδια τους και το μαλακό αεράκι μεθυσμένο από τις μυρωδιές τα ταξίδευε όσο πιο μακριά μπορούσε.  Τα έντομα ζουζούνιζαν χαρμόσυνα μεσ’ τις καρδιές των μπουμπουκιών και ούτε μια στιγμή μέσα στην εφήμερη ύπαρξη τους δεν χόρταιναν να πετούν, σε όλα τα χρώματα, σε όλες τις ευωδιές του κήπου. Το μυρωμένο χώμα τ’ Απρίλη φιλοξενούσε έναν μαγικό μικρόκοσμο από λογής λογής ζωύφια, απειροελάχιστες υπάρξεις, ασημαντότητες μα και ταυτόχρονα θαύματα αυτού του κόσμου. Ακάματα τριγυρνούσαν στα βουνά του κήπου ανάμεσα σε βράχους και λουλούδια γίγαντες, προσπαθώντας μες στην μικρή ζωούλα τους να καρπωθούν μερικές σταλαγματιές από το νέκταρ της πλάσης. 

   Μια πανδαισία χρωμάτων και ανοιξιάτικων ευωδιών έδιναν τις πιο όμορφες παραστάσεις τους λίγες μέρες πριν την είσοδο του καλοκαιριού. Απόλαυση να κάθεται κανείς πλάι σε αυτόν τον κήπο καθώς ο ανοιξιάτικος ήλιος τριγυρνάει εκεί ψηλά σύμμαχος και φίλος με την γλυκιά του θαλπωρή. Είναι αυτές οι λιγοστές μέρες της άνοιξης που ο Ηλιοκράτορας με τα αδέλφι του τον άνεμο καλούν τον άνθρωπο να κλείσει τα μάτια, να πάψει να σκέφτεται με την λογική, να λευθερώσει την ψυχή, να αφήσει πίσω του την αποκαρδιωτική ψευδαίσθηση των ανώφελων αριθμών. Είναι οι στιγμές που η αθέατη ύπαρξη μας μπορεί να ταξιδέψει σε τόπους μακρινούς, στις απόκρυφες γωνίες της ουτοπίας.


   Ο κυρ Θανάσης μόλις είχε ανοίξει τα βλέφαρα του. Στο κομοδίνο το γαλάζιο παλιομοδίτικο ρολόι με το σακάτικο ξυπνητήρι μετρούσε αδιάφορα τον χρόνο, δίχως αποστολή. Οι δείκτες του εκείνο το μοναδικό λεπτό στην αιωνιότητα συναντιόνταν στο μονότονο περιστροφικό ταξίδι τους, στις 9 το πρωί. 
- Ωχ, σαν να παρακοιμήθηκες πάλι, είπε χαμογελώντας ο ηλικιωμένος άντρας. 

   Τα χρόνια που αυτή η φράση έβγαινε από μέσα του με άγχος έστω και για τα λίγα λεπτά μετά τις 5 τα χαράματα, είχαν περάσει ανεπιστρεπτί.  Το γαλάζιο ρολόι ήταν το ίδιο, τότε όμως οι δυο μεταλλικές του καμπάνες δονούσαν το δωμάτιο ολάκερο. Έξω το σκοτάδι πάντα πηκτό, χειμώνα – καλοκαίρι.  Αστραπιαία πετιόταν από το κρεβάτι του για να το κλείσει πριν ξυπνήσει το μωρό από το δυνατό κουδούνισμα. Γρήγορα γρήγορα έβαζε στο στόμα του μια φρυγανιά και δυο γουλιές ελληνικό καφέ και πεταγόταν - κομμένος πολλές φορές από το ξυράφι - να προλάβει να αλλάξει τρία λεωφορεία μέχρι την ΓΚΡΕΤΟΒΑ, την βιομηχανία καπνού. Τριάντα πέντε χρόνια δούλεψε στο εργοστάσιο μέχρι να έρθει η μέρα της σύνταξης. 

   Επικίνδυνη και σκληρή η δουλειά του θερμαστή. Χοντροκομμένα εργαλεία που απαιτούν μπράτσα μα και ψυχή, μαυρίλα, γράσσο, ανυπόφορη ζέστη και υγρασία, ποτάμια από καυτό αλμυρό ιδρώτα στον βωμό του μεροκάματου. Μια έκρηξη μικρή ή μεγάλη στους λέβητες και σε μια στιγμή αυτά για τα οποία μόχθησε μια ζωή θα χάνονταν σε ένα ανοιγόκλεισμα των βλεφάρων, ίσως το στερνό.  Ευτυχώς η τύχη είχε σταθεί στο πλευρό του όλα τα χρόνια, μέχρι το τελευταίο μεροκάματο όταν παρέδωσε τα κλειδιά του, στον Μιχαλάκη, τον επί χρόνια παραγιό και αντικαταστάτη του. Το ίδιο βράδυ έπεσε ανάλαφρος στο κρεβάτι του πλάι στην κυρά του, την Νίτσα του, αφού πρώτα είχε αχρηστέψει θριαμβευτικά το ξυπνητήρι του γαλάζιου ρολογιού μια για πάντα. 

   Τιτιβίσματα και ανοιξιάτικες μυρωδιές από τον κήπο τρύπωναν στο δωμάτιο μαζί με τα γέλια μιας παρέας. Ο κυρ Θανάσης ανασηκώθηκε λιγάκι δύσκολα και αφού πρώτα αφόρισε τα αρθριτικά του κάθισε στο κρεβάτι και με αργές κινήσεις άπλωσε τα πόδια του κάτω για να συναντήσουν τις καφέ παντούφλες. Το παράθυρο του είχε μείνει ορθάνοιχτο από το χθεσινό βράδυ. Ζεστή και υγρή νυχτιά, έτσι αποφάσισε να το αφήσει ανοιχτό για πρώτη φορά αυτήν την άνοιξη. Περπάτησε μέχρι το αλουμινένιο παράθυρο και έβγαλε το κεφάλι του έξω. Έριξε το βλέμμα του στον κήπο, μια μεγάλη στρογγυλή τραπεζαρία τοποθετημένη στο γρασίδι, φιλοξενούσε την εύθυμη παρέα. Τους κοίταξε με αγάπη.
- Καλημέρα στα νιάτα φώναξε από το παράθυρο του, όλοι γύρισαν προς το μέρος του.
«άντε», «νύχτωσε», «κατέβα» «υπναρά», ανακατωμένες εύθυμες φωνές του απάντησαν .
Πέντε χρόνια ήταν μαζί…. Πέντε ολάκερα χρόνια, μια αγαπημένη παρέα. 

                                                   ***

    Η συγχωρεμένη η κ. Νίτσα είχε φύγει από το πλευρό του πριν έξι χρόνια,  στις 8 το πρωί μιας κρύας μέρας του Φλεβάρη. Έμεινε μόνος, το σπίτι, η αγαπημένη τους φωλιά ήταν σαν φυλακή χωρίς την Νίτσα του. Δύσκολες οι μέρες, δυσκολότερες οι ατέλειωτες νύκτες στο παγερό πια σπιτικό με μόνη συντροφιά τις μνήμες της ζωής τους και το ραδιόφωνο που σιγομουρμούριζε παλιά λαϊκά τραγούδια. Το βάρος των αναμνήσεων, η θλίψη της απώλειας ήταν δυσβάσταχτα, η γέρικη καρδιά του μέρα με την μέρα κλείνονταν και ολοένα βυθιζόταν σε βαθιά νερά. Τότε ήταν που ο μοναχογιός του ο Μιχάλης, ο πολιτικός μηχανικός του, το ξανθό αγοράκι του, η αιτία μα και η χαρά για τον μόχθο μιας ζωής του πρότεινε να μείνει μαζί με την οικογένεια του στο ευρύχωρο σπίτι τους σε μια πολυκατοικία στα ανατολικά προάστια της Θεσσαλονίκης. 

    Μεγάλο λάθος, δεν έπρεπε να το δεχθεί όσο και αν επέμενε ο Μιχάλης. Η Όλγα, η σύζυγος του, του είχε φέρει μεγάλες αντιρρήσεις από την στιγμή που της το πρότεινε. «Εγώ δεν μπορώ ούτε με τους γονείς μου μέσα στο σπίτι, θα έχω τον δικό σου στο κεφάλι μου;». Ο μοναχογιός όμως επέμενε και επέμενε, τις έταξε όμορφα δώρα ώσπου στο τέλος έκαμψε την αντίσταση της και την κατάφερε να τον φέρει στο σπίτι. Ο Μιχάλης δεν αισθάνονταν ήσυχος να μένει μόνος ο ηλικιωμένος πατέρας του, το είχε υποσχεθεί και στην μάνα του λίγο πριν, όταν τα οράματα της πλήθαιναν και ένοιωθε ότι φεύγει μακριά τους. «Τι θα απογίνει χωρίς εμέ; Μια ζωή τον κανάκευα σαν μωρό». Ο μοναχογιός κάθε φορά το υπόσχονταν στην μάνα, θα τον πρόσεχε αυτός μέχρι το τέλος και της το ορκίζονταν εμπρός στην Παναγιά. Έτσι τώρα του τα ‘λεγε «Θέλεις να πατήσω τον όρκο μου;» και επέμενε να τον πάρει κοντά του. Ο κυρ Θανάσης όμως δεν συναινούσε, ήξερε την νύφη, τον χαρακτήρα της,  καταλάβαινε ότι θα ήταν βάρος για την ευτυχία του γιού του και προτιμούσε την μοναξιά από τα προβλήματα που πίστευε ότι θα έφερνε μοιραία η συγκατοίκηση τους. Εκείνος όμως επέμενε αφόρητα, τον διαβεβαίωνε ότι δεν θα υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα. «Πατέρα δεν θα μας ενοχλείς θα έχεις το δικό σου δωμάτιο και τα παιδιά τον παππού τους, θα είναι καλά και για εσένα και για αυτά». Ο κυρ Θανάσης λύγισε από την πίεση του Μιχάλη του, όμως και  η μοναξιά δεν αντέχετε, ειδικά σε ένα σπίτι γεμάτο με τις αναμνήσεις μιας ευτυχισμένης ζωής. Σε λίγες μέρες η γειτονιά γέμισε με «ΕΝΟΙΚΙΑΖΕΤΑΙ»  και ο παππούς ακολούθησε για πρώτη φορά στην ζωή του το θέλημα του ξανθού αγοριού. 

    Η καλή ημέρα από το πρωί φαίνεται λέει ο σοφός λαός. Από την πρώτη κιόλας, η νύφη του ξίνισε τα μούτρα της όταν διαπίστωσε, «Πατέρα λούζεσαι μόνο μια φορά την εβδομάδα; Πως αντέχεις, μα πως αντέχεις;  Α π ο κ λ ε ί ε τ α ι, αποκλείεται». Μικρές και μεγάλες παρεξηγήσεις καθημερινά γεννούσαν πλάσματα του κακού που έσπερναν διχόνοια.  Ερήμην του κυρ Θανάση η νύφη του σκαρφίζονταν ένα σωρό προφάσεις για να τον κατηγορεί στον Μιχάλη και τα παιδιά. «Η Μαρία και ο Θοδωρής δεν θέλουν να έρθουν γιατί αισθάνονται άβολα με τον πατέρα σου να πηγαινοέρχεται σαν φάντασμα στο σπίτι. Μια στην κουζίνα, δυο στην τουαλέτα, Αχ αυτή η τουαλέτα, κάθε τρεις και λίγο εκεί, προχθές αργήσαμε στο σχολείο για αυτόν τον λόγο. Να φτιάξεις μια δεύτερη, δεν θα αντέξουν για πολύ ακόμα τα νεύρα μου». Χώρος για δεύτερη τουαλέτα δεν υπήρχε στο σπίτι και το ήξερε πολύ καλά η Όλγα αφού αυτή ήταν που ζήτησε να γίνει ο καθορισμένος χώρος της μια μικρή αποθήκη. Ο κυρ Θανάσης δεν την αδικούσε για την στάση της, αλλά τι να κάνει; Ειδικά για την τουαλέτα, βλέπεις έπρεπε  - κατ’ εντολή του θεράποντος ιατρού - να πίνει τουλάχιστον δέκα ποτήρια νερό, ο προστάτης του δεν τον άφηνε σε ησυχία. Δεν θύμωνε αλλά αντίθετα την καταλάβαινε, της έδινε και δίκιο «νέος άνθρωπος, άλλη σκέψη, άλλη πράξη». Ήξερε ότι αργά η γρήγορα η νύφη και ο γιός του θα έρχονταν σε σύγκρουση και αυτό τον στεναχωρούσε ιδιαίτερα. Τώρα όμως δεν είχε άλλη λύση. Το σπίτι του είχε νοικιαστεί, που να πήγαινε. Άρχισε να κλείνεται στον εαυτό του, προσπαθούσε να μην βγαίνει από το δωμάτιο του όταν ήταν στο  σπίτι οι υπόλοιποι, ειδικά η νύφη του. Έκοψε και το νερό με κίνδυνο για την υγεία του. Στον γιό του δεν άνοιγε συζητήσεις και στις επίμονες ερωτήσεις του απαντούσε μόνο με ένα λιτό «καλά, είμαι παιδί μου». Η μοναδική του διέξοδος ήταν οι μακρινές βόλτες του στην πόλη. Ο Μιχάλης το έβλεπε καθαρά, σε λίγο ο πατέρας του θα μελαγχολούσε κλεισμένος στον εαυτό του.

  Έπειτα από κάποιο καιρό  ο Μιχάλης χρειάστηκε να λείψει για αρκετές ημέρες σε ένα σημαντικό επαγγελματικό ταξίδι στην Γαλλία. Πίσω ο παππούς πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Οι εμφανίσεις του έξω από το δωμάτιο όλο και λιγόστευαν, μια ημέρα μάλιστα δεν τον είχαν δει να βγαίνει καθόλου, ούτε είχε φάει από τον δίσκο που του έφερε ο μεγάλος εγγονός του. Η Όλγα έβλεπε την κατάσταση, τώρα ήταν η πιο κατάλληλη στιγμή για να μιλήσει στον γιό του και από το τηλέφωνο να του το προτείνει. 

  Το επόμενο πρωί τα εκμυστηρεύθηκε όλα στην Χαρούλα την συνάδελφο της στο γραφείο.  Θα της ήταν δύσκολο να του το πει αλλά θα την βοηθούσε η απόσταση και ο χρόνος που θα είχε ο Μιχάλης να το χωνέψει μέχρι να επιστρέψει. Το ίδιο βράδυ κιόλας τον πήρε στο ξενοδοχείο. Αν και του έλειπε το σπίτι του, ο ξενιτεμένος είχε πολλούς και σημαντικούς λόγους για να χαρεί με τις εξελίξεις που είχαν επιτευχθεί τις τελευταίες μέρες στο Παρίσι. Ένα λαμπρό μέλλον διαφαίνονταν για το τεχνικό γραφείο του. Μόλις σήκωσε το τηλέφωνο και άκουσε την φωνή της ένας χείμαρρος ενθουσιασμού ξεχύθηκε από μέσα του. Πετούσε ψηλά, σαν καλοζυγισμένος χαρταετός που ζει το απόγειο της δόξας του.
- Χαίρομαι πολύ για σένα μωρό μου είναι καταπληκτικά όλα αυτά και θα χαιρόμουν ακόμη περισσότερο αν είχα να σου πω και εγώ καλά νέα, όμως πρέπει να σε στεναχωρήσω. Ο ενθουσιασμός του πάγωσε και τα λόγια της τον προσγείωσαν απότομα στην πεζή πραγματικότητα των θνητών.
- Ο πατέρας σου δεν πάει καθόλου καλά, εχθές δεν βγήκε από το δωμάτιο, ούτε για μια στιγμή, δεν έφαγε ούτε το φαγητό του.
- Του είπες κάτι; Είχατε μαλώσει την προηγούμενη;
- Όχι, όχι το ορκίζομαι. Δεν ξέρω τι τον έπιασε και δεν βγήκε καθόλου, έστω για μια βόλτα που του αρέσει.  Θα μου πεις καλύτερα να είναι μέσα γιατί καμιά στιγμή θα τον ψάχνουμε και δεν θα ξέρουμε που είναι. Στην άλλη άκρη της γραμμής ο Μιχάλης ένιωσε να παγώνει, η επαγγελματική του επιτυχία διαλύθηκε μεμιάς υπό το βάρος των γεγονότων.
- Μιχάλη άκουσε με πριν πεις οτιδήποτε, η Νίκη, ξέρεις η κουμπάρα της Ναυσικάς, πήγε τον πατέρας της σε ένα πολύ όμορφο κέντρο φροντίδας ηλικιωμένων. Είναι κατενθουσιασμένη, το ίδιο και ο πατέρας της. Νομίζω πρέπει να το σκεφτείς σοβαρά αγάπη μου…

  Σαν έκλεισε η γραμμή, ο Μιχάλης σωριάστηκε στο πολυτελές γραφείο. Για ώρα παρέμεινε σκεπτικός με βλέμμα απλανές να κοιτά αόριστα τα μοτίβα της μοκέτας. Όταν σήκωσε απρόθυμα το βλέμμα του κοίταξε τον εαυτό του μέσα από τον πεντακάθαρο καθρέπτη. Χωρίς αμφιβολία ήταν η καλύτερη περίοδος της επαγγελματικής του καριέρας δυστυχώς όμως το πρόβλημα με τον γονιό του ήταν μεγάλο. Η συνείδηση του πάλευε, η υπόσχεση στην μάνα του ζωντάνευε πάλι. Δεν ήταν σαν πολλούς γνωστούς του, ποτέ δεν θα πάρκαρε τον ανήμπορο γονιό σε μια κλινική για να πάει διακοπές, όμως εδώ η κατάσταση ήταν διαφορετική. Ο πατέρας του ακροβατούσε σε τεντωμένο σχοινί επάνω από την άβυσσο της μελαγχολίας. Το αναπόφευκτο ερώτημα όμως τον τυραννούσε.  Αλήθεια θα μπορούσε να το κάνει; Θα μπορούσε να αφήσει τον πατέρα του μόνο σε ένα γηροκομείο;  Αυτό ήταν στην ουσία. Δεν ήθελε να κοροϊδεύει το εαυτό του, η αλήθεια δεν αλλάζει, δεν ωραιοποιείται με τους σύγχρονους όρους τον εμπόρων της υγείας. Μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων, κέντρο περίθαλψης και αποκατάστασης, μονάδα αναβίωσης της τρίτης ηλικίας, οίκος ευγηρίας, όλα αυτά είναι το ίδιο πράγμα, η ουσία δεν αλλάζει. 

    Η γιαγιά του, η μάνα του πατέρα είχε κλείσει τα μάτια της στο σπίτι τους. Η κ. Νίτσα την φρόντισε μέχρι την τελευταία στιγμή σαν να ήταν η πραγματική της μάνα,  η γυναίκα που την άφησε ορφανή λίγο μετά αφού της είχε χαρίσει την ζωή. Η γιαγιά του, διηγιόταν τα πιο όμορφα παραμύθια του κόσμου, του έπλεκε τους πιο ξεχωριστούς σκούφους, χρωματιστά κασκόλ και περίτεχνα πουλόβερ για να πηγαίνει ζεστός στο σχολείο τους παγερούς χειμώνες. Μαγείρευε όταν η κυρά Νίτσα χρειαζόταν την βοήθεια της και όταν ο ταχυδρόμος έφερνε την πενιχρή σύνταξη της του έδινε ένα καλό χαρτζιλίκι για να παίξει με τους φίλους του.
     Έτσι μεγάλωσε αυτός. Σήμερα όμως σκεφτόταν πως όλα έχουν αλλάξει. Οι παππούδες δεν έχουν θέση στα σπίτια των παιδιών τους, δίπλα στα εγγόνια όπως παλιά, τώρα τους χρειάζονται μόνο για λίγες ώρες για οικιακούς βοηθούς. Οι άνθρωποι είναι πολυάσχολοι, τα ζευγάρια δουλεύουν ολημερίς, οι σύγχρονες απαιτήσεις της ζωής πολλές, οι επιθυμίες μυριάδες, οι λογαριασμοί, τα δάνεια, θηλιά. Η υπομονή είναι δυσεύρετο προσόν πια, ο εγωισμός περισσεύει, δηλητηριάζει. Τα ίδια έμελε να συμβούν και στο δικό του σπίτι. Η γυναίκα του από παιδί δεν ήταν μαθημένη να συγκατοικεί, άλλη οικογένεια η δική της, τελείως διαφορετική από την δική του, μονόχνοτοι άνθρωποι. Τι να έκανε, η  Όλγα, η συμπεριφορά της ήταν  πρόβλημα, δεν έδειχνε να τον μισεί μα δεν βοηθούσε κιόλας. Ο πατέρας του δεν ένοιωθε άνετα, μάλλον το μεγάλο πρόβλημα ήταν ότι δεν μπορούσε να ξεπεράσει τον θάνατο της γυναίκας του, κάτι έπρεπε να γίνει γιατί δεν θα άντεχε για πολύ ακόμα. Μέρα με την μέρα ο γεράκος του βυθιζόταν στην μοναξιά και τις αναμνήσεις. Οι σκέψεις αυτές σφηνώθηκαν ίδιες λεπίδες αιχμηρές που ανελέητα βασάνιζαν την ψυχή του.  Σκέψεις, συναισθήματα, ενοχές. Όσο όμως επώδυνο και να ήταν για τον ίδιο ίσως η λύση του γηροκομείου να ήταν η καλύτερη για όλους. Το βράδυ έμεινε ξάγρυπνος, πλάι στο παράθυρο, παρέα με τα θαμπά φώτα στις όχθες του Σηκουάνα.  

  Μια εβδομάδα μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα περνούσε μαζί με τον κυρ Θανάση το κατώφλι ενός καλοδιατηρημένου συγκροτήματος που εκτείνονταν στις πλαγιές κατάφυτων λόφων πάνω από το Ασβεστοχώρι. Πριν φτάσουν σε αυτό το κατώφλι, είχαν μιλήσει αντρίκια πατέρας με γιο. Ο κυρ Θανάσης άκουσε με κατανόηση, καλύτερα με ανακούφιση τον κουμπωμένο από το άγχος γιό του. «Αγόρι μου, αυτό πρέπει να γίνει, να μην στεναχωριέσαι καθόλου. Στο είχα πει από την αρχή, τι θέλω εγώ ανάμεσα σε ένα νέο ζευγάρι».  
                                                        
                                                          ***

- Επιτέλους, του φώναξε η παρέα με μια φωνή.
 -  Έλα Θανάση, κάτσε του έδειξε την διπλανή του καρέκλα ο κυρ Σπύρος. Ο Θανάσης κάθισε στη άκρη του τραπεζιού και άπλωσε τα πόδια του στο μαλακό γρασίδι.
-Για πες μας τώρα υπναρά τι ονειρεύτηκες εχθές βράδυ; Η ερώτηση ήταν του Αγησίλαου, του καλού του φίλου.
- Τίποτα καλό θα ήταν για να αργήσει τόσο, είπε περιπαικτικά η κυρά Στέλλα, το πειραχτήρι της παρέας που μόλις είχε συμπληρώσει την 71η άνοιξη της.
- Μπα που τέτοια, απάντησε για λογαριασμό του Θανάση ο έτερος φίλος του, ο Δημοσθένης ο παππούς της παρέας, αφού είχε έρθει στον κόσμο τα Χριστούγεννα του 1928. Γελώντας ελαφρά πρόσθεσε, έχουν εξαφανιστεί εδώ και καιρό τα όμορφα όνειρα. Ο κήπος τραντάχτηκε από τα γέλια.
- Άντε, ωραία, να λέμε τέτοια να γελάει το χειλάκι μας είπε ο Μπάμπης, γιατί τον τελευταίο καιρό πολλές στεναχώριες με πλακώσανε.
- Σου συμβαίνει κάτι Μπάμπη; τον ρώτησε αμέσως ο κυρ Θανάσης που ήταν γνωστός για την ευαισθησία του στα προβλήματα των άλλων.
- Να, η κόρη μου, δίστασε για μια στιγμή, κοίταξε τον Θανάση, χαμήλωσε το βλέμμα του στο γρασίδι.
- Τι συμβαίνει χριστιανέ μου; Τον ρώτησε τρομαγμένη η κυρά Ελισάβετ που πάντα στο πίσω μέρος του μυαλού της είχε πάντα τον φόβο για την αρρώστια, για την αρρώστια την κακιά. Μίλα καλέ, είναι καλά το κορίτσι σου.
- Δόξα το θεό μια χαρά, άλλο είναι το πρόβλημα.
- Δηλαδή; Τον ρώτησε πάλι ο Θανάσης.
-  Η Μάρθα μου απολύθηκε και τώρα με τον μισθό του άντρα της τα φέρνουν δύσκολα βόλτα. Στεναχωριέμαι πολύ, γιατί δεν είναι μόνο το φαγητό, έχουν δυο παιδάκια με τόσα έξοδα και το δάνειο για το σπίτι.
- Ωχ θεέ μου, δύσκολα χρόνια ήρθαν πάλι. Μια στα νιάτα μας, τώρα και στα γεράματα ήρθε πάλι η φτώχεια, η ξενιτειά. Τα παιδιά μας, τα εγγόνια μας, αυτά δεν είναι σαν και εμάς δεν γεννήθηκαν με ένα ξεροκόμματο στο χέρι, τούτα είναι καλομαθημένα δεν είναι έτοιμα για ότι μας ήρθε. Σκλήρυνε το βλέμμα του Θανάση, εικόνες μιας άλλης, δύσκολης εποχής βγήκαν στη επιφάνεια του μυαλού του.
- Εμείς γεννηθήκαμε σε μια φτωχή χώρα, μεγαλώσαμε μέσα σε πολέμους, καταστροφές, λίγο ψωμί ήταν αρκετό, ποιος δεν θυμάται; συμπλήρωσε η κυρά Αμαρυλλίς η γιαγιά της παρέας. Βαστούσε από την Ήπειρο, ξεριζωμένη από τον τόπο της μικρό κορίτσι ακόμα όταν ο πατέρας και τρία αδέρφια της χάθηκαν στον αδελφοκτόνο πόλεμο.   
- Τα παιδιά και τα εγγόνια μας φταίνε; Ποιος τα καλόμαθε; Ρώτησε με έμφαση ο Θεόδωρος που έθεσε αυτό το ερώτημα αφού ο ίδιος προσπάθησε να μην ανήκει σε αυτή την κατηγορία γονιών. Από μικρός πάλεψε μέσα στην κοινωνία,  φοιτητής της νομικής, ανένταχτος σε κόμματα πίστευε πως κάποτε θα άλλαζε τον κόσμο και τώρα στα στερνά του χρόνια κατέληξε ένας απογοητευμένος από την κατάντια της πατρίδας του συνταξιούχος δικηγόρος. Εμείς δεν πασχίζαμε να  δώσουμε σε εκείνα ότι έλειψε από εμάς στα παιδικά μας χρόνια; Εμείς δεν είμαστε αυτοί που τους τα προσφέραμε όλο και πιο πολλά υλικά αγαθά και τρέχαμε στις δουλειές για να κερδίσουμε όλο και περισσότερα χρήματα; Λες και η ευτυχία κρύβετε μέσα τους. Αυτό το παράδειγμα δώσαμε και εκείνα συνέχισαν με περισσή απληστία.
-  Έχεις δίκιο συμφώνησε ο κύριος Τριαντάφυλλος ο πολιτικοποιημένος της παρέας, ο εφημεριδοφάγος όπως τον πείραζαν οι υπόλοιποι και έδωσε τον πολιτικό τόνο που έλειπε από  την συζήτηση. Εμείς και τα παιδιά μας Θεόδωρε, είμαστε αυτοί που αν δεν στηρίξαμε αυτή την κατάσταση, τουλάχιστον σιωπηλά ανεχτήκαμε να γίνει η Ελλάδα μας αυτό που κατάντησε.  Οι φαύλοι πολιτικάντηδες μας κατηγορούν ότι τα φάγαμε μαζί τους, τα λένε γιατί πουλούσαμε την ψήφο μας για μια θεσούλα, για έναν μισθό και ένα εφάπαξ στο δημόσιο. Ο τόπος μας γέμισε με τράπεζες που μοίραζαν χρήματα, η Ελλάδα με τα φτωχικά μπακάλικα και τα λιγοστά ραφτάδικα έγινε η μητρόπολη των σούπερ μάρκετ και των πολυκαταστημάτων, μα με δανεικά λεφτά.
 - Αχ ας σταματήσουμε σας παρακαλώ, κοιτάξτε γύρω σας ήρθε άνοιξη στην Ελλάδα, έρχεται και το Πάσχα σε λίγες ημέρες, η Ανάσταση του Χριστούλη μας. Είμαστε Έλληνες, εμείς οι μεγάλοι ξέρουμε από δυσκολίες, όμως μην ξεγελιέστε, οι νέοι μας είτε εδώ είτε στην ξενιτιά δεν θα το βάλουν κάτω, για ακόμη μια φορά θα σταθούμε όρθιοι. Τα μάτια της κυράς Μυρσίνης άστραψαν, παρά τα 78 της χρόνια η φλόγα τους ήταν ακόμα άσβεστη. 
   Η Φοίβη η Τιτάνιδα, η κόρη του Ουρανού και της Γαίας φοβερά εκνευρισμένη από την συζήτηση διαμαρτυρήθηκε έντονα στην παρέα της. Τα δυνατά και παρατεταμένα παράπονα έκαναν όλους να γυρίσουν και να κοιτάξουν την χαριτωμένη γάτα τους. Η Φοίβη, η ναζιάρα συντροφιά τους δεν ανεχόταν για πολύ να της κλέβουν την παράσταση και το έδειξε θυμωμένα. 


   Λίγες ημέρες αργότερα μερικά χιλιόμετρα μακριά από τον οίκο ευγηρίας, σε μια πολυκατοικία στα ανατολικά προάστια της Θεσσαλονίκης η  Όλγα πρώτα κοίταξε τον Μιχάλη στα μάτια, έπειτα του έπιασε τα χέρια με ύφος απολογητικό, ζητούσε την κατανόηση του για το σφάλμα της,
-  Έπρεπε να κάνω μεγαλύτερη υπομονή, ο πατέρας σου δεν είναι κακός άνθρωπος το αντίθετο μάλιστα. Αλλά πες το όπως θέλεις, δεν μπορούσα, δεν άντεχα, δεν ήθελα, δεν μου άρεσε να ζει μαζί μας. Όλες οι φίλες μου είχαν την ανεξαρτησία τους και εγώ η ίδια ακόμα έτσι μεγάλωσα, έτσι έζησα, δίχως γιαγιάδες και παππούδες.  Έκανα λάθος, με την στάση μου τον έδιωξα, εγώ τον απομάκρυνα, εγώ δεν τον άφησα να νοιώσει σαν το σπίτι του.  Μιχάλη δεν είναι αργά, μπορούμε και τώρα να κάνουμε μια καινούργια αρχή. Να τον φέρεις στο σπίτι να είμαστε πάλι όλοι μαζί και  δεις, θα είμαστε ευτυχισμένοι αγάπη μου.
    Στο βλέμμα του Μιχάλη η πικρία ξεχείλιζε, δεν ήταν μόνο γιατί άκουγε από το στόμα της γυναίκας του αυτήν την κυνική ομολογία, ήταν πικραμένος και με τον εαυτό του. Έριχνε το σφάλμα επάνω του, αυτός έπρεπε να είχε καταλάβει τι γίνεται, αφού γνώριζε την σύζυγο του αλλά και τις διαφωνίες της στο θέμα του πατέρα του, την άφησε να τον παραπλανήσει.  Έπρεπε  να κόψει τον αέρα στην Όλγα και τα σχέδια της πριν φτάσει η κατάσταση στο απροχώρητο. Τώρα, τι του ζητούσε; Να πάρει τον κυρ Θανάση από τον οίκο ευγηρίας και να τον φέρει στο σπίτι. Για ποιο λόγο; Μήπως ξαφνικά η Όλγα είχε συνειδητοποιήσει ότι διέπραξε ένα μεγάλος λάθος και έπρεπε να επανορθώσει; 

   Ο Μιχάλης άνοιξε την πόρτα και βγήκε από το σπίτι δίχως να πει κουβέντα. Πήρε το αυτοκίνητο και έφυγε μακριά από την πόλη, δίχως προορισμό. Στον δρόμο ακολούθησε το ένστικτό του, απομόνωση μακριά από όλους και όλα, αυτό μόνο θα μπορούσε να τον ηρεμήσει. Βγήκε από τον κεντρικό και έστριψε σε έναν μικρό ανηφορικό δρόμο που διέσχιζε καταπράσινα χωράφια. Μάλλον ο δρόμος πρέπει να τον οδηγούσε προς τα κοντινά βουνά που παρατηρούσε από ώρα. Συνέχισε χωρίς να τον ενδιαφέρει που θα τον έβγαζε γιατί χαλάρωνε όλο και πιο πολύ καθώς απομακρύνονταν από τον πολιτισμό. Μετά από λίγο ο δρόμος είχε αποκτήσει μεγάλη κλίση και ανέβαινε με απότομες στροφές στην κορφή ενός βουνού. Καθώς έφτανε όλο και πιο ψηλά εντόπισε ένα πλάτωμα όπου μπορούσε να σταματήσει άνετα. Βγήκε έξω από το αυτοκίνητο, ένα ελαφρύ αεράκι τον χάιδευε στο πρόσωπο. Προχώρησε και έφτασε στην άκρη, μια ανάσα από τον γκρεμό.  Ήταν εκπληκτικά από εκεί πάνω, μέσα στο ημίφως, βαθειά στον ορίζοντα διαγραφόταν ο Θερμαϊκός και τα φώτα της πόλης του.  Δεν ήταν δυνατόν να θυμηθεί πόσο καιρό είχε να νοιώσει αυτήν την αίσθηση της ανεξαρτησίας, η διάθεση του ήταν πολύ καλύτερη τώρα. 

    Η Όλγα είχε απολυθεί, προχτές το πρωί κλαίγοντας τον πήρε στον κινητό ώστε να του ανακοινώσει πως η εταιρεία που εργάζονταν, έκλεινε. Η κρίση είχε χτυπήσει βάναυσα και αυτήν την πόρτα. Το ντόμινο πτωχεύσεων που είχε ξεκινήσει τα τελευταία χρόνια στην χώρα είχε συμπαρασύρει και την εταιρεία καλλυντικών και ειδών κομμωτηρίου που εργάζονταν τα τελευταία 10 χρόνια η γυναίκα του. Η αποζημίωση που έλαβε για όλα αυτά τα χρόνια δουλειάς ήταν ένα μικρό ποσό σύμφωνα με τον νέο νόμο που είχε ψηφιστεί από τους εθνοπατέρες του κοινοβουλίου στα μέτρα και τις επιταγές των δανειστών και της εργοδοσίας. 

   Η σημερινή εξομολόγηση της Όλγας δεν ήταν ειλικρινής, δυστυχώς την προετοίμασε από την στιγμή που έμαθε πως ήταν θέμα χρόνου η εταιρεία να κλείσει. Τυχαία την είχε κρυφακούσει ενώ μιλούσε με μια φίλη της στο τηλέφωνο. Η Όλγα της εξηγούσε με λεπτομέρειες όλο το σχέδιο της. Κυνικά της είπε ότι αν κατάφερνε τον Μιχάλη να φέρει και πάλι τον πατέρα του στο σπίτι θα γλύτωναν τα 1300 € του γηροκομείου και δεν θα χρειάζονταν να περικόψει τίποτα από το σπίτι και τα προσωπικά της έξοδα.  Αυτά δεν τα έδιναν εκείνοι άλλα ο πεθερός της, είχε σύνταξη και ένα ενοίκιο που κάλυπταν όλα του τα έξοδα. Η Όλγα έβλεπε τον πατέρα του σαν πορτοφόλι, τώρα που δεν είχε τον μισθό της, τώρα που η δική του η δουλειά είχε βαλτώσει, ο κυρ Θανάσης ήταν η λύση. Το χειρότερο από όλα ήταν πως η Όλγα τους έκανε έκπληξη, και στους δυο τους. Ήρθε μαζί του στο επισκεπτήριο – πόσο καιρό αλήθεια είχε να πάει να τον δει; – και αφού με περισσό θράσος τον αγκάλιασε και του αράδιασε τις δικαιολογίες της. Στο τέλος του πρότεινε ότι τώρα που ήταν καλύτερα από την μελαγχολία του, ήταν καιρός να γυρίσει στα παιδιά και στα εγγόνια του. 

    Έβγαλε ένα καινούργιο πακέτο από την τσέπη του, το άνοιξε και τράβηξε ένα τσιγάρο. Χρόνια είχε να καπνίσει, του αντιστεκόταν σθεναρά όμως είχε φτάσει η στιγμή του. Μέσα από τον καπνό του τσιγάρου η πόλη πήρε μια αλλιώτικη μορφή, ονειρική. Δίπλα, εκεί που ο γκριζωπός καπνός δεν όριζε το τοπίο μια σκοτεινή γραμμή χώριζε τους ορεινούς όγκους από το τελευταίο φως του ουρανού, κάπου εκεί απέναντι πρέπει να κάθονταν σκεφτικός ο κυρ Θανάσης.
    
  

Ο κυρ Φώτης ήταν ένας λιγομίλητος, ευγενικός άνθρωπος, όλα του τα πρωινά τα περνούσε σκαλίζοντας ένα κομμάτι ξύλο με τα χοντρά μα επιδέξια χέρια του. Στα νιάτα του ήταν οργανοποιός. Ανέκαθεν δεν μίλαγε πολύ γιατί του άρεσε να κάθεται μοναχός του στο εργαστήρι του και με ηρεμία να φτιάχνει ένα – ένα τα αριστουργήματα του, σπουδαίος τεχνίτης όλη η Ελλάδα κάποτε μιλούσε για την τέχνη του.

- Πως πάει μαστρο Φώτη;

- Θανάση, δεν κοιμάσαι τέτοια ώρα;

- Είναι που δεν μου κολλάει ύπνος.

- Γιατί μωρέ Θανάση τι σε τυραννάει;

- Παιδιά, απάντησε μονολεκτικά εκείνος.

- Παιδιά Θανάση μου. Εγώ δεν ξέρω τι πάει να πει γιατί δεν αξιώθηκα με την κυρά μου να κάνουμε ένα παιδάκι, μόνο τούτα μου χάρισε ο Θεός, είπε και έδειξε το ξύλο που ίσα και έπαιρνε μορφή, - Ένα κομμάτι ξύλο είναι θα πεις, αυτό όμως το κομμάτι από ένα γέρικο δέντρο, σαν και εμάς, μπορεί και παίρνει ζωή ξανά. Μέσα του γεννάει και αναθρέφει τον ήχο, την μουσική στα επιδέξια δάχτυλα του οργανοπαίχτη, αυτή που μας ταξιδεύει, που γελάει ή κλαίει μαζί μας και γαληνεύει την καρδιάς μας.

- Πόσα όργανα να έχεις φτιάξει Φώτη μου;

- Τα θυμάμαι όλα ένα - ένα όσο και να σου φανεί παράξενο. Το καθένα έχει τον ήχο του, τον χαρακτήρα του, σαν εμάς. Φορές φορές σκέφτομαι που να βρίσκονται, σε τι κατάσταση να είναι, αν μπορούν να κελαηδήσουν πια. Οι δυο γέροντες συνέχισαν να κάθονται δίχως να μιλούν μόνο αφουγκράζονταν τους ήχους και τις σκιές της νυχτιάς. Ο κυρ Θανάσης σκέφτονταν τα σημερινά, την Όλγα την νύφη του που εμφανίστηκε μετά από καιρό εδώ πάνω για να του πει πως τώρα ήταν η ώρα να γυρίσει και πάλι στο σπίτι τους. Ο γιός του δαγκωμένος την παρακολουθούσε να του προτείνει την επιστροφή του. Αχ ήταν πολλά που στριφογύριζαν στο μυαλό του προτίμησε να μην μιλήσει, μόνο βρήκε μια διέξοδο να εκτονωθεί. Σήκωσε το χέρι του και έδειξε στο βάθος.

- Φώτη βλέπεις εκεί πέρα, πίσω από την χορταριασμένη περίφραξη; Εκείνο το παρατημένο κτήριο;

- Ναι, τι είναι εκεί.

- Κάποτε εκεί ήταν το σανατόριο.

- Έχω ακουστά για το σανατόριο στο Ασβεστοχώρι αλλά δεν γνώριζα ακριβώς που βρίσκονταν.

- Μόνο αυτό το μοναχικό φως στο παλιό πέτρινο κτήριο υπάρχει να φέγγει, να θυμίζει εκείνα τα ατέλειωτα βράδια, να δείχνει τον φράκτη με τα ψηλά χορταριασμένα κάγκελα που φυλάκιζε τους ανθρώπους μα δεν μπορούσε να κρατήσει τα όνειρα, παρά μόνο τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες των κορμιών. Εκεί για δεκαετίες άνθρωποι από όλη την Μακεδονία, αλλά και από πιο μακριά έφταναν για να σωθούν απ’ το χτικιό. Έπειτα χρησιμοποιήθηκε και για φυλακή, τα τρομερά χρόνια της κατοχής κρατήθηκαν μαζί με τους αρρώστους και αντάρτες.

- Πόσες ψυχούλες να έμειναν πίσω από αυτά τα κάγκελα για πάντα; αναρωτήθηκε ο οργανοποιός.

- πολλές, πάρα πολλές Φώτη μου. Πόσα και πόσα δεν έγιναν εδώ πάνω. Κάποτε είχα ακούσει μια ιστορία για ένα παλληκαράκι, τον Βάιο Νταμπούδη από τον Χορτιάτη. Στο ολοκαύτωμα του χωριού τον Σεπτέμβρη του 1944 οι κακούργοι αφάνισαν στον φούρνο του Γκουραμάνη και σε όλο το χωριό ντουζίνες αθώες ψυχές ακόμα και μωρά. Το παλικαράκι το κακόμοιρο δεν γνώριζε τι γίνονταν στο χωριό του και ερχόταν από την Θεσσαλονίκη να δει τον πατέρα του που νοσηλευόταν στο σανατόριο, τον περίμενε πως και πως ο ασθενής κείνη την ημέρα. Φεύγοντας οι βάρβαροι από το χωριό, μετά την φρίκη που προκάλεσαν, απάντησαν το παλικαράκι πριν φτάσει. Οι Γερμανοί και οι ταγματασφαλίτες τον έπιασαν και τον εκτέλεσαν λίγα μέτρα μακριά από τον γονιό του, ο χαροκαμένος πατέρας έμελλε να τον περιμένει για πάντα πίσω από αυτόν τον φράχτη. Ο κυρ Φώτης έσφιξε το ξύλο στα δάχτυλα του, πόνεσε βουβά, είχε και αυτός χάσει τον μεγάλο του αδερφό που τον εκτέλεσαν τα Ες Ες στα 1942, Νοέμβρη μήνα.

- Μερικά βράδια που ο ύπνος δεν λέει να περάσει και από το κατώφλι του δωματίου μου κάθομαι εδώ πέρα και κοιτάζω μεσ’ το σκοτάδι. Είναι στιγμές που λες και νοιώθω την παρουσία των ανθρώπων που έζησαν εκεί μέσα. Τους αισθάνομαι απελπισμένους, πολλές φορές αποκομμένους από τις οικογένειες τους. Μόνη τους παρηγοριά ο «γιατρός των φτωχών», ο πνευμονολόγος διευθυντής του σανατορίου, ο Νώντας Σακελλαρίου που μέσα στην κατοχή παράτησε την σιγουριά της θέσης του και ανέβηκε στο βουνό να πολεμήσει τους Γερμανούς με τον ΕΛΑΣ. Δεν πρόλαβε να αποσώσει την φράση του ο Θανάσης και φωνές ακούστηκαν πίσω τους, μέσα από το εσωτερικό του γηροκομείου.

«Δεν είναι δυνατόν», «Γιατί. γιατί;» Φωνές και ερωτηματικά από όλους τους παρευρισκόμενους.

- Δεν μπορώ να κάνω διαφορετικά η εγγονή μου έχει ανάγκη αυτά τα λεφτά. Δεν μπορώ να πληρώνω εδώ και να τους έχω να ζορίζονται. Η κυρία Στέλλα μιλούσε με δάκρυα στα μάτια, δεν ήθελε για κανένα λόγο να φύγει από την αγαπημένη παρέα της όμως μέσα της ένοιωθε το καθήκον να επιβάλλεται στις επιθυμίες της.

- Μακάρι να ζήσω, μακάρι να μου χαρίσει ο Θεός λίγα χρόνια, να τα χαρώ, τώρα χαίρομαι την ζωή μου, αυτά δεν έλεγες; την ρώτησε η φίλη της η Μυρσίνη.

- Και τα πιστεύω, όμως, όμως Μυρσίνη μου δεν το μπορώ, δεν το αντέχω. Τι να πω στο παιδί; Θα καθίσω εδώ με τους φίλους μου και εσείς κόψτε τον λαιμό σας; Απάντησε η Στέλλα τόσο απελπισμένη, όσο και θυμωμένη.

- Αν δεν είχες σύνταξη θα σε αναζητούσε κανείς; Οι ηλικιωμένοι που ζουν στα φτωχοκομεία του δημοσίου και της εκκλησίας λέτε να τους αναζητά κανείς; Να θέλουν να τους πάρουν στο σπίτι; Είμαστε άνθρωποι και εμείς, είμαστε οι γονείς, οι γιαγιάδες και οι παππούδες τους. Τα ιδιωτικά γηροκομεία αδειάζουν, το βλέπετε και γύρω σας τις τελευταίες ημέρες, άλλους τους στέλνουν στην Βουλγαρία για να πληρώνουν λίγα. Έρχονται να μας πάρουν πίσω, είμαστε η τελευταία ευκαιρία στην οικονομική κρίση, οι συντάξεις μας είναι το σίγουρο εισόδημα τους, τα λόγια ήταν του δικηγόρου του κυρίου Θεόδωρου.

- Έχεις δίκιο, μα δεν μπορώ στεναχωριέμαι, πρέπει να βοηθήσω τα παιδιά, είπε η Στέλλα.

«Και εμένα μου τηλεφώνησαν τα παιδιά μου, έχουν χρέη, πολλά τα χρήματα που χρωστούν», « Έτσι θα αναγκαστούμε να φύγουμε όλοι», «Σιγά σιγά κανείς μας δεν θα μπορεί να πληρώσει», λόγια ανησυχίας πλημμύριζαν τα χείλια των γερόντων.

- Βοηθήστε τους ανθρώπους σας, όμως δεν θα φύγει κανείς δίχως την δική του θέληση, η φωνή με τον επιβλητικό τόνο ήρθε ψηλά από την σκάλα και έπεσε σαν κεραυνός στα κεφάλια τους. Όλοι στράφηκαν μεμιάς, η έκπληξη που αντίκρισαν ήταν τεράστια. Ήταν η μοναχική γυναίκα, η «Δούκισσα» όπως την αποκαλούσαν ψιθυριστά μεταξύ τους. Καιρό τώρα είχε να εμφανιστεί ανάμεσα τους, την έβλεπαν να τους παρατηρεί σιωπηλή από το μπαλκόνι στον τρίτο όροφο του κτηρίου. Σπάνια κάποια νοσοκόμα την κατέβαζε με το αναπηρικό της καρότσι στην αυλή και αυτό για λίγο. Δεν είχε φιλίες, δεν μιλούσε σε κανένα, όλοι πίστευαν πως δεν τους καταδέχονταν και την άφηναν στην ησυχία της. Πολλά είχαν ακουστεί για την μοναχική ηλικιωμένη όμως κανείς τους δεν ήξερε πραγματικά την αλήθεια για αυτήν.

- Όλη μου η ζωή ήταν οι επιχειρήσεις μου. Ποτέ δεν χρειάστηκα κανένα, ήμουν πολύ απασχολημένη για να δω τους συγγενείς μου, για να κάνω φίλους. Σημασία είχε μόνο η εταιρεία που μου άφησε ο πατέρας μου, τα επιχειρηματικά μου σχέδια, τα χρήματα και η ισχύ που μου προσέφεραν. Έζησα καλά χρόνια, τουλάχιστον έτσι πίστευα. Πέτυχα σε όλα μου τα σχέδια, όλοι οι επιχειρηματίες στην χώρα κάποτε με θεωρούσαν υπόδειγμα επιτυχίας, πολλοί με ζήλευαν υπέρμετρα, άλλοι με λάτρευαν παράφορα. Εγώ ήμουν ευτυχισμένη, μεθυσμένη από την επιτυχία μου. Δεν καταλάβαινα ότι τα χρόνια περνούσαν και κάθε μέρα τους ήμουν όλο και πιο μόνη, όλο και πιο αποτυχημένη σε αυτήν την ζωή. Τα χρόνια περνούσαν μοναχικά, άγευστα, μέχρι που με έφεραν σε τούτο το μέρος μαζί με όλους εσάς. Χρόνια τώρα, σας παρακολουθώ όλους μαζί και τον καθένα ξεχωριστά. Μέσα από εσάς βρήκα ένα νόημα και πάλι, κάτι να με κρατήσει ζωντανή. Μιλούσε, αργά, συγκινημένη. Όλοι την κοιτούσαν αποσβολωμένοι, κανείς δεν ένοιωθε τη ανάγκη να την διακόψει και αυτή συνέχισε. Η χώρα μας περνάει δύσκολα πάλι, η φτώχεια χτύπησε τον κόσμο, τον αποδεκάτισε. Πριν λίγες ημέρες στην Ζάκυνθο, μια γυναίκα στα 80 της αυτοπυρπολήθηκε για να μην επιβαρύνει άλλο τα παιδιά της, για να αφήσει ένα πιάτο αδειανό που θα περισσέψει για τα άλλα, για να κρατήσει για πάντα την αξιοπρέπεια της. Με συγκλόνισε αυτή η πράξη, αυτή η απλή γυναίκα του χωριού, έδειξε σε μια γυναίκα σαν κι εμένα τι σημαίνει να αγαπάς ανιδιοτελώς και να θυσιάζεσαι για αυτούς που αγαπάς. Όταν πλησιάζει το αναπόφευκτο τέλος κανένας πρέπει να μετράει τον χρόνο διαφορετικά, να προσπαθεί ώστε να αφήνει κάτι πίσω του. Κάθε μέρα που περνάει πια, μόνο αφαιρείς, σε κάνει να σκέφτεσαι πόσες μένουν ακόμα; Θα είμαι και του χρόνου εδώ; Θα ζω ή θα αποτελώ μια ανάμνηση που μοιραία θα σβήσει και αυτή για πάντα; Ίσως έπρεπε να φτάσω μια ανάσα από το να σας χάσω για να καταλάβω, είστε οι άνθρωποι μου, η παρέα μου. Ήμουν εκεί και κάθε μέρα που περνούσε εγώ σας παρακολουθούσα όλους, από μακριά μέσα από την αόρατη φυλακή μου. Δεν το καταλαβαίνατε αλλά εγώ χαιρόμουν με τις χαρές σας ή έκλαιγα βουβά στο πλάι σας. Γελούσα με τα αστεία της παρέας, ακόμα και την Φοίβη που ποτέ δεν την έχω ακουμπήσει, την χάιδευα μέσα από τα δικά σας χέρια. Δεν θέλω να φύγει κανείς χωρίς την θέληση του. Σε όλη μου την ζωή κυριάρχησαν οι επιχειρήσεις, τα σχέδια μου για περισσότερο κέρδος. Όλα αυτά μέχρι την στιγμή που βγήκα στο περιθώριο, που πια δεν άντεχα άλλο τον εαυτό μου. Εγκατέλειψα την πολυτελή ζωή μου και ήρθα εδώ, άγνωστη, σε αγνώστους. Τώρα, λίγο πριν το τέλος μου θέλω με όλη μου την ψυχή να ζήσω με τους ανθρώπους, να αποκτήσω και εγώ αληθινούς φίλους, να ακούσω και να ακουστώ, να βοηθήσω αυτούς που έχουν ανάγκη και να κερδίσω, όχι χρήματα, μα αυτό που έχω ανάγκη όπως κάθε άνθρωπος… την αγάπη.




   Η Μεγάλη Παρασκευή ξημέρωσε μουντή μα στολισμένη με τους ανθούς κι όλα τα αρώματα της άνοιξης. Το πρωινό στις εκκλησιές μέσα σε βαθειά κατάνυξη διάβασαν την λειτουργία της αποκαθήλωσης του Εσταυρωμένου. Μέχρι αργά το μεσημέρι το ελαφρύ αεράκι που έπνεε από τον Γαλλικό ποταμό, στα δυτικά δεν κατάφερνε να διώξει τα μολυβί σύννεφα που τριγυρνούσαν στον θλιμμένο ουρανό της Μεγάλης Εβδομάδας. Από άκρη σε άκρη της χώρας γυναίκες, άνδρες και παιδιά με λευκά και κόκκινα άνθη στα χέρια περίμεναν υπομονετικά να προσκυνήσουν τον επιτάφιο του Ιησού. Παρά τις παροδικές μπόρες που ξέσπασαν σε όλη την Θεσσαλονίκη οι επιτάφιοι βγήκαν το βράδυ στις γειτονιές. Η κάθε ενορία ανταγωνιζόταν την γειτονική της για το ποιά έχει τον πιο όμορφο επιτάφιο, οι ενορίτες θαύμαζαν και διαπίστωναν όπως πάντα ότι ο καλύτερος ήταν ο δικός τους. Χιλιάδες οι πιστοί, μικροί και μεγάλοι γέμισαν τους δρόμους άναψαν τα σκουρόχρωμα κεριά τους και φώτιζαν την κατανυκτική ατμόσφαιρα ψάλλοντας

«Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, πού έδυ σου το κάλλος;»

Στο τέλος της πένθιμης ακολουθίας, η θλίψη εγκατέλειπε τα πρόσωπα, η ελπίδα αναπτερώθηκε στις ψυχές, το αναστάσιμο φως άρχισε να αχνοφέγγει στα μάτια των πιστών.

    Μεγάλο Σάββατο απόγευμα και πάνω από τις πολυκατοικίες, πιο ψηλά από την σκουριασμένη θάλασσα των κεραιών ο ουρανός έμοιαζε με παλέτα ζωγραφικής. Λίγο πριν ο ήλιος κρυφτεί πίσω από το αγέρωχο βουνό των θεών είχε φορέσει το κατακόκκινο πανωφόρι του που στραφτάλιζε πάνω στον γαλήνιο Θερμαϊκό. Αφού ο χάθηκε σε χώρες μακρινές ο ουρανός έμεινε με ένα σμάρι από απαλά χρώματα πριν γεμίσει από τα μικροσκοπικά λαμπιόνια της νυχτιάς. Σε λίγες ώρες η Μεγάλη Εβδομάδα, ο κύκλος του πένθους, θα τελείωνε πανηγυρικά με τον θρίαμβο της ζωής ενάντια στον θάνατο, της ελπίδας κόντρα στην λογική.

   Αργά την νύχτα στα ψηλά της Τούμπας, στις παρυφές του κέδρινου λόφου σταμάτησε ένα εκδρομικό λεωφορείο. Οι επιβάτες κατέβηκαν και πέρασαν την μεγάλη πύλη με την νεότευκτη επιγραφή. Όλοι όσοι μπορούσαν να σταθούν στα πόδια τους περίμεναν στην αυλή, οι υπόλοιποι είχαν ανακαθίσει στα κρεβάτια τους και δίπλα στα παράθυρα. Μόλις είδαν τους επισκέπτες τα πρόσωπα έλαμψαν, μαζί και η επιγραφή της πύλης «ΧΑΡΙΣΕΙΟ ΓΗΡΟΚΟΜΕΙΟ». Δεν ήταν τα παιδιά ή τα εγγόνια τους μα ούτε και κάποιοι άλλοι συγγενείς τους. Συνομήλικοι τους ήταν απλά. Σε λίγο ήρθαν και άλλα λεωφορεία. Το ήσυχο γηροκομείο μέσα σε λίγη ώρα γέμισε. Άνθρωποι της τρίτης ηλικίας, της γενιάς του 1920 και του 30 αλλά και λίγο μικρότεροι μαζεύτηκαν από όλη την πόλη. Ήταν από ιδρύματα δημόσια και ιδιωτικά, μα και άνθρωποι που ζούσαν στα δικά τους σπίτια και ήθελαν να γίνουν όλοι μαζί μια αγκαλιά. Ο Θανάσης, ο Θεόδωρος, ο Φώτης, η Μυρσίνη και η Στέλλα ήταν εκεί μαζί με όλους τους άλλους που ήταν έτοιμοι να δεχτούν το μήνυμα της Ανάστασης.

   Ο εφημέριος πήρε το ευαγγέλιο στα κουρασμένα χέρια του. Ήταν ένας συμπαθητικός ογδοντάρης που ζούσε και αυτός στο Χαρίσειο μαζί με άλλους ηλικιωμένους. Η ακολουθία της Αναστάσεως ξεκίνησε, τρεις γέροντες ψαλτάδες συνόδευαν τον ιερέα. Αν και δεν υπήρχε μικρόφωνο και παρά το βάρος των χρόνων του η φωνή του ιερέα ακούγονταν δυνατά, με μια μελωδία πρωτόγνωρη, επιβλητική. Μέσα στο σκοτάδι μπορούσες να αφουγκραστείς την προσοχή όλων ακόμα και των ζώων που τριγυρνούσαν ανέμελα εκεί γύρω. Το «Δεύτε λάβετε Φως» ακούστηκε και το Άγιο φως χύθηκε σαν κύμα απάνω στα κεριά, φώτισε τα μάτια, πλημμύρισε τις ψυχές των γερόντων, τους χάρισε την ελπίδα που έλειπε τόσο καιρό από τις παρατημένες υπάρξεις τους. Σαν ακούστηκε το «Χριστός ανέστη εκ νεκρών, θανάτω θάνατον πατήσας και τοις εν τοις μνήμασι ζωήν χαρισάμενος» ο χαρμόσυνος ήχος από τις καμπάνες των κοντινών εκκλησιών έφτασε και σε αυτούς ταυτόχρονα με το μήνυμα της Αναστάσεως. Κάτω από τις λάμψεις και τους κρότους των πυροτεχνημάτων που έφεγγαν τον βραδινό ουρανό ηλικιωμένοι άντρες και γυναίκες αντάλλαξαν αγκαλιές, ζεστά φιλιά, θερμές ματιές, μια υπόσχεση για το μέλλον, όσο και αν ήταν γραφτό να διαρκέσει για τον καθένα τους.

   Σαν γύρισαν από την Ανάσταση στο Ασβεστοχώρι, τσούγκρισαν τα κόκκινα αυγά, έφαγαν την μαγειρίτσα τους και ύστερα σχεδόν όλοι γύρισαν στα κρεβάτια τους να ξεκουραστούν όχι μόνο από την κούραση μα και από την συγκίνηση και την χαρά.

   Στον Θανάση δεν κολλούσε ύπνος, σκέφτονταν πολλά, όλα όσα έγιναν τα προηγούμενα χρόνια. Ευτυχώς η χώρα είχε βρει τον βηματισμό της στην νέα μέρα που ξημέρωσε απαλλαγμένη από κακές συνήθειες του παρελθόντος και μέσα από τους κόπους και τα βάσανα των πολιτών.

   Λίγο πριν τα χαράματα ανέβηκε στο δωμάτιο της κυρίας Αντωνοπούλου. Άναψε το φως, τα πάντα ήταν στην θέση τους. Όλα τα προσωπικά της είδη τακτοποιημένα, μόνο ένα βιβλίο του αγαπημένου της Μυριβήλη ήταν ανοικτό περιμένοντας την. Η αγαπημένη της εσάρπα επάνω στην αναπηρική της πολυθρόνα του την θύμισε όταν ονειροπολούσε κοιτώντας προς το παράθυρο, στα βουνά της Μακεδονίας. Πέντε χρόνια είχαν περάσει από εκείνο το βράδυ που άνοιξε την καρδιά της μπροστά σε όλους στον οίκο ευγηρίας. Η κυρία Αικατερίνη Αντωνοπούλου η «Δούκισσα» τους, είχε καταφέρει να κερδίσει την αγάπη όλων στην χώρα. Με την μεγάλη περιουσία της η άκληρη επιχειρηματίας δημιούργησε το κοινωφελές ίδρυμα «Αλληλεγγύη». Μέσα από αυτό το ίδρυμα και τους ανθρώπους του κατάφερε να δώσει ζωή σε εγκαταλελειμμένα αλλά και να κατασκευάσει καινούργια ιδρύματα για ηλικιωμένους και παιδιά σε όλη την Ελλάδα. Συνταξιούχοι δικηγόροι, οικονομολόγοι και άλλοι άξιοι άνθρωποι σαν τον Θεόδωρο που ζουν και οι ίδιοι μέσα στους τοίχους των γηροκομείων και πονούν τους ανθρώπους τους, ανέλαβαν την διοίκηση του ιδρύματος.

   Πριν από ένα χρόνο ήταν όταν η φλόγα έσβησε στο κερί της ζωής της. Η Κατερίνα όπως την φώναζαν οι φίλοι της, έφυγε ένα μαγιάτικο πρωινό πάνω από τον ανθισμένο κήπο ήσυχη και ευτυχισμένη, ανάμεσα στους δικούς της ανθρώπους.

   Ο παλαίμαχος θερμαστής βγήκε στο μπαλκόνι του δωματίου της. Χάραζε η Λαμπρή, η Ανάσταση του Ελληνισμού. Ο ήλιος πιστός στην υπόσχεση του πρόβαλε στον ανέφελο ουρανό της άνοιξης, πίσω από τις δασωμένες βουνοπλαγιές του Χορτιάτη. Μέσα στα μάτια του που έδυαν μια ηλιαχτίδα γεννήθηκε πέρα από τον Θερμαϊκό, μέσ’ την καρδιά των χιονισμένων οροσειρών της δύσης που ατάραχες αχνόφεγγαν μες στο βαθύ τους μπλε.




Ευχαριστώ τον αγαπητό μου και σημαντικό ζωγράφο της Θεσσαλονίκης Ντίνο Παπασπύρου για την ευγενική παραχώρηση των τεσσάρων έργων του.

1. Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι. Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
2. Ο πατέρας στην παλιά παραλία
3. Ανοιξιάτικο τοπίο από την παραλία Διονυσίου
4. Ορεινό χειμερινό τοπίο



Εμπνευσμένο από την πρωινή ενημερωτική εκπομπή του Στέφανου Διαμαντόπουλου στο ράδιο Θεσσαλονίκη.

Αφιερωμένο στους γονείς μου, στην μνήμη του Θανάση Βέγγου που τις στιγμές που γράφονταν η σκηνή με το ξύπνημα του δικού μου κυρ Θανάση, εκείνος, ο Θανάσης όλων μας, δεν θα ξυπνούσε ποτέ πια στο νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού.  

«Έπρεπε να γεράσω, αγόρι μου, για να μάθω τι είναι ευτυχία.
Τελικά ευτυχία είναι ένα ζευγάρι χέρια, δύο χέρια...
Αυτά που θα σε αγκαλιάσουν, θα σε κρατήσουν, θα σε κοιμήσουν, θα σε περιποιηθούν, θα σου μαγειρέψουν, θα σε χαϊδέψουν και στο τέλος θα σου κλείσουν τα μάτια.
Τα πολλά χέρια απλά σε κατσιάζουν...
Χάσιμο χρόνου. Θα το δεις και συ όσο μεγαλώνεις...»
Θανάσης Βέγγος

ΑΠΡΙΛΙΟΣ 2012
Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ




17 σχόλια:

CousinDP είπε...

Μεγάλη Εβδομάδα. Των παθών. Μας! Αν ζήσαμε μια ζωή εστιασμένη στην καθημερινότητα και το Εγώ μας, τώρα με την κρίση είμαστε δυο φορές μύωπες. Δε μας μυρίζουν τα λουλούδια, δε μας κελαηδούν τα αηδόνια, δεν υπάρχουν μυρμήγκια κάτω από την πατούσα μας. Αυτά συνέβαιναν μόνο όταν ήμασταν παιδιά και είχαμε χρόνο για χάσιμο. Όταν είχαμε χρόνο για ζωή. Χρόνο για να καταλάβουμε τη ζωή. Αυτό το πράγμα που περνάει διαρκώς από δίπλα μας όσο εμείς βρίζουμε που άργησε το λεωφορείο ή έχει ουρά στο ταμείο. Αυτό, που πρέπει απλά να κοιτάξουμε, για να διαπιστώσουμε κατάπληκτοι ότι υπάρχει ακόμα. Έτσι ακριβώς όπως το αχνοθυμόμαστε από τα παιδικά μας χρόνια. Έτσι όπως, από τα αρχαία χρόνια, μας το έδειχναν, φωνάζοντας με χειρονομίες, μέσα από την τεχνιτή πραγματικότητά τους οι συγγραφείς. Έτσι όπως το θυμίζει με τα διηγήματά του ο φίλος μου ο Τάσος. Έτσι όπως τα κατάφερε και αυτή τη φορά. Κύδος!

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Πολύ ωραίο σχόλιο Νίκο, σε ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια. Ελπίζω σύντομα να δούμε και την ταινία σου.

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Σχόλια αναγνωστών:

Μόλις το διάβασα. Είμαι πολύ συγκινημένη για σχόλια αυτή τη στιγμή. Θα σου τα γράψω σε δεύτερη φάση. Πολύ δυνατό, πολύ ανθρώπινο. Να είσαι καλά βρε Τάσο που σκαλίζεις τόσο βαθιά συναισθήματα.
Εξαιρετικό.

Καλή Ανάσταση με υγεία, χαρές και εμπνευσμένες στιγμές για σένα και την οικογένεια σου.

Σοφία

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Σχόλια αναγνωστών:

Τάσο καλημέρα και Χρόνια Πολλά!
Σ’ευχαριστώ για το πολύ ωραίο πρωινό Μ. Σαββάτου που μου χάρισες… Άλλη μια φορά επανακαθόρισες την «εορταστική» μου διάθεση. Καλιμπράρισες στις σωστές διαστάσεις την πασχαλινή ατμόσφαιρα.
Κοινός παρονομαστής στα διηγήματά σου, είναι κατά τη γνώμη μου η δύναμη της αγάπης. Και ως τέτοια, ταυτίζεται με το μήνυμα των Παθών και της Ανάστασης, αλλά και των Χριστουγέννων, με την έννοια του σκοπού του ερχομού στα εγκόσμια
Όμορφη επίσης και η μουσική επένδυση.

Αντεύχομαι κι εγώ Τάσο μου Καλή Ανάσταση και ευτυχί ασε όλη την οικογένεια.

Ντίνος

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Σχόλια αναγνωστών:

Πολύ ωραίο το διήγημά σου Τάσο...Καλή Ανάσταση με αγάπη και ελπίδα σου εύχομαι, να είσαι καλά...!!

Αλεξάνδρα

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Σχόλια αναγνωστών:

Καλή Ανάσταση, Τάσο...Σε ευχαριστώ ειλικρινά για την αποστολή!
Να είσαι πάντα καλά, ευαίσθητος και δημιουργικός!

Πόλυ

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Καλημέρα, Τάσο μου.

Πριν από λίγο διάβασα το πασχαλινό διήγημά σου. Το διήγημα που εκφράζει την ευγένεια της καρδιάς σου.
Το πρώτο μέρος λυρικό σαν παραμύθι, το δεύτερο ρεαλιστικό σαν τη ζωή. Με τον τρόπο αυτό, τα λυρικά στοιχεία συνδυάζονται
με τα ρεαλιστικά και, μαζί με τις ζωγραφιές του Ντίνου, δίνουν το ωραίο αποτέλεσμα. Διάχυτη βέβαια είναι η δική σου αγάπη
για τους πάντες και τα πάντα, το οικουμενικό λυτρωτικό αυτό συναίσθημα που δίνει αξία στη ζωή αλλά και στη γραφή.
Με αφορμή μια πραγματική ιστορία, κατορθώνεις να δώσεις ένα μήνυμα αγωνιστικότητας, ανθρωπιάς και αισιοδοξίας στους
δύσκολους καιρούς που περνάει η χώρα μας και η κάθε οικογένεια ξεχωριστά. Ένα μήνυμα που εντελώς σπάνια περνάει από
τα Μ.Μ.Ε., αν και έχει βάση στη ζωή και στις πράξεις των ανθρώπων γύρω μας.

Δεν είχα καμία αμφιβολία ότι με το πνεύμα αυτό θα είχες γράψει το διήγημα. Είναι ωραίο όμως να το βλέπεις να επιβεβαιώνεται
στην πράξη για μια φορά ακόμη. Μπράβο, Τάσο μου, η κοινωνία και ο καθένας μας ξεχωριστά έχει ανάγκη από ανθρώπους
σαν κι εσένα. Να είσαι καλά.

με την αγάπη μου
Τόλης

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Τόλη μου καλησπέρα,

Διανύω την δεύτερη δύσκολη ημέρα του επαγγελματικού ταξιδιού μου στην Αθήνα.

Λοιπόν Παρασκευή 4.42 τώρα που είμαι τόσο κουρασμένος ανάμεσα σε συναντήσεις, σε αριθμούς, ποσοστά κέρδους, πιέσεις και όλα τα καλά της εργασιακής μας ζωής τι πιο όμορφο θα μπορούσε να μου συμβεί; Τι καλύτερο από το ότι ο φίλος σου όμως παράλληλα και καταξιωμένος λογοτέχνης της χώρας - και η αξία δεν αναφέρεται φυσικά στις διακρίσεις που ούτως ή άλλως έχεις - να επιβεβαιώνει την ανάγκη αλλά και κοπιώδη προσπάθεια στον πεζό λόγο αλλά και την στάση σου στην ζωή.
Είναι σημαντικό για μένα γιατί παρατηρώ και προσπαθώ να διακρίνω στα σχόλια σου κάθε φορά την όποια πρόοδο μου στα πεζά μέσα από την σημαντική κρίση σου. Το λέω αυτό γιατί πιστεύω ότι ένα δυνατό κείμενο - χωρίς κραυγές - έχει την δύναμη ίσως και να αλλάξει την ζωή κάποιου ίσως και να δει λίγο διαφορετικά τον κόσμο που ζει. Αλήθεια πόσο ανάγκη θα είχαμε αυτόν τον καιρό ανθρώπους που έχουν θέσεις κλειδιά ή κατέχουν πλούτο να άλλαζαν τρόπο σκέψης, στάση ζωής;

Δεν θα γράψω τίποτα άλλο εκτός του ότι θα πετάξω στις 7 μαζί με τα σχόλια σου :-)

Την αγάπη μου σε όλους σας.

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Τάσο μου,
Τα έδεσες περίφημα. Χαίρομαι ιδιαίτερα που με τις ζωγραφιές μου συμβάλλω να αναδειχθεί αυτό το ωραίο σου διήγημα ακόμη περισσότερο.
Οι κυρίες Αντωνοπούλου δυστυχώς μας τελείωσαν από χρόνια. Ο κάθε μεγάλος για την πάρτη του και γαία πυρί μειχθήτων. Αλί και τρισαλί για τους μη έχοντες.
Τι να κάνουμε, θα επιβιώσουμε, προσπαθούμε με νύχια και δόντια.
Καλό Πάσχα.
Με αγάπη,

Ντίνος

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

μπραβο τασο..καθε φορα το ενα καλυτερο απο το αλλο ..εμενα παντος το γηροκομειο δεν με τρομαζει ουτε με ενοχλει..δεν θα εχω προβλημα να παω(παντα μονο με την θεληση και οχι οπως πηγε ο κυρ θανασης)....αλλα σαν το σπιτι σου και μονος σου δεν εχει.
παντος πολλοι πρεπει να πηραν τους παππουδες τους πισω λογω αναγκης........περιμενω και το καλοκαιρινο διηγημα!!!!!!!!

Αναστασία

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Σ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΠΟΛΥ ΤΑΣΟ ΜΟΥ!

ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΟΜ0ΟΡΦΑ ΜΕ ΤΗΝ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΣΟΥ! ΦΙΛΙΑ ΠΟΛΛΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!

ΥΠΕΡΟΧΟ ΚΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΔΙΗΓΗΜΑ!!!

ΕΛΕΝΗ

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Πολύ καλό το διήγημά σου!

Καλή Ανάσταση και σε σας!

Κατερίνα

Unknown είπε...

Φιλε Τασο υπεροχο το διηγημα, εισαι αστηρευτη πηγη λογου και δημιουργιας, συνεχισε δυνατα.

Παναγιωτης

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Ευχαριστώ Παναγιώτη να είσαι καλά υγιής και ευτυχισμένος...

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Τασο καλημερα, βρηκα την ευκαιρια να διαβασω το διηγημα σου .Δεν εχω λογια .Εκτος που ηταν τελειο,συγκινηθηκα τοσο πολυ!!!!προβληματιστηκα,για πολλα.Καποια πραγματα αλλιως τα θελεις και αλλιως ερχοντε στην ζωη.Αρκει να μην χασουμε την ανθρωπεια μας,και την αγαπη για τον ευτο μας και τον συνανθρωπο μας, οποιος και ναναι αυτος. Σας φιλω και ειμαι πολυ περηφανη που ο γιος εχει τετοιο ΦΙΛΟ!!!!!

Μπρίνα

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Και εγώ που ο φίλος μου έχει τέτοια μαμά!!!!!

Α. Δ.Ε. ΒΑΛΜΑΣ είπε...

Τάσο
το Σάββατο διάβασα το διήγημα σου και πραγματικά συγκινήθηκα.
είσαι τόσο ευαίσθητος που καταφέρνεις να μεταφέρεις μέσα από τη γραφή σου τόσο ωραία και "γλυκά" την ευαισθησία σου και τα αισθήματα σου.

Οι περιγραφές σου είναι τόσο πειστικές και ωραία δομημένες που εγώ τουλάχιστον "'έζησα"
ανάμεσα στην παρέα των ηλικιωμένων σου.

συγχαρητήρια. συνέχισε...!!!

φιλικά

Γιώργος Πούλιος

ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΓΗ