Δευτέρα, Απριλίου 18, 2011

τα σπουδαία και τα σημαντικά

Το χθεσινό βράδυ για ακόμη μια φορά μαζεύτηκε η μεγάλη παρέα της λέσχης ανάγνωσης άνω Τούμπας στην ομώνυμη και πολύ αγαπητή για όλους εμάς Βιβλιοθήκη. Σχεδόν απαρτία και εχθές το βράδυ. Ο Τόλης, η Λένα, η Ανθή, η Ιφιγένεια, η Τατιάνα η Έλενα, η Παναγιώτα, ο Δάνης, η Αδαμαντία, η θεοδοσία, η Ντίνα που μπορεί να μην ήταν σωματικώς αλλά σίγουρα νοερώς και άλλοι φίλοι που τώρα η παραγεμισμένη μνήμη μου αδυνατεί να θυμηθεί τα ονόματα τους.
Η συζήτηση όπως πάντα ένθερμη αλλά και ανήσυχη. Νέκταρ για όλους μας, φυσικά τους νεοτέρους και προσωπικά για εμένα που δρω σαν μπαταρία που φορτίζεται, από εμπειρίες, σκέψεις, απόψεις.
Η συζήτηση επανέφερε στην μνήμη μου και το πεζό του φίλου μας και συνεπέστερου μέλους της λέσχης μας Τόλη Νικηφόρου από την βραβευμένη συλλογή αυτοβιογραφικών διηγημάτων του, Ο δρόμος για την Ουρανούπολη.

Διαβάστε για την Λιβύη μιας άλλης εποχής. Σας το παραθέτω

τα σπουδαία και τα σημαντικά

Πες αλεύρι, είχε απαντήσει ο Ρήγας στην καλημέρα μου, μισανοίγοντας την πόρτα του
γραφείου φουριόζος και χαμογελαστός. Αλεύρι, είπα βλακωδώς για να μην του χαλάσω το
χατίρι. Η Τζαμαχιρία σε γυρεύει. Έπεσαν οι υπογραφές για τη δουλειά της τεχνικής εταιρίας.
Ετοιμάσου λοιπόν να πας στην Αφρική.
- Δεν χρειάζεται, είχε απαντήσει την άλλη μέρα ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας στην
ερώτησή μου για συνάλλαγμα. Όλα είναι εισαγόμενα. Δεν υπάρχει λαϊκή τέχνη, ξυλόγλυπτα,
δερμάτινα, αναμνηστικά, δεν υπάρχει απολύτως τίποτα. Μονάχα φελάχοι και κοκκινόχωμα.
- Κυρίως δύο πράγματα πρέπει να ξεχάσεις όταν έρχεσαι εδώ, θα απαντούσε, επιτόπου στο
Τομπρούκ πέντε μέρες αργότερα ο πόντιος και μουστακαλής οικονομικός διευθυντής,
προεξοφλώντας τις επιθυμίες μου. Τα οινοπνευματώδη ποτά και τις γυναίκες.

Ως γνήσιος χαρτοπόντικας, με την κινητικότητά μου σε μηδενικά επίπεδα, και ως θύμα
αιωνίων αντιφάσεων, είχα γενικά αιφνιδιαστεί, είχα ειδικά χαρεί για τη δουλειά, και είχα
ειδικότερα ενοχληθεί από την άμεση προοπτική του ταξιδιού. Ενώ ένιωθα και κάποια
προσμονή για το άγνωστο που σύντομα θα εξερευνούσα. Εγώ θα πήγαινα στην αρχή της
εξάμηνης περιόδου ανάθεσης για να αποτυπώσω πλήρως, όπως λέγαμε, την υπάρχουσα
κατάσταση, με συλλογή στοιχείων και με συνεντεύξεις, και για να συζητήσω τα οργανωτικά
προβλήματα και τις διαδικασίες ελέγχου με στελέχη και διοίκηση. Κι αφού στην επιστροφή τα
μελετούσαμε μαζί και άρχιζαν να διαφαίνονται κάποιες λύσεις, ο Ρήγας θα έκανε τη δεύτερη
και τελική επίσκεψη για να ελέγξει, να επιβεβαιώσει και να οριστικοποιήσει τις προτάσεις
μας.

Κάτι τέτοια τριγύριζαν σκουντουφλώντας στο μυαλό μου το απόγευμα εκείνο του Ιουνίου,
καθώς ρουφούσα και φυσούσα τον καπνό μοιρολατρικά στην αίθουσα αναμονής του
ανατολικού αεροδρομίου και περιεργαζόμουν με ενδιαφέρον δυο-τρεις σκουρόχρωμους
νεαρούς με φουντωτά μαλλιά, που επέβλεπαν την εργασία στο γκισέ των Λιβυκών
Αερογραμμών. Καθώς και μερικές πολυπληθείς και πρωσικά πειθαρχημένες μουσουλμανικές
οικογένειες με τις χαρακτηριστικές ενδυμασίες μεγάλων και μικρών. Ενώ, ταυτόχρονα, μου
έσφιγγε το στομάχι ο παλιός μου φόβος για τα αεροπλάνα και ήδη νοσταλγούσα αφόρητα την
άνεση του γραφείου μου και ιδίως την άδεια θέση μου στο τραπέζι της βραδινής πόκας. Κι ενώ
έριχνα θλιμμένες ματιές στον χαλκοπράσινο ουρανό πάνω απ’ την πίστα έξω και στον
δυνατό αέρα που σήκωνε κλαδιά και ανέμιζε χαρτιά μέσα σε σύννεφα σκόνης.

Όταν επιτέλους εμφανίστηκε το αεροπλάνο απ’ τη Βεγγάζη και μπήκε απ’ την ουρά του
σκάφους το πολύχρωμο πολυεθνικό μπουλούκι, εγώ τελευταίος, κατά τη συνήθειά μου, για να
μην διαγκωνίζομαι, είδα στο βάθος τον ιδιοκτήτη της εταιρίας να μου δείχνει σειρές τα
κεφάλια στις μπροστινές θέσεις και να μου γνέφει να καθίσω όπου βρω. Αυτό και έκανα και
αμέσως ήρθε η ελκυστική βρετανίδα αεροσυνοδός, σήκωσε το διπλανό μου κάθισμα στον
διάδρομο και δήλωσε ότι ήταν κατειλημμένο.

Δεν είχα καν προλάβει να χαρώ, όταν εμφανίστηκε ένας ταλαίπωρος κι αποχαμένος
Αιγύπτιος με εξαιρετικά αμφίβολης λευκότητας κελεμπία, κατέβασε το κάθισμα και
απλώθηκε αναπαυτικά. Μόλις τον αντιλήφθηκε, η αεροσυνοδός έσπευσε και του είπε
επιτακτικά ότι καθόταν στη δική της θέση. Αυτή μιλούσε βέβαια αγγλικά, εκείνος θα μιλούσε
αραβικά, αν είχε αποτολμήσει να ψελλίσει οτιδήποτε, μπερδεύτηκε και με τη ζώνη του. Μετά
αλλεπάλληλες ατελέσφορες προσπάθειες, η κοπέλα τον βαρέθηκε και, με βλέμμα δολοφονικό
και έκφραση αυθεντικής αριστοκρατικής αηδίας, τον βοήθησε να δέσει τη ζώνη του, του
συνέστησε να πάψει να είναι τόσο ενοχλητικός και μου τον άφησε για σιωπηλή παρέα.

Αριστερά μου, γέμιζε θέση, μπράτσα του καθίσματος και το μισό παράθυρο ένας τετράγωνος
και λακωνικός βετεράνος εργοδηγός της εταιρίας, που μου μετάγγιζε ακούσια κάποια
αίσθηση ασφάλειας καθώς το αεροπλάνο τελικά απογειώθηκε μέσα στην κακοκαιρία. Έξω οι
κινητήρες μούγκριζαν με όλη τους τη δύναμη, μούγκριζε κι η καταιγίδα με μανία, μέσα μου
μούγκριζε απειλητικά το θηρίο του φόβου αλλά, στα παράλια της Πελοποννήσου, η άτρακτος
τρύπησε ξαφνικά τα σύννεφα και οριζοντιώθηκε κάτω από έναν λαμπρό ήλιο. Έτσι
κατάφερα κι εγώ να ανακτήσω κάποια στοιχειώδη ισορροπία. Μισή ώρα αργότερα, η δυτική
πλευρά της Κρήτης διαγράφηκε ολοκάθαρα σε μια γαλάζια θάλασσα, με το πράσινο της
πεδιάδας, το γκρίζο των βουνών και το άσπρο των κυμάτων σε ειδυλλιακό συνδυασμό.

Όταν προσεγγίσαμε την Αφρική και κινηθήκαμε παράλληλα με τις ακτές, με βαθμιαία κάθοδο
προς το μεγάλο λιμάνι, διέκρινα και πάλι να φυσάει δυνατά σ’ ένα απέραντο γυμνό τοπίο και
μερικά κοπάδια άγριων ζώων να φεύγουν τρομαγμένα. Προσγειωθήκαμε ομαλά στο
αεροδρόμιο της Βεγγάζης και οι τελωνειακοί μου φάνηκαν φυσιολογικά κακόμοιροι, σε
αντίθεση με κάτι νταγκλαράδες κοκκινοσκούφηδες παράμερα που μας αναμετρούσαν με
βλοσυρή έπαρση. Αυτοί είναι από την προσωπική φρουρά του Γκαντάφι, μου ψιθύρισε στ’
αυτί ο εργοδηγός.

Ο τελωνειακός άνοιξε στον πάγκο την ελάχιστα ενδιαφέρουσα βαλίτσα μου και, χωρίς
δεύτερη κουβέντα (ή μάλλον χωρίς πρώτη), αφαίρεσε το μισοδιαβασμένο Βήμα που είχα
αγοράσει στη Θεσσαλονίκη το πρωί, λες και περιείχε οδηγίες για την κατασκευή εκρηκτικών
μηχανισμών. Είχα κι ένα βιβλίο του Πλασκοβίτη που ξεφύλλισε με περιέργεια, ενώ
απολάμβανε το απορημένο βλέμμα μου, δεν ανακάλυψε φωτογραφίες ή κάτι άλλο
ανατρεπτικό και ευαρεστήθηκε να μου το επιστρέψει.

Στην έξοδο μας τύλιξε ο καυτός αέρας του τίποτα. Και μας περίμενε ευπειθής ο οδηγός, τον
ιδιοκτήτη, τον εργοδηγό κι εμένα, με μια μεγάλη μερσεντές της εταιρίας και μπισκοτάκια με
κανέλα ή γεμιστά με σοκολάτα. Διασχίσαμε αργά ένα τμήμα της πόλης πριν βγούμε στην
καινούρια, ασφαλτοστρωμένη και άνετη εθνική οδό για το Τομπρούκ. Όπως σε κάθε ταξίδι
μου στο άγνωστο, κοιτούσα με μάτια ορθάνοιχτα αυτόν τον αλλότριο κόσμο τριγύρω, αλλά
τη φορά αυτή η συγκίνηση μου κράτησε πέντε λεπτά και το ενδιαφέρον μου άλλα δέκα. Στο
τέταρτο επάνω, δέχτηκα μια ισχυρή μετωπική επίθεση από τον πανικό που εκδηλώθηκε ως, τι
γυρεύω εγώ εδώ, και, είναι αδύνατον να δραπετεύσω.

Χώμα, σκόνη, γυμνοί δρόμοι και γκρίζες οικοδομές και, κάπου κάπου, ένα λυμφατικό δεντράκι
να αγωνίζεται απελπισμένα να επιβιώσει. Κάτι που θύμιζε την πρόσφατη ελληνική
πραγματικότητα ήταν οι τεράστιες πράσινες αψίδες (τι λένε, ρε παιδιά;) που προφανώς
εκθείαζαν το καθεστώς και νουθετούσαν τους πολίτες σε άπταιστα αραβικά Οι πάσης
φύσεως επιγραφές ήταν βέβαια και πάλι στα αραβικά, με ιερογλυφικά ήταν γραμμένες οι
ονομασίες και οι αριθμοί των δρόμων, ακόμη και οι πινακίδες των αυτοκινήτων. Αισθάνθηκα
ξαφνικά απόλυτα εξαρτημένος σα μωρό παιδί και λαχτάρησα μια ταμπέλα με λατινικούς
χαρακτήρες, που να διαβάζεται και ας μην καταλάβαινα ούτε λέξη.

Είχε ήδη πέσει ένα αδιαπέραστο σκοτάδι κι ενώ ο διευθύνων σύμβουλος επέμενε φορτικά να
συζητήσουμε για τη συντήρηση των μηχανημάτων και για τον έλεγχο των ανταλλακτικών
στις αποθήκες, που ήταν εγκατεσπαρμένες στα διάφορα εργοτάξια, εγώ έκανα το μοιραίο
λάθος να καταβροχθίσω μισό πακέτο μπισκότα. και να διψάσω αναπόφευκτα σαν
ναυαγός. Ψάξαμε λοιπόν επανειλημμένα για νερό στα πεντακόσια περίπου χιλιόμετρα της
παραθαλάσσιας διαδρομής απ’ τη Βεγγάζη ως το Τομπρούκ. Το περίφημο Τομπρούκ του
δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, το Τομπρούκ κοντά στα σύνορα με την Αίγυπτο, στο σημείο
όπου είχαν ήδη γίνει συγκρούσεις ανάμεσα στις δύο χώρες.

Ολοταχώς μέσα στο άγνωστο, με προορισμό το άγνωστο και πάλι, σε μια διαδρομή που, όπως
θα διαπίστωνα στην επιστροφή, εκτός από βράχια, πέτρες και κοκκινόχωμα, είχε, ως
βλάστηση μοναδική, και τρεις (και όχι τέσσερις) συστάδες δέντρων. Ενώ από απέναντι μας
τύφλωναν οι προβολείς των φορτηγών και τον δρόμο διέσχιζαν κάθετα αγρίμια, μικρά και
μεγαλύτερα.

Σε ένα μπλόκο με άδεια βαρέλια πετρελαίου, όπου έκαιγαν φωτιές για φωτισμό και για το
τσουχτερό νυχτερινό κρύο, μας σταμάτησαν νεαροί πολιτοφύλακες με ευρωπαϊκή ενδυμασία
για να ελέγξουν τα διαβατήριά μας. Με την πρώτη ματιά, κούνησαν το κεφάλι τους, μας χαι-
ρέτισαν πιο διαχυτικά και μας τα επέστρεψαν χαμογελώντας πλατιά και λέγοντας, τυχεροί
άνθρωποι που έρχεστε από τη Γιουνανία.

Εμείς συνεχίσαμε απτόητοι, με ξεραμένα χείλη, να ψάχνουμε για νερό. Της βρύσης ή
εμφιαλωμένο, κρύο ή χλιαρό, θολό ή διαυγές, νεράκι πόσιμο του αλλάχ. Παρακάμψαμε
μεγάλες πόλεις που ήταν κατάφωτες με σπάταλη μεγαλοπρέπεια αλλά από νερό ούτε στάλα.
Οι βρύσες σ’ ένα βενζινάδικο αποπειράθηκαν να τραγουδήσουν αλλά η επίδοσή τους
περιορίστηκε σε ένα ρέψιμο βραχνό. Θα έχει πάθει κάποια βλάβη το σύστημα άντλησης,
πιθανολόγησαν οι συνταξιδιώτες μου. Πετρέλαιο έχουν άφθονο, το νερό όμως είναι από
πηγάδι ενώ το εμφιαλωμένο εισάγεται, όπως εισάγονται και όλα τ’ άλλα προϊόντα από το
κράτος και τις ξένες εταιρίες, με ενημέρωσαν. Θα πιούμε μόλις φτάσουμε στο Τομπρούκ, με
παρηγόρησαν.

Έτσι κι έγινε. Κάποτε φτάσαμε στο μεγάλο διαμέρισμα που νοίκιαζε η εταιρία και πατήσαμε
πάλι χώματα στην είσοδο, στα κεφαλόσκαλα, στην πόρτα και στον προθάλαμο, σε μια
πολυκατοικία που είχε βέβαια καθαριστεί το ίδιο πρωινό. Το χώμα έμπαινε από κάθε άνοιγμα
και χαραμάδα, έμπαινε και κατέστρεφε ακόμη και τις μηχανές των αυτοκινήτων και, αντί να
ψάχνουν συνεργείο για επισκευή, στα δύο χρόνια τα πετούσαν κι αγόραζαν από τη Γερμανία
καινούρια και αδασμολόγητα.

Στο διαμέρισμα όμως βρήκαμε νερό. Νερό χλιαρό που είχαν ήδη βράσει σε έναν τέντζερη
(μάθημα πρώτο και σπουδαιότερο για τον τύφο) κι ήπια μέχρι σκασμού με την κουτάλα γιατί
δεν άντεχα να περιμένω το ψυγείο. Το ίδιο βράδυ πήγαμε στον καταυλισμό της εταιρίας και
ανακαλύψαμε τους συμπατριώτες μας στο εστιατόριο να βρίσκονται στο φρούτο, μετά το
φαγητό του Έλληνα μάγειρα, και να παρακολουθούν στην τηλεόραση, με κέφι και
ζητωκραυγές, έναν αγώνα του πρωταθλήματος ποδοσφαίρου απ’ την Αθήνα. Πιάνουμε
καθαρά τους σταθμούς σε ευθεία γραμμή από τη θάλασσα, επιβεβαίωσαν.

Ο κάθε εργαζόμενος είχε περιποιηθεί και στολίσει το λιτό δωματιάκι του με το προσωπικό του
γούστο. Πάνω απ’ τα πολύχρωμα στρωσίδια, κυριαρχούσαν οι οικογενειακές φωτογραφίες,
ένα μωρό που άπλωνε τα χέρια, κάποια φτηνά διακοσμητικά και οι ημίγυμνες γυναίκες απ’
τα εξώφυλλα των περιοδικών. Παραδίπλα, το τραπεζάκι με το πλαστικό κάλυμμα, ένα μπρίκι
του καφέ με κύπελλο ή φλιτζάνι, ένα τσίγκινο σταχτοδοχείο, και μια πετσέτα να κρέμεται απ’
το καρφί. Όλα ωραία, οργανωμένα, όλα πολιτισμένα, περίπου όπως στις σύγχρονες
αγροτικές φυλακές.

Την άλλη μέρα το πρωί, γνώρισα και επισήμως στα γραφεία το διοικητικό προσωπικό και,
σταδιακά, τους εξειδικευμένους τεχνίτες, οδηγούς και χειριστές μηχανημάτων, κυρίως
Έλληνες. Έλληνες αφεντικά και τουλάχιστον τριπλάσια αμειβόμενους από κάθε αφρικανό ή
ασιάτη με αντίστοιχα καθήκοντα. Από Ινδούς, Πακιστανούς, Αιθίοπες, Αιγύπτιους και
μερικούς Λίβυους για βοηθητικές κυρίως εργασίες. Γνώρισα και τον Ιμπραήμ, ένα ντόπιο
λιπόσαρκο γερόντιο με λιγδιάρικη κελεμπία, που είχε μάθει τα στοιχειώδη ελληνικά για να
εκτελεί τα καθήκοντα του καφετζή. Με την κραυγή, Ιμπραήμ, καφέ και νερό, σε ένα
πεντάλεπτο κατέφθανε αθόρυβα στωικός και ημίκυρτος, κρατώντας σε αβέβαια δάχτυλα τον
τούρκικο καφέ, ανεξακρίβωτης ποιότητας στη φυσική μαυρίλα του, και το θολό νερό σ’ ένα
ποτήρι κατάλληλο για μάθημα γεωγραφίας.

Αυτοί που έρχονται εδώ, χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες, με πληροφόρησε ο μάγκας και
εξηγημένος οικονομικός διευθυντής. Σ’ εκείνους που πανικοβάλλονται και τα βροντάνε κάτω
από την πρώτη εβδομάδα, στους περισσότερους που καταφέρνουν ν’ αντέξουν από ένα
εξάμηνο ως δύο χρόνια, και τους λίγους μπαρουτοκαπνισμένους βετεράνους που κλείνουν
την πενταετία. Αυτός εδώ που βλέπεις, πρόσθεσε δείχνοντας κάποιον με ανυπόκριτο
θαυμασμό, είναι ο πρωταθλητής μας με μια επταετία. Η εταιρία μάς τα παρέχει σχεδόν όλα,
και να θέλεις δεν έχεις που να ξοδέψεις τα λεφτά, κι έτσι πουλάμε τη ζωή μας και
αποταμιεύουμε τον μισθό μας σε συνάλλαγμα για κάτι καλύτερο αργότερα στην πατρίδα.

Όπως διαπίστωσα τις επόμενες μέρες, περιδιαβάζοντας την πόλη και τα προάστια και ιδίως
διασχίζοντας την ερημιά από εργοτάξιο σε εργοτάξιο, ο πακτωλός του συναλλάγματος, που
κέρδιζε η χώρα από τις εξαγωγές του πετρελαίου, διοχετευόταν σε δρόμους, πολιτικά και
στρατιωτικά αεροδρόμια, συγκροτήματα κατοικιών και κάθε είδους έργα που εκτελούσαν, σε
υψηλή ποιότητα και με τεράστιο περιθώριο κέρδους, ξένες τεχνικές εταιρίες, κυρίως
μεσογειακές. Και όχι μόνον στην παραθαλάσσια έρημο του χώματος αλλά και στην πιο
αφιλόξενη έρημο της άμμου στα ενδότερα.

Όσο κι αν έψαξα στην κεντρική αγορά της αρκετά μεγάλης πόλης, δεν βρήκα απολύτως
τίποτα που να μου κινήσει έστω και κατ’ ελάχιστον το ενδιαφέρον. Αυτά που υπήρχαν, εκτός
από τα λιγοστά εισαγόμενα, ήταν σκέτη θλίψη και, στην καλύτερη περίπτωση, μου θύμιζαν
μαγαζιά στο βαρδάρι τη δεκαετία του πενήντα. Και οι άνθρωποι; Μου φάνηκαν απόμακροι
και συμπαθητικοί, σκυφτοί και ταλαιπωρημένοι, τυλιγμένοι στη μιζέρια τους και τη
μονοτονία.

Απ’ το πρωί ως το μεσημέρι και το απόγευμα, η ώρα περνούσε άνετα στο γραφείο ή στην
ύπαιθρο, με την ακαριαία ζεστασιά και συντροφικότητα των ομοεθνών, με το καλαμπούρι
και τα άπειρα παράδοξα του ξένου τόπου που, σε κάθε επιφώνημά μου, προθυμοποιούνταν να
μου εξηγήσουν υπομονετικά οι πεπειραμένοι. Ενώ από το επιβλητικό κάδρο στον τοίχο μας
επέβλεπε όλους, με αυστηρό ύφος μέσα στο καφτάνι του, ο Γκαντάφι. Του οποίου το όνομα
μου είχαν απ’ την αρχή συστήσει φιλικά να μην προφέρω, ακόμη και για εγκώμια.

Η ώρα περνούσε άνετα με τη δουλειά και τους καφέδες του Ιμπραήμ. Συμπλήρωση
ερωτηματολογίων, συγκέντρωση εντύπων και στοιχείων, αντιπαραβολή, ερωτήματα,
συνεντεύξεις και διευκρινήσεις, επισήμανση και συζήτηση των προβλημάτων. Το ελληνικό
φαγητό μεσημέρι και βράδυ στο εστιατόριο ήταν άφθονο και καλής ποιότητας ενώ το
μουσουλμανικό προσωπικό είχε τον δικό του χώρο και τον δικό του μάγειρα.

Περιηγήθηκα όλες τις εγκαταστάσεις, τα εργοτάξια και τις διάφορες αποθήκες. Το λατομείο με
τους εκσκαφείς και τους θραυστήρες του, την παραγωγή της πίσσας, την επίστρωση και
ασφαλτόστρωση δρόμων ατέλειωτων που οδηγούσαν στον ορίζοντα και στο πουθενά.
Κοίταζα και ρωτούσα περισσότερο από καθήκον και πολύ λιγότερο από περιέργεια ενώ μέσα
μου φούντωνε μια θανάσιμη ανία.

Όταν άρχιζε να σουρουπώνει, ο χρόνος έκοβε κι αυτή την ελάχιστη ταχύτητα του, όλα
γίνονταν ακόμη πιο ανούσια και βαρετά, η ζωή προσαρμοζόταν στο ράθυμο τοπίο της
μεγάλης βορειοαφρικανικής χώρας. Συγκεντρωνόμασταν στο διαμέρισμα και
προσπαθούσαμε να τη βγάλουμε με την κουβέντα, τα πρώτα επιφυλακτικά συμπεράσματα
για τα οργανωτικά προβλήματα της εταιρίας και με ανώδυνο χαρτάκι μερικές φορές.

Φυσικό ήταν οι δέκα μέρες της διαμονής να μου φανούν ατέλειωτες και να διερωτώμαι πώς θα
κατόρθωνα να επιβιώσω, αν χρειαζόταν να μείνω περισσότερο. Με τους ντόπιους της
συνεργάτες, η εταιρία τακτοποίησε στο άψε σβήσε τα του διαβατηρίου και τα υπόλοιπα
διαδικαστικά και τα πεντακόσια χιλιόμετρα της επιστροφής ήταν πιο σύντομα και πιο
αισιόδοξα με το φως της μέρας. Ιδίως όμως με την άμεση προοπτική της αναχώρησης για την
Ελλάδα.

Ανέβηκα στο αεροπλάνο, φορτωμένος φακέλους και χαρτιά, που θα μελετούσα καλύτερα στο
γραφείο, και δεν ήθελα ούτε καν να γυρίσω πίσω το κεφάλι. Όταν απογειωθήκαμε, η
θάλασσα κάτω άρχισε να μου μεταδίδει μιαν αίσθηση χαλάρωσης και λύτρωσης. Άραξα
βαθιά σιωπηλός και απολάμβανα την ίδια μου την προσμονή ενώ, μπροστά μου, κάποιος
άλλος Έλληνας, από κατασκευαστική εταιρία στα ενδότερα της χώρας, κελαηδούσε
ασυγκράτητος και δήλωνε ότι δεν θα γύριζε όσα λεφτά και να του έδιναν.

Όταν το αεροπλάνο προσγειώθηκε στο Ελληνικό, μας περίμεναν συγκλονιστικές εκπλήξεις.
Το πολυπλόκαμο τέρας του τσιμέντου είχε μεταμορφωθεί σε μια μυρωμένη κηπούπολη και τα
νευρόσπαστά του σε οικείους και ευγενικούς ανθρώπους. Κάποιος με έσπρωξε από δίπλα και
το εξέλαβα σαν φιλικό άγγιγμα με τον αγκώνα, δυο γυναίκες συζητούσαν για εξόχως
συναρπαστικά θέματα μόδας, τ’ αυτί μου έπιασε ένα, ρε μαλάκα, στον περίγυρο που μου
φάνηκε σχεδόν ποιητικό.

Και τώρα τι θα έκανα; Τα σπουδαία και τα σημαντικά βεβαίως. Πρώτα πρώτα, θα άκουγα
και θα καταλάβαινα τις ομιλίες τριγύρω μου, μετά θα διάβαζα τις επιγραφές, θα αγόραζα μια
εφημερίδα, θα έπινα ένα ποτήρι δροσερό νερό. Θα έβγαινα στο μπαλκόνι και θα έβλεπα
δέντρα από κάτω. Θα άραζα αναπαυτικά, βρε αδελφέ, στη λεκάνη της τουαλέτας με πλάι μου
το χαρτί υγείας και όχι καθιστός στα γόνατα με πλάι μου το λάστιχο του νερού. Αυτά θα
έκανα. Κι άλλα πολλά ανάλογα και εξίσου συναρπαστικά , αυτά που μόλις πρόσφατα είχα
ανακαλύψει.

Από το ιστολόγιο του Τόλη Νικηφόρου
http://enchantedseconds.blogspot.com/2010/07/blog-post_27.html

"Χάσαμε τον Νίκο μας"


Του Απόστολου Λυκεσά
ΕΘΝΟΣ on line,18/04/2011
Απωλέσαμε τον Νίκο μας. Δραπέτευσε αμετάκλητα σε μια ρωγμή του χρόνου. Ζαλώθηκε τα μπαγιατλίδικα μεράκια του για το Ταξίδι, χαρίζοντάς μας χρόνια τα τραγούδια του, τους καημούς του, τα σεκλέτια και τις χαρές του. Το παρκάκι της ΜΕΝΤ ορφάνεψε ήδη χωρίς τον ίδιο στο γραφείο. Το στούντιο «Αγροτικόν» πέθανε νωρίτερα εξαιτίας της παγερής αδιαφορίας της πόλης που αγάπησε και ποτέ δεν εγκατέλειψε.

Ο τραγουδιστής της γυφτιάς που αρνήθηκε τις σειρήνες της πρωτεύουσας, με πείσμα ακατανόητο για όσους δεν καταλαβαίνουν τι αξίζει να συστοιχίζεσαι με φίλους σε Λοξή Φάλαγγα. Μας εγκαταλείπει σήμερα με έναν κόμπο στο μήλο του Αδάμ σαν να στραβοδέσαμε το φουλάρι του στον λαιμό μας. Χάσαμε τον Νίκο μας. Που γελούσε κελαρυστά ακόμη κι όταν μιλούσε για καταστάσεις που πονούσαν σαν πικράγκαθα της Νισύρου καρφωμένα στη σάρκα. Τόσα χρόνια μακριά από το Θέατρο Δάσους. Ποιος; Ο Νίκος μας. Την ίδια ώρα που οι μουσαφιραίοι χαλούσανε και χαλάνε τον κόσμο. Οπότε δώσ' του τα μερακλωμένα μακεδονίτικα στην Πλάτωνος μεσάνυχτα Αυγούστου ή τα νησιώτικα της αναστάτωσης στο Ασυλο, απέναντι από τα κοιμητήρια. Απωλέσαμε τον Νίκο μας. Που του `λεγες, «να κάνουμε Νικόλα το και το...» κι είχε αμέσως την προοπτική «όμορφο ακούγεται...». Κι έσκυβε πάνω στα καλώδια και τα ποντισιόμετρα. Υστερα αίφνης «πάμε για τηγανητές πατάτες και ρετσίνες στον καφενέ». Με μαράζι για τη χαμένη γενέθλια πλατεία Διοικητηρίου. Και να τριγυρνά με ένα ξεχαρβαλωμένο «παπάκι» έτοιμος να ραντίσει τον αέρα των στενών και να ραντιστεί παυσίλυπη νοσταλγία. Ριπές του Βαρδάρη τού ένευαν συνθηματικά στο Τσινάρι. Χάσαμε τον Νίκο μας. Ο Παναγιώτης βρήκε ένα τσίλικο μπαγλαμαδάκι να του το δώσει για τον δρόμο. Ακόμα και οι παράφωνοι θα τραγουδήσουμε το κατευόδιο. Ακλαφτο πώς να τον στείλουμε στο ταξίδι;

Πηγή: http://lesxianagnosis.blogspot.com/

Κυριακή, Απριλίου 17, 2011

'Εφυγε ο Νίκος Παπάζογλου




http://www.newsit.gr/default.php?pname=Article&art_id=73858&catid=3

- Την τελευταία του πνοή άφησε το πρωί μετά από μάχη με τον καρκίνο ο σπουδαίος μουσικός
- Νοσηλευόταν στο "Διαβαλκανικό Κέντρο" από όπου έφυγε πριν από λίγες ημέρες για το σπίτι του
- Τη Δευτέρα, στην Τούμπα, η κηδεία του
- Έφυγε 40 ημέρες μετά το φίλο του Μανώλη Ρασούλη

Το τελευταίο αντίο στον Ν. Παπάζογλου θα πουν συγγενείς και φίλοι στον Ιερό Ναό του Αγίου Θεράποντα, στην Τούμπα, όπου γεννήθηκε και έκανε τα πρώτα του βήματα στη μουσική. Η κηδεία θα γίνει στις 4 το απόγευμα.

Έφυγε το πρωί της Κυριακής των Βαΐων σε ηλικία 63 ετών, μετά από χρόνια μάχη με την επάρατη νόσο. Είχε υποβληθεί σε χημειοθεραπείες στο "Διαβαλκανικό Κέντρο", δίνοντας μάχη μέχρι τέλους και έχοντας στο πλευρό του τη γυναίκα και τα δύο του παιδιά. Έφυγε από το νοσοκομείο εδώ και λίγες ημέρες για το σπίτι του, όπου και πέθανε.

Είχε γράψει μερικά από τα καλύτερα και πιο πολυτραγουδισμένα τραγούδια των τελευταίων 20 ετών και ξεχώριζε τόσο για το μοναδικό του στυλ – τζην και κόκκινο μαντίλι – όσο και για τον απλό του χαρακτήρα. Το κοινό τον λάτρευε και στις συναυλίες του επικρατούσε το αδιαχώρητο.

Η ζωή και η πορεία του

Γεννήθηκε στις 20 Μαρτίου του 1948 στη Θεσσαλονίκη. Άρχισε να παίζει μουσική με το δικό του συγκρότημα από το 1965 ως το 1970. Για μικρό διάστημα μετακόμισε στο Άαχεν της Δυτικής Γερμανίας με το συγκρότημά του “Ζηλωτής”.

Το 1977 ο Νίκος Παπάζογλου κατέβηκε στην Αθήνα, για τις ανάγκες της παράστασης “Αχαρνής” του Διονύση Σαββόπουλου, όπου έπαιζε και τραγουδούσε. Ένα χρόνο μετά κυκλοφορεί “Η εκδίκηση της γυφτιάς”, στον οποίο συμμετείχαν ο Νίκος Ξυδάκης και ο αείμνηστος Μ. Ρασούλης.

Το 1979 κυκλοφορούν τα “Δήθεν” που αποτελούν και μία απάντηση στους επικριτές, που αναρωτιούνται τι είδους μουσική είναι αυτή που κάνουν – λαϊκή ή ροκ-. Από εκεί και πέρα συμμετείχε στη “Ρεζέρβα” του Δ. Σαββόπουλου, στον δίσκο “Χειμερινοί Κολυμβητές” και το 1984 κάνει τον πρώτο του προσωπικό δίσκο.

Δημιουργεί μια ορχήστρα από ερασιτέχνες μουσικούς και από κάποιους φίλους του επαγγελματίες μουσικούς. Είναι η “Λοξή Φάλαγγα” που κάθε χρόνο όλο κι αλλάζει λίγο τη σύνθεσή της γιατί ο Παπάζογλου προτιμύσε την ερασιτεχνική ειλικρίνεια από την επαγγελματική δεξιοτεχνία και τις ασφαλείς εκ των προτέρων ενορχηστρώσεις.

Το 1986 κυκλοφόρησε το “Μέσω νεφών” και παράλληλα συμμετείχε στο “Πότε Βούδας, Πότε Κούδας” των Ρασούλη – Βαγιόπουλου και στο “Ζήτω Το Ελληνικό Τραγούδι” του Σαββόπουλου.Το 1988 έρχεται η συνεργασία με το Μάνο Χατζιδάκη στην μπουάτ “Σείριος” και βεβαίως στο δίσκο “Στο Σείριο Υπάρχουνε Παιδιά”.

Ο Παπάζογλου άνοιξε το δρόμο και για άλλους Θεσσαλονικείς, όπως ο Σωκράτης Μάλαμας, ο Ορφέας Περίδης, ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, οι Μικρές Περιπλανήσεις, ο Γιάννης Μήτσης, η Μελίνα Κανά και άλλοι.
ου Παπάζογλου. Η επίδρασή του υπήρξε καθοριστική στην πορεία του ελληνικού τραγουδιού. Τα τραγούδια του Νίκου Παπάζογλου και η φωνή του αποτελούν πολύτιμο θησαυρό της μουσικής μας κληρονομιάς και ειδοποιό στοιχείο της μουσικής μας ψυχοσύνθεσης. Εκφράζουμε ειλικρινή συλλυπητήρια στους οικείους του.

Πέμπτη, Απριλίου 14, 2011

Τα γόνατα του Ιησού ( Νικηφόρος Βρεττάκος 2011)




Το ποίημα του Ν. Βρεττάκου, εικονοποιημένο από την e-πέμπτη αταξία της φίλης και καλής εκπαιδευτικού Τζούλιας Φουρτούνη.

http://www.facebook.com/#!/profile.php?id=1525422538

Τετάρτη, Απριλίου 06, 2011

Αιώνας εμπορίου



H προσφορά κι η ζήτηση ρυθμίζουνε την κοινωνία
έλεγε ο μεγάλος αδερφός μου Mαρξ.

Ένα μικρό, ανήθικο εμπόριο
κάθε χειρονομία, κάθε λέξη, κι η πιο κρυφή σου σκέψη ακόμα,
μεγάλα λόγια στις γωνιές των δρόμων, οι ρήτορες σαν τους
λαχειοπώλες διαφημίζοντας όνειρα για μελλοντικές κληρώσεις
τα αισθήματα στο Xρηματιστήριο, στα λογιστικά βιβλία
δούναι και λαβείν, πίστωση, χρέωση,
ισολογισμοί, εκπρόθεσμες συναλλαγματικές, μετοχές,
χρεώγραφα
κι ας κλαίει αυτή η γυναίκα στο δρόμο, τί σημασία έχει;
«ζούμε σε μια μεγάλη εποχή», οι παπαγάλοι δεν κάνουν
ποτέ απεργία
μικροί, ανάπηροι μισθοί αγορασμένοι με νεκρές
περηφάνειες
γνώση αβέβαιη, πληρωμένη μ’ όλη τη βέβαιη νιότη σου,
βρέχει νομίσματα, οι άνθρωποι τρέχουν σαν τρελοί να τα
μαζέψουν
νομίσματα όλων των εποχών, ελληνικά, ρωμαϊκά, της Bαβυλώνας,
δολάρια ασημένια
η βροχή είναι πυκνή, ανελέητη, πολλοί σκοτώνονται
πλανόδιοι έμποροι αγοράζουνε τα πτώματα ― θα χρειαστούν
μεθαύριο
σαν ανεξόφλητες αποδείξεις της «μεγάλης μας εποχής»,
κι αυτούς τους λίγους στίχους χρειάστηκε ένα ολόκληρο
θησαυροφυλάκιο πόνου, για να τους αποσπάσω
απ’ τη φιλάργυρη αιωνιότητα, σαν τοκογλύφοι οι μέρες μας
μάς κλέβουν τη ζωή, τί ζέστη, θε μου, κι όμως βρέχει,
τί καιρός, μα δε θα μου τη σκάσετε εμένα, κύριοι,
είμαι ιδιοφυία στο είδος σας, πίστωση, χρέωση,
ο Pοκφέλλερ άρχισε
πουλώντας καρφίτσες. Θα χτίσω, λοιπόν, κι εγώ ένα μεγάλο
προστατευτικό σπίτι
με τις πέτρες που μου ρίξατε
σ’ όλη τη ζωή μου.

ΤΑΣΟΣ ΛΕΙΒΑΔΙΤΗΣ

Πέμπτη, Μαρτίου 31, 2011

Ανοιχτή συζήτηση για την λογοτεχνία


Η επιθεώρηση πολιτισμού Ένεκεν και οι Εκδόσεις/Περιοδικό Γραμμάτων & Τεχνών Βακχικόν (www.vakxikon.gr) σας προσκαλούν στην ανοιχτή συζήτηση


Τρεις συγγραφείς της νέας γενιάς συζητούν
για τη λογοτεχνία σήμερα
Γιώργος Αλισάνογλου
Ιορδάνης Κουμασίδης
Νίκη Χαλκιαδάκη

Συντονίζει η δημοσιογράφος Παυλίνα Εξαδακτύλου

Σάββατο, 9 Απρίλη στις 8.30 μ.μ. στην Ετεροτοπία
(Ίωνος Δραγούμη και Πτολεμαίων 42, 2ος όροφος)

Θα ακολουθήσει live με τους Εν Κατακλείδι

Αλέξης Ζορμπάς και Ζόμπις

Αν και έναν χρόνο πριν νομίζω ότι είναι ενδιαφέρον και σας το παραθέτω.

Αλέξης Ζορμπάς και Ζόμπις
Tuesday, April 27, 2010 @ 09:28 AM
posted by Περιοδικό Bookmarks

από τον Γιάννη Πλιώτα

Στην Αγγλία μάλλον είναι δύσκολο για κάποιον συγγραφέα να εκδοθεί, ακόμα κι αν έχει γράψει ένα λογοτεχνικό αριστούργημα. Μια κλασική περίπτωση που το αποδεικνύει είναι το προ τριετίας πείραμα του δημοσιογράφου Ντέιβιντ Λάσμαν, ο οποίος υπόβαλε προς έκδοση σε δεκαοχτώ εκδοτικούς οίκους και ατζέντηδες, βιβλία της Τζέιν Όστεν. Όπως δεν άργησε να διαπιστώσει, τα μυθιστορήματά της Όστεν παρότι έχουν πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα σ’ όλο τον κόσμο και έχουν μεταφερθεί με επιτυχία στον κινηματογράφο, σήμερα δεν θα έβρισκαν εκδότη.
Ο Λάσμαν δακτυλογράφησε και έστειλε τα αρχικά κεφάλαια από το «Αβαείο του Νορθάνγκερ» και την «Πειθώ», αλλάζοντας μόνο τοπωνύμια και ονόματα προσώπων. Οι απορριπτικές απαντήσεις έπεσαν σαν βροχή. Ο οίκος «Μπλούμσμπερι» του Χάρι Πότερ επισήμαινε ότι «παρ’ ότι διαβάσαμε τη δουλειά σας με ενδιαφέρον, δεν ταιριάζει στον κατάλογό μας», ενώ και οι ατζέντηδες της Ρόουλινγκ τον πληροφόρησαν ότι θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο να προωθήσουν το έργο του.
Στη δεύτερη φάση του σχεδίου, ο Λάσμαν αποφάσισε να γίνει θρασύς. Επέλεξε το «Περηφάνια και Προκατάληψη», παράλλαξε ελάχιστα τα ονόματα των ηρώων και το έστειλε με τον τίτλο «Πρώτες εντυπώσεις» («First Impressions» ήταν ο αρχικός τίτλος που είχε δώσει ο Όστεν στο βιβλίο της). Φρόντισε μάλιστα να παραθέσει αυτούσιο τον πιο διάσημο πρόλογο της βρετανικής λογοτεχνίας: «Αποτελεί κοινή πεποίθηση πως όταν ένας άνδρας είναι ελεύθερος κι έχει αξιόλογη περιουσία, χρειάζεται και μία σύζυγο». Καμία έκπληξη. Οι απορριπτικές επιστολές έφτιαξαν και πάλι μια μικρή στοίβα στο γραφείο του Λάσμαν. Πάνω πάνω αυτή από τις εκδόσεις «Πένγκουιν», οι οποίες εκδίδουν στην Αγγλία τα έργα της Όστεν: «Οι “Πρώτες εντυπώσεις” φαίνεται να είναι ένα ενδιαφέρον και πρωτότυπο ανάγνωσμα».
Μόνον ο Αλεξ Μπόουλερ από τον οίκο «Τζόναθαν Κέιπ» αντιλήφθηκε τη λογοκλοπή. Στην απάντησή του έγραψε: «Οι πρώτες εντυπώσεις μου από το βιβλίο σας είναι δυσπιστία, ενόχληση και φυσικά στιγμές γέλιου. Θα σας συμβούλευα να επιστρέψετε στη βιβλιοθήκη το αντίτυπο του «Περηφάνια και Προκατάληψη», που στοιχηματίζω βρίσκεται δίπλα στη γραφομηχανή σας, και να προσπαθήσετε την επόμενη φορά ο πρόλογός σας να διαφοροποιείται κάπως από αυτόν της Όστεν».
Προχωρώντας σε πιο πρόσφατα νέα, το «Περηφάνια και Προκατάληψη» συνεχίζει να είναι δημοφιλές ανάγνωσμα για όλες τις ηλικίες, ακόμα και για όσους αρέσκονται να ξεριζώνουν κεφάλια απέθαντων στις οθόνες των υπολογιστών τους. Πέρσι κυκλοφόρησε με μεγάλη επιτυχία σε Αγγλία και Αμερική το βιβλίο «Pride and Prejudice and Zombies», μια παρωδία στηριγμένη εξ ολοκλήρου στο κείμενο του κλασικού μυθιστορήματος. Ο εικονοκλάστης συγγραφέας Σεθ Γκράχαμ-Σμιθ αποφάσισε να συνδυάσει τη ρομαντική εποχή της Όστεν με στοιχεία από ταινίες τρόμου και φυσικά ζόμπι. Το αποτέλεσμα ήταν αυτό το απίθανο μυθιστόρημα, που διαβάστηκε πολύ από εφήβους και σύντομα ακολουθήθηκε από το εξίσου προβοκατόρικο «Sense and sensibility and sea monsters». Τα βιβλία αυτά θα τα δούμε μεταφρασμένα και στη χώρα μας, ενώ είναι βέβαιο ότι η ανάμειξη ακραία διαφορετικών λογοτεχνικών υλικών θα μας απασχολήσει στο μέλλον. Πάντως πριν λίγες μέρες κυκλοφόρησε στο εξωτερικό το prequel των βιβλίων του Σεθ, με τίτλο «Pride and Prejudice and Zombies: Dawn of the Dreadfuls». Οι πιστοί προσέλθετε.

* Όπως καταλαβαίνετε ο τίτλος του editorial αποτελεί μια πρόταση για όποιον θέλει να δοκιμάσει την τύχη του σε αντίστοιχο ελληνικό φόντο.

http://e-bookmarks.gr/wordpress/?cat=4

Τετάρτη, Μαρτίου 30, 2011

Ο ΙΑΚΩΒΟΣ ΚΑΜΠΑΝΕΛΛΗΣ ΣΤΗΝ ΓΕΙΤΟΝΙΑ ΤΩΝ ΑΓΓΕΛΩΝ



Ιάκωβος Καμπανέλλης του Στεφάνου (1922) Έλληνας θεατρικός συγγραφέας και δημοσιογράφος. Γεννήθηκε στη Νάξο στις 3 Δεκεμβρίου του 1922. Το 1935 η οικογένειά του έρχεται για μόνιμη εγκατάσταση στην Νίκαια. Στη κατοχή αναμείχθηκε στην αντίσταση αλλά όταν συνελήφθη από τους Γερμανούς (1943) οδηγήθηκε και κρατήθηκε στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Μαουτχάουζεν μέχρι τις 5 Μαΐου 1945 οπότε και απελευθερώθηκε από τις συμμαχικές δυνάμεις.

Όταν γυρίζει στην Ελλάδα, οι παραστάσεις του Θεάτρου Τέχνης του Καρόλου Κουν, το χειμώνα του 1945-46, τον συναρπάζουν... «εκεί ανακάλυψα τον εαυτό μου και τον προορισμό μου». Αν και δεν ολοκλήρωσε γυμνασιακή μόρφωση έδειξε ιδιαίτερη αφοσίωση στο γράψιμο. Τον Καμπανέλλη ανακάλυψε ο Αδαμάντιος Λεμός. Το πρώτο θεατρικό έργο του ήταν "ο Χορός πάνω στα στάχυα" που παρουσιάστηκε τη θερινή θεατρική περίοδο 1950 από το θίασο Λεμού στο Θέατρο «Διονύσια» της Καλλιθέας.

Παντρεύτηκε την ηθοποιό Τάνια Σαββοπούλου.

Από τα θεατρικά του έργα τα πλέον γνωστά είναι "Έβδομη μέρα της δημιουργίας", "Η Αυλή των θαυμάτων", "Ηλικία της νύχτας", "Παραμύθι χωρίς όνομα", "Γειτονιά των Αγγέλων", "Βίβα Ασπασία", "Οδυσσέα γύρισε σπίτι", "Αποικία των τιμωρημένων", "Το μεγάλο μας τσίρκο", "Ο εχθρός λαός" και "Πρόσωπα για βιολί και ορχήστρα".


Απόσπασμα από το έργο του «Μάουτχάουζεν»:

Μια πολιτεία με θανατηφόρα σύνορα…

…Ταξιδεύουμε από τα χαράματα μέσα σε φορτηγά βαγόνια. Είναι θεοσκότεινα. Οι πιο πολλοί έχουμε κιόλας περάσει σαράντα μέρες στην απομόνωση και τέσσερις μήνες σ’ ένα μικρό στρατόπεδο κοντά στο Ζίμερινγκ. Ήταν κι ένας Εβραίος εκεί. Οι Ες-Ες σχηματίζανε έναν ανοιχτό κύκλο γύρω του και φωνάζανε: «Μπάλα». Ο Εβραίος άρχιζε να τρέμει απ’ τον έναν στον άλλο κι αυτοί τον κλοτσούσαν στα πόδια, στην κοιλιά, στα πλευρά, στο κεφάλι. Το ποδόσφαιρο σταματούσε όταν η «μπάλα» έμενε ασάλευτη πάνω σε λάσπη από χώμα και αίμα.

Όταν βαρέθηκαν να παίζουν κάθε μέρα το ίδιο παιχνίδι, τον πνίξανε σ’ ένα ρέμα που κυλούσαν μέσα οι οχετοί.

Το τραίνο που μας πάει σταματά σε πολλούς σταθμούς. Τα άλλα βαγόνια είναι κανονικά. Απ’ το ίδιο τραίνο ταξιδιώτες κατεβαίνουν. Άλλοι ανεβαίνουν. Σωπαίνουμε και κολλάμε τα αυτιά στα τοιχώματα. Ακούμε τέτοιες κουβέντες:

Μια γυναίκα: Να πεις στην Έλγκα να μη στεναχωριέται για την ομπρέλα…

Ένας άντρας: Πήρα τα ρέστα μου απ’ το μπαρ; Α, ναι εδώ είναι!

Άλλος άντρας: Έχετε άλλα πράγματα;

Άλλος άντρας: Εγώ κύριέ μου! Το όνομά μου είναι Γκάντερτ… Καλό σας ταξίδι…

Άλλη γυναίκα: Χέλμουτ, μη με γελάσεις…

Άντρας: Κουταμάρες, την Κυριακή θα μια πίσω…

Ακούμε τα παραγγέλματα και τη σφυρίχτρα του κάθε σταθμάρχη, αλλά ούτε που είμαστε καταλαβαίνουμε, ούτε που πάμε. Σταματάμε πάλι.

Ξεκλειδώνουν τις συρτές πόρτες και τις ανοίγουν. Είναι μέρα ακόμα. Ο ήλιος πέφτει καταπρόσωπο και μας στραβώνει. Όμως καλύτερα έτσι. Ο σταθμός είναι μικρός, επαρχιακός, με δέντρα, μπλοκαρισμένος από Ες-Ες. Ο αξιωματικός τους παρακαλεί τους ταξιδιώτες που κατεβαίνουν να περάσουν γρήγορα. Παρακαλεί κι αυτούς που είναι να μπουν στο τραίνο να περιμένουν λίγο.

Η παραλαβή μας από τους Ες-Ες του Μαουτχάουζεν γίνεται ονομαστικά. Ταυτόχρονα μπαίνουμε στη γραμμή πέντε-πέντε. Οι ταξιδιώτες που είναι στην πλατφόρμα και στα βαγόνια δεν μας πολυπροσέχουν. Ούτε οι σιδηροδρομικοί. Ένας μάλιστα ελεγκτής έχει καθίσει στη σκάλα, ανοίγει το «τέρμος» και πίνει καφέ. Αυτά μας φαίνονται σαν «καλά σημάδια». Η ελπίδα πιάνει να ριζώνει. Τη βοηθά κι ο απογευματινός ήλιος κι ένα τεράστιο γελαστό πρόσωπο σε μια διαφήμιση μπύρας που μας κλείνει πονηρά το μάτι. Ο διπλανός μου ψιθυρίζει «φαίνεται πως θα δουλέψουμε στο χωριό». Άλλος λέει «το πολύ-πολύ στα χωράφια». Κι ύστερα άλλος «οι Γάλλοι αιχμάλωτοι που δουλεύουνε στα χωράφια περνάνε καλά. Πολλοί το σκάνε».

Παίρνουμε το δρόμο του χωριού. Δεξιά κι αριστερά σπίτια. Λοξοκοιτούμε στα παράθυρα και βλέπουμε τα έπιπλα που είναι μέσα. «Καλά σημάδια».

Ένας άντρας ανεβασμένος σε μια καρέκλα βάφει τα παραθυρόφυλλα. Μια γυναίκα ακουμπά στο παράθυρο. Μαθήτριες περνάνε με ποδήλατα. Σταματούν. Τις ακούμε που κάτι λένε στα πεταχτά με τους Ες-Ες. Κάτι «για το έργο που ‘χει απόψε ο κινηματογράφος». Εμείς δεν μπορούμε να μιλήσουμε μεταξύ μας, όμως συνεννοούμαστε κι έτσι… «Καλά σημάδια, καλά σημάδια».

Ο δρόμος περνά ανάμεσα σε μαγαζιά. Γυναίκες και άντρες κάνουν τα ψώνια τους. Οι πιο πολλοί χαιρετιούνται με τους Ες-Ες. Από ένα κουρείο βγαίνει κάποιος με τη σαπουνάδα στα μούτρα και λέει στον Ες-Ες αξιωματικό που υπόγραφε την παραλαβή μας: «Να μην ξεχάσεις ώρα εννέα απόψε, σπίτι, μαζί με την Άννυ. Σύμφωνοι;»

«Θα ναι παντρεμένος, σκεφτόμαστε όλοι. Άννυ θα ναι η γυναίκα του. Μπορεί να χει και παιδιά. Καλά σημάδια».

Φτάνουμε σε μια πλατεία. Αριστερά κυλά ο θόλος ο Δούναβης. Σ’ ένα στύλο είναι ένα πανό από λαμαρίνα: Ένα κεφάλι με κράνος φράζει το στόμα με το δάχτυλο κι από κάτω γράφει: «Μάθε να σιωπάς χωρίς να σπας».

Μόλις περνάμε την πλατεία ο αξιωματικός φωνάζει «αλτ». Ένα κουβάρι μαλλί κυλάει ανάμεσα στα πόδια της πεντάδας που είναι μπροστά μου. Ο Ες-Ες σηκώνει το πόδι του και κοπανά πολλές φορές με το τακούνι της μπότας τα δάχτυλα αυτών που πάτησαν το κουβάρι. Το σηκώνει και τυλίγοντάς το πλησιάζει στην πόρτα ενός φούρνου και το δίνει σε μια γυναίκα που στέκει εκεί.

«Εμπρός… μαρς». Τα σπίτια σιγά-σιγά- αραιώνουν, μπαίνουμε σ’ ένα πλατύ χωματόδρομο ανάμεσα στα χτήματα. Ο ήλιος έχει κατέβει, κάνει ψύχρα. Κάπου-κάπου βόδια μουκανίζουν. Αρχίζει η ερημιά. Δε βλέπουμε πια σπίτια. Ούτε ακούμε μουκανίσματα. Σ’ άλλο στύλο, άλλο πανό από λαμαρίνα:

«Μην προχωράτε πέρα απ’ αυτό το σημείο. Οι παραβάται συλλαμβάνονται. Εις περίπτωσιν αποπείρας διαφυγής, εκτελούνται επί τόπου».

Λίγο πιο πέρα ένας εσταυρωμένος απ’ αυτούς που φυλάνε τα σταυροδρόμια στη Γερμανία. Δίπλα, μια δεκαριά μπιτόνια για γάλα.

«Αλτ!…» Δεξιά κι αριστερά φυλάκια. Στη μέση μπάρα για τα τροχοφόρα. Πάνω η επιγραφή:

Ες-Ες. Στρατόπεδο συγκεντρώσεως Μαουτχάουζεν.

Απ’ τα πλευρά κάθε φυλάκιου φράχτης από πυκνή σειρά συρματοπλέγματα. Ψηλός ως τρία μέτρα, φεύγει και χάνεται μέσα στο δάσος και στη νύχτα που έχει πια έρθει.

Δεν έχουμε πια ψευδαισθήσεις. Στο βάθος βλέπουμε το «Μαουτχάουζεν» καθισμένο σαν κάστρο στην κορφή του λόφου. Μια μακριά σειρά ηλεκτρικοί γλόμποι δείχνουν το δρόμο. Όσο πλησιάζουμε, οι λεπτομέρειες φανερώνονται. Ψηλό πέτρινο τείχος. Συρματόπλεγμα στη ράχη με ηλεκτρικούς μονωτήρες. Ψηλοί πέτρινοι πύργοι με πολυβόλα. Το σήμα «νεκροκεφαλή» στην κορφή της στέγης. Μια καμινάδα που βγάζει φωτιά. Τιναχτή φωτιά έτσι όπως στα διυλιστήρια πετρελαίου.

Ο αέρας μυρίζει καμένο κρέας… προσέχουμε πως το χαλίκι του δρόμου είναι ανάμιχτο με αποκαΐδια. Ανάμεσά τους βλέπουμε κομμάτια κόκαλα. Κανείς δε μιλά… Ποιος τολμά να πει: «Έχεις ακούσει πως απ’ τους αθρώπους βγάζουν σαπούνι κι άλλα χημικά προϊόντα;»

Έχουμε φτάσει στον περιφερειακό δρόμο. Δεξιά μας παράγκες με βεράντες και πρασιές. Ες-Ες στρατιώτες κάθονται στα πεζούλια.

Αριστερά ένα γήπεδο ποδοσφαίρου χαραγμένο με άσπρες γραμμές. Δίπλα μια σειρά παράγκες φραγμένες με συρματόπλεγμα. Πάλι ηλεκτρικοί μονωτήρες. Επιγραφή: Νοσοκομείον.

Ανηφορίζουμε προς την κεντρική πύλη. Ο δρόμος εδώ είναι γεμάτος πινακίδες:

Ταχυδρομείον.

Λέσχη αξιωματικών.

Εστιατόριον.

Οδοντιατρείον.

Ιατρείον.

Διεύθυνσις Υποχρεωτικής Εργασίας.

Πολιτική διεύθυνσις.

Κομμαντατούρ.

Η πύλη ανοίγει. Είναι δίφυλλη. Ως τρία μέτρα το κάθε φύλλο. Από πίσω δύο πύργοι με πολυβόλα. Στο κεφάλι της πύλης μια ειδοποίηση:

«Εσείς που μπαίνετε αφήστε έξω κάθε ελπίδα».

Τρίτη, Μαρτίου 29, 2011

Έκκληση Βοήθειας για τη Ζωή




Η ηθοποιός, Κάτια Δανδουλάκη, φιλοξενήθηκε σήμερα στην εκπομπή ''Αξίζει να το ζεις'', όπου και μίλησε για την ζωή της μέχρι σήμερα, σε προσωπικό κι επαγγελματικό επίπεδο. Έκανε όμως και μια έκκληση στον κόσμο μέσα από την εκπομπή της Τατιάνας να βοηθήσουν να σωθεί η ζωή της 25χρονης Ζωής!

Αφορμή στάθηκε το σημαντικό πρόβλημα υγείας της 25χρονης Ζωής, που θέλει να παλέψει για τη ζωή της και να τα καταφέρει. Το εμπόδιο όμως, σ' αυτήν της την προσπάθεια είναι οικονομικό...

Η 25χρονη Ζωή είναι μια φοιτήτρια, που αυτήν τη στιγμή βρίσκεται στην Οξφόρδη για λόγους υγείας. Η Κάτια Δανδουλάκη την έχει γνωρίσει, την έχει συμπαθήσει κι επιθυμούσε να την βοηθήσει ο κόσμος. Στα 20 της χρόνια της παρουσιάστηκε ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας. Σήμερα είναι 25 χρονών και πάσχει από ένα σπάνιο αυτοάνοσο νόσημα (αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο) . Εμφανίστηκε ως λύκος πολυσυστηματικός ,χτύπησε την καρδιά της (περικαρδίτιδα, νεφρά, αιματουρία) και τέλος δημιουργήθηκαν θρόμβοι σε όλο της το σώμα. Σύμφωνα με ειδικό ερευνητή του εξωτερικού πρόκειται για ανοσοανεπάρκεια . Μάλιστα το κορίτσι υποβλήθηκε σε κλινική δοκιμή (πειραματόζωο) και διαπιστώθηκε πως ο οργανισμός της αντέδρασε πολύ καλά στην αγωγή του συγκεκριμένου ερευνητή. Ο ερευνητής της έκανε έγχυση προϊόντος αίματος . Ωστόσο, το κόστος είναι δυσβάσταχτο για την ίδια και τη μητέρα της, που είναι μαζί της στο εξωτερικό και τη στηρίζει. Χρειάζονται πολλά χρήματα - πάνω από 50.000 ευρώ - για να μπει σε κλινική και να κάνει εξετάσεις.



Όποιος επιθυμεί να βοηθήσει, θα επικοινωνεί με την εκπομπή της Τατιάνας
στα τηλέφωνα: 2111891970 και 71Δεν δημοσιεύουμε τον αριθμό του
λογαριασμού μετά από παράκληση της μητέρας της Ζωής γιατί υπάρχει
κίνδυνος να μπλοκάρει η τράπεζα το λογαριασμό και να πάει άδικα όλη η
προσπάθεια όπως είχε γίνει στο παρελθόν με τον μικρό Βασιλέλη στη Λέσβο
όπου είχε συγκεντρωθεί ένα μεγάλο ποσό που ποτέ δεν δόθηκε στην
οικογένεια.

Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά η Κάτια Δανδουλάκη,
είναι καλό να έχουμε περίσσευμα στην αγάπη, να ξεχειλίζει η ψυχή μας από
αγάπη, ώστε να δίνουμε και στους γύρω μας που την χρειάζονται. ''Είναι
κρίμα να έχουμε υστέρημα σε αυτή'' συμπλήρωσε.

Στην εκπομπή και
την έκκληση για βοήθεια, συμμετέχει και ο Πέτρος Φιλιππίδης, που
παρενέβει στην εκπομπή και είπε: ''Είναι μια πολύ ιδιαίτερη και ειδική
περίπτωση ενός πολύ νέου κοριτσιού και δυστυχώς, για ακόμα μία φορά, δεν
υπάρχουν τα απαραίτητα χρήματα. Κάθε άνθρωπος είναι πολύτιμος, αλλά
τώρα μιλάμε για μια πολύ ιδιαίτερη περίπτωση, ένα εξαιρετικό κορίτσι, το
οποίο βρήκε αυτή η ασθένεια. Πρόκειται για ένα αυτοάνοσο νόσημα και η
ίδια δεν φέρει καμία ευθύνη γι' αυτό που της συνέβη. Όλοι εμείς, με
πρώτη την Κάτια Δανδουλάκη, προσπαθούμε να κάνουμε κάτι γι' αυτό, να
βρούμε τα χρήματα. Ήδη κάνουμε έναν εσωτερικό έρανο από τους κοντινούς
μας θιάσους, ο δικός μου, της Κάτιας, του Παύλου Χαϊκάλη, του Σταμάτη
Φασουλή. Αυτό που κάνετε σαν εκπομπή, νομίζω, ότι είναι Άγιο. Η
οικογένεια απευθύνθηκε σε οικογένειες με μεγάλη οικονομική άνεση και δεν
υπήρξε ανταπόκριση. Εμείς λοιπόν, οι απλοί καθημερινοί άνθρωποι,
θέλουμε να το ανατρέψουμε αυτό. Για καλό σκοπό είναι κι ελπίζω να έχουμε
αποτέλεσμα''.

Στη συζήτηση επενέβει και ο Παύλος ΧαΪκάλης, που
ανέφερε: ''Μ' έχει ενημερώσει ο Πέτρος για την ιστορία της Ζωής, εγώ δεν
την ξέρω προσωπικά όπως ο ίδιος και η Κάτια, αλλά κάνουμε μια
προσπάθεια, ώστε αυτό το κορίτσι να ξαναβρεί πάλι τον δρόμο του. Το
αξίζει, το χρειάζεται και πρέπει να σταθούμε όλοι δίπλα της''.

news-piper.blogspot.com

Διαβάστε περισσότερα: http://www.thegreeksenergy.com/t20086-topic#ixzz1I3IJHNRb

FACEBOOK
http://www.facebook.com/pages/%CE%88%CE%BA%CE%BA%CE%BB%CE%B7%CF%83%CE%B7-%CE%92%CE%BF%CE%AE%CE%B8%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CF%82-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7-%CE%96%CF%89%CE%AE/135200759885632?ref=nf&sk=wall

Παρασκευή, Μαρτίου 25, 2011

Narayanan Krishnan ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΟ







Krishnan is the only Indian in a list of 10 heroes that CNN has picked worldwide to honour!
If you had not heard of Narayanan Krishnan, as I had not, it is a collective failure. This is one of the most incredible stories of personal commitment.
Narayanan Krishnan, all of 29 years old now, does what he was professionally trained to do as a chef. Feed people. Only Krishnan does not do this in the swanky confines of a 5-star hotel. Every day, he wakes up at 4 am, cooks a simple hot meal and then, along with his team, loads it in a van and travels about 200 km feeding the homeless in Madurai, Tamil Nadu.

Krishnan feeds, almost 400 destitute people every day.

According to CNN, eight years ago, this award-winning chef with a five-star hotel chain was all set to go to Switzerland for a high-profile posting. On a visit to a Madurai temple, he came across a homeless, old man eating his own human waste. That stark sight changed Krishnan's life.



Much to the dismay of his parents, CNN says, Krishnan abandoned his career plans and decided to spend his life and his professional training in looking after those who could not care for themselves. He has provided more than 1.2 million hot meals through his nonprofit organisation Akshaya Trust, and now hopes to extend this to shelter for the homeless too.

Krishnan is the only Indian in a list of 10 heroes that CNN has picked worldwide to honour. One of them will be chosen CNN Hero of the Year, selected by the public through an online poll. If many Indians get together to vote for this inspiring man, he can win by a long mile.

If Krishnan wins he will get $100,000 in addition to the $25,000 that he gets for being shortlisted for the Top 10. Akshaya Trust needs all the monetary support it can get to build on Krishnan's dream. Let's help him get there.




Νίκο ευχαριστώ http://www.facebook.com/profile.php?id=100000197136688

Τετάρτη, Μαρτίου 16, 2011

ΜΑΝΩΛΗΣ ΡΑΣΟΥΛΗΣ



Τώρα πια ταξιδεύεις μακριά μας, τα τραγούδια αλλά και τα γραπτά σου όμως θα μείνουν για πάντα ανάμεσα μας.

http://www.rasoulis.gr/

http://rasoulis.blogspot.com/

Κυριακή, Μαρτίου 13, 2011

Αντιδραστήρες Fukushima I, II, III & Onagawa



Με λίγα λόγια...

Σε έναν πυρηνικό αντιδραστήρα αυτό που συμβαίνει είναι μια ελεγχόμενη αλυσιδωτή αντίδραση σχάσης πυρήνων Ουρανίου 233, 235 ή Πλουτωνίου 239. Οι συγκεκριμένοι 3 πυρήνες μπορούν να σχαστούν απο νετρόνια οποιασδήποτε ενέργειας. Το αποτέλεσμα της σχάσης είναι ένα τεράστιο ποσό ενέργειας μαζί με 2-3 νετρόνια τα οποία χτυπούν άλλους πυρήνες και παράγουν εκ νέου ενέργεια κ.ο.κ.

Όλη αυτή η ιστορία συμβαίνει μέσα σε υγρό (συνήθως νερό) το οποίο εκτελεί μια πολύ βασική λειτουργία που είναι η απαγωγή θερμοτητας και χρησιμοποίηση της για παραγωγή ατμού (και ηλεκτρικής ενέργειας κατ'επέκταση, μέσα απο διαδικασίες που δεν ειναι του παρόντος)

Πρακτικά φανταστείτε νερό να βράζει εξαιτίας των πυρηνικών αντιδράσεων. Οι ατμοί κινούν τουρμπινες παραγωγής ηλ. ενέργειας. Στη συνέχεια, υπάρχει ο συμπυκνωτής που συμπυκνώνει (ψύχει) τους "χρησιμοποιημένους" ατμούς (εκεί βρίσκεται και το ψυκτικό μέσο) και τους επανεισάγει στον "πυρήνα" του αντιδραστήρα κλείνοντας έτσι τον κύκλο.

Οι αντιδραστήρες Fukushima I, II, III που έχουν το πρόβλημα, είναι τύπου BWR (Βoiling Water Reactors) 2ης γενιάς (BWR-3 & BWR-4) που, χοντρικά, ακολουθούν την παραπάνω διαδικασία. Είναι κατασκευασμένοι απο το 1970 (Ι) ως το 1976 (ΙΙΙ) και παράγουν ισχύ 500-800 ΜW. Οι αντιδραστήρες Onagawa Ι, ΙΙ, ΙΙΙ ένας απο τους οποίους επίσης φέρεται να έχει πρόβλημα, ειναι BWR και νεότεροι όντας κατασκευασμένοι απο το 1984 (Ι) ως το 2002 (ΙΙΙ).

Ακόμα και αν ενας αντιδραστήρας σταματήσει για κάποιο λόγο, η ραδιένεργος διάσπαση του πυρηνικού καυσίμου παράγει αρκετή θερμότητα η οποία θα πρέπει οπωσδήποτε να απαχθεί, δηλαδή να υπάρξει ψύξη.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση έχουμε να κάνουμε με ένα LOCA όπως είναι η συντομογραφία του προβλήματος που προκύπτει όταν έχουμε απώλεια ψυκτικού μέσου (Loss Of Coolant Accident). Για αυτό το λόγο υπάρχουν συστήματα εφεδρικής ψύξης ECCS (Emergency Core Cooling System) τα οποία πρέπει να δράσουν άμεσα ώστε να μην υπερθερμανθεί ο πυρήνας και αρχίσει η τήξη του, κάτι το οποίο μπορεί να αποβεί καταστροφικό.

Στην Ιαπωνία όμως, αναφέρεται ότι μπορεί να υπάρχει μερική τήξη του πυρήνα κάτι που κατατάσσει, μέχρι στιγμής, αυτό το ατύχημα στη βαθμίδα 4 της 7-βαθμιας κλίμακας πυρηνικών ατυχημάτων:
( http://en.wikipedia.org/wiki/International_Nuclear_Event_Scale )

Ατυχήματα αυτής της βαθμίδας (4) έχουν ξανασυμβεί το 1980 στη Γαλλία και το 1999 στην Ιαπωνία. Οι δόσεις ακτινοβολίας σε αυτή τη περίπτωση είναι σχετικά μικρές και τα αντίμετρα περιορίζονται στον έλεγχο των τροφίμων. Η δόση που παράγεται σε αυτή τη περίπτωση μπορεί να είναι κρίσιμη για εργαζομένους μέσα στο σταθμό την ώρα του ατυχήματος.

Ανάλογα με τη ποσότητα της ραδιενέργειας που θα ανιχνευτεί στο περιβάλλον, αυτό το ατύχημα μπορεί να ανελιχθεί στη βαθμίδα 5 ή 6. Η 7 είναι για το Τσέρνομπιλ.
Αναρτήθηκε από Αντί-Συμβατικ0ς στις 4:26 μ.μ.

http://antisimvatikos.blogspot.com/2011/03/fukushima-i-ii-iii-onagawa.html

Τετάρτη, Μαρτίου 09, 2011

Νεκροί τρεις άστεγοι από το κρύο!


Νεκροί εντοπίστηκαν από εργάτες της υπηρεσίας καθαριότητας του Δήμου Αθηναίων, τρεις άστεγοι στο Άλσος του Θησείου. Οι σωροί των άτυχων αντρών μεταφέρθηκαν σε νοσοκομεία προκειμένου να διενεργηθεί νεκροψία-νεκροτομή ώστε να διασαφηνιστούν τα ακριβή αίτια του θανάτου τους.


«Η τραγική αυτή εξέλιξη δείχνει με τον πιο έντονο τρόπο βασικές αδυναμίες της κοινωνίας μας και των οργανωμένων θεσμών μας. Το γεγονός ότι συνάνθρωποί μας έχουν φτάσει σήμερα να ζουν σε συνθήκες εξαθλίωσης, στα πεζοδρόμια, τις πλατείες και τα πάρκα της πόλης μας, είναι θέμα σοβαρότατο το οποίο μας αφορά όλους.


Όταν μάλιστα το κρύο, οι κακουχίες ή η εξάρτηση από ουσίες οδηγούν αυτούς τους ανθρώπους σε έναν παγερό, ανώνυμο θάνατο στο δρόμο, τότε το φαινόμενο λαμβάνει διαστάσεις τραγωδίας», δήλωσε ο δήμαρχος Αθηναίων Γ. Καμίνης.
Επιπλέον διαβεβαίωσε ότι «οι υπηρεσίες του Δήμου θα εντείνουν τις προσπάθειές τους να προσφέρουν βοήθεια σε όσους δοκιμάζονται από τις κακουχίες και τις συνέπειες της οικονομικής κρίσης».

http://www.newsbomb.gr/koinwnia/story/nekroi-treis-astegoi-apo-to-kryo

Κυριακή, Μαρτίου 06, 2011

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ "Το τσίρκο των ψύλλων"







Παρασκευή, 11 Μαρτίου · 7:30 μ.μ. - 9:30 μ.μ.
Τοποθεσία: Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης, Εθνικής Αμύνης 27 & Αλεξ. Σβώλου

Το βιβλίο του Απόστολου Λυκεσά "Το τσίρκο των ψύλλων", των εκδόσεων Μεταίχμιο, θα παρουσιαστεί στην Κεντρική Δημοτική Βιβλιοθήκη,
Εθνικής Αμύνης 27, την Παρασκευή 11 Μαρτίου 2011, και ώρα 19:30.
Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι:
Ηλίας Κουτσούκος, Δημοσιογράφος-Συγγραφέας
Τριαντάφυλλος Η. Κωτόπουλος, Λέκτορας Ελληνικής Λογοτεχνίας του Πανεπιστήμιου Δυτικής Μακεδονίας
Ελισάβετ Γρηγοριάδου, Φιλόλογος, Μεταπτυχιακή Φοιτήτρια Δημιουργικής Γραφής

Η είσοδος είναι ελεύθερη.

ΦΙΛΟΙ ΑΠΟ ΟΛΗ ΤΗΝ ΓΗ